Γράφει ο Δρ. Λάμπρος Τσούνης , Περιβαλλοντολόγος – Ωκεανογράφος, (Αναδημοσίευση άρθρου από το περιοδικό “Πλειάδες” του Εργαστηρίου “Παναγία Ελεούσα” – https://www.ergpanel.gr/)

Την Αιτωλία του νότου την εξουσιάζουν οι λιμνοθάλασσες, τα έλη, οι βάλτοι και τα αλμυρολίβαδα. Εδώ το έδαφος είναι χαμηλό. Το νερό της θάλασσας από τη μια, ο Εύηνος και ο Αχελώος από την άλλη, με την πάροδο του χρόνου, με τις φερτές τους ύλες, δημιούργησαν τις λιμνοθάλασσες, ένα από τα σημαντικότερα και εκτενέστερα υγροτοπικά οικοσυστήματα της ανατολικής Μεσογείου.

 

Η άχνα της λιμνοθάλασσας.

Τριγύρω τα βουνά, γαλάζια, αλαφροΐσκιωτα.

Πιο πέρα το κανάλι.

Ροδόχρυσο το λιόγερμα.

Το πριάρι αργοπερνά.

                                                        (Ρήγας Γκόλφης)

 

Το Μεσολόγγι εμφανίζεται στην ιστορία τον 16ο αιώνα μ.Χ., πριν από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, που έγινε στις εκβολές του Αχελώου στις 7 Οκτωβρίου του 1571. Η αρχαιότερη ιστορική αναφορά της λέξης «Μεσολόγγι» υπάρχει στην περιγραφή της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου από τον Ενετό Paruta, ο οποίος γράφει: «… πρώτη η ναυαρχίς διέκρινε τον εκ Ναυπάκτου ορμήσαντα τουρκικόν στόλον, μόλις έκαμψε το ακρωτήριον, όπου είναι τα ιχθυοτροφία τα οποία οι Έλληνες ονομάζουν Μεσολόγγι».

Πολλοί περιηγητές και ταξιδευτές γοητεύτηκαν από την ομορφιά της λιμνοθάλασσας. Στα 1668, ο Τούρκος περιηγητής Εβλία Τσελεμπί έγραφε: «…Διάβηκα την Κακιά Σκάλα, περνώντας από δύσβατες κι επικίνδυνες περιοχές, έφτασα σε ένα σημείο που η θάλασσα, μπαίνοντας στη στεριά, διαμορφώνει ένα παράδοξο φυσικό λιμάνι που μοιάζει με ομοίωμα αυτιού. Εκεί μέσα τα νερά είναι ρηχά και –κάπου στη μέση– σχηματίζεται ένα μικρό νησί. Οι ψαράδες έχουν μπήξει πασσάλους μες στον βυθό και έχουν φτιάξει παγίδες για τα ψάρια. Σε όλη τη λιμνοθάλασσα γενικά ψαρεύεται ένα πολύ νόστιμο και αλλόκοτο ψάρι».

Το 1815, ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ περιγράφει το ταξίδι του από τα Γιάννενα στην Πάτρα. Φτάνοντας στην περιοχή της λιμνοθάλασσας, παρατηρεί πως η πόλη του Μεσολογγίου ήταν χτισμένη κάτω από τη στάθμη της θάλασσας, ενώ εκείνη την εποχή κατοικούσαν 800 οικογένειες με κύρια δραστηριότητα το ψάρεμα. Στα γύρω μέρη είδε το ξωκλήσι του Άι-Σώστη και τα νησιά Σκύλα και Κλείσοβα. Στα ρηχά νερά, μοναχικοί ψαράδες ζούσαν σε καλύβες από πλεγμένα κλαδιά, με συντροφιά τα δίχτυα, τ’ αγκίστρια και τις βάρκες. Στη συνέχεια επισκέφθηκε την αρχαία Πλευρώνα και έπειτα μέσα από εκτεταμένες περιοχές με καλλιέργειες έφτασε στις όχθες του Εύηνου.

Στις αρχές της επανάστασης του 1821 επισκέφθηκε την περιοχή ο Γερμανογάλλος περιηγητής Depping. Στο κείμενό του αναφέρει ότι το Μεσολόγγι είχε περίπου 800 σπίτια, μερικές εκκλησίες και ένα τζαμί. Οι λιμνοθάλασσες δεν επέτρεπαν στα πλοία να πλησιάσουν κοντά στην πόλη. Εκείνη την περίοδο είχε πολλά εμπορικά με τα οποία πραγματοποιούσε εμπόριο στην Ευρώπη και τα Επτάνησα. Τα ψάρια της λιμνοθάλασσας ήταν εξαιρετικά, που μαζί με το αυγοτάραχο τα έκαναν εξαγωγή.

Σύμφωνα με τον Δημήτριο Βικέλα, στο βιβλίο του «Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν»: «Μέχρι της εποχής εκείνης το Μεσολόγγι ήτο πολίχνη άσημος και όλος άγνωστος έξω της Ελλάδος. Αλλ’ ούτε είναι γνωστόν κατά τίνα εποχήν οι πρώτοι προσφύγοντες εκεί εθεμελίωσαν επί πασσάλων τας πρώτας καλύβας εις τους αποκέντρους ακτάς της ερήμου τότε θαλασσολίμνης» και συνεχίζει «… Από το 1822 αίγλη αμαράντου δόξης περιβάλλει το έως τότε ταπεινόν και αγνοούμενον Μεσολόγγι! Κατά το 1824 έδωκε εις αυτόν νέαν λάμψιν το όνομα του Βύρωνος… Την 5ην Ιανουαρίου απεβιβάσθη εις Μεσολόγγι, την 18ην Απριλίου απέθανε… Ο θάνατός του αυτός δεν απέβη ανωφελής εις τον σκοπόν, εις τον οποίον είχεν αφιερώσει την ζωή του. Δι’ αυτόν νέα ποιητική λάμψη περιέβαλε τον ελληνικόν αγώνα, ιδίως δ’ εξαμπρύνθη το Μεσολόγγι δια της επικηδείου ταύτης δόξης».

 

Εκεί, που η μαύρη φαλαρίδα κι η άγρια πάπια

χειμαδιό βρίσκουν στην προσηλιακή στεριά,

στης λιμνοθάλασσας τ’ ακρόνερα τα σάπια

τι ήρθες ζητώντας, λευκέ Κύκνε του Βοριά;

                                                        (Γεώργιος Δροσίνης)

 

Το Μεσολόγγι όμως, έγινε γνωστό σε ολόκληρη την ανθρωπότητα ως ο πρωιμότερος προμαχώνας του επαναστατημένου ελληνικού γένους. Η Έξοδος του Μεσολογγίου, σαν φάρος μέσα σε ανταριασμένο πέλαγος, μας δείχνει τον δρόμο του αγώνα ενάντια σε κάθε τι και κάθε έναν που καταδυναστεύει τις ζωές μας! Ο Εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, που άκουγε από τη Ζάκυνθο τα κανόνια στο αποκλεισμένο Μεσολόγγι, εμπνεύστηκε και έγραψε το υπέροχο έργο του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι».

 

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;

Οπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.»

                                                                  (Διονύσιος Σολωμός)

 

Στα 1826, με την Έξοδο, το Μεσολόγγι κάηκε και άρχισε να ξαναχτίζεται μετά την απελευθέρωση του από τους Τούρκους το 1830. Ο Βαυαρός αξιωματικός Χριστόφορος Νέεζερ, ο οποίος διετέλεσε το 1833 Φρούραρχος της Ακρόπολης των Αθηνών, γράφει στα απομνημονεύματά του για την περιοχή της λιμνοθάλασσας: «Ο ήλιος έκαιε σφοδρώς υπέρ τα αμμώδη και παράλια του Μεσολογγίου τενάγη. Αι διάπυροι ακτίνες είλκυον πέμφιγας και φυσαλλίδας επί την επιφάνειαν του αλατώδους θαλασσίου ύδατος, όπερ ηθροίζετο εις μικρά τέλματα επί της επιπέδου αυτής και μετεποίουν εις κρυσταλλώδες άλας το εις χείλη των τελμάτων εκείνων αποστεγνούμενον ύδωρ. Οι οφθαλμοί εθαμβούντο εν τη επί του άλατος ανταυγεία του λαμπρού ηλιακού φωτός… Εξήλθομεν του Μεσολογγίου εν λαμπροτάτη πρωία και κατά μήκος της διώρυγος του κόλπου βαίνοντες ετράπημεν προς το Αιτωλικόν. Εν τω κόλπω εκολύμβων σμήνος άγριων νησσών και αιθυιών, διεσείοντο δε πλήθη πελεκάνων μετά των νεοσσών αυτών, άφθονον αγρεύοντες τροφήν εν τω ιχθυόεντι κόλπω. Μεταξύ αυτών έπλεον ανενόχλητοι υπό των πτεροέντων ζώων, πεφορτισμέναι τινές πάσσεραι, τήδε κάκεισε διευθυνόμεναι. Αι άγριαι εκείναι νήσσαι, κολυμβίδες και πελεκάνες ουδόλως εταράσσοντο εν τη αλιεία αυτών υπό των διαπλεόντων σκαφιδίων…».

Η περιοχή του Μεσολογγίου για πρώτη φορά μελετήθηκε από τον Άγγλο ορνιθολόγο Simpson το 1859. Το 1860 σε άρθρο του στο επιστημονικό περιοδικό Ibis, περιγράφει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια το οικοσύστημα εκείνης της εποχής. «Τα δύο μεγάλα ποτάμια της δυτικής Ελλάδας, ο Ασπροπόταμος και ο Φίδαρης, τα οποία αποστραγγίζουν τα υψίπεδα της Αιτωλίας και ενός μέρους της Ηπείρου, τελικά αναδύονται από τα βουνά, στις δύο άκρες της οροσειράς που στα αρχαία χρόνια καλούνταν Αράκυνθος… Οι αλουβιακές αποθέσεις αυτών των ποταμών, ιδιαίτερα του Ασπροπόταμου, του οποίου ο όγκος νερού που διαθέτει είναι τεράστιος, έχουν δημιουργήσει με την πάροδο των αιώνων μια εκτεταμένη έκταση από βάλτους, που αποτελούν την νοτιοδυτική γωνιά της ηπειρωτικής Ελλάδας. Αυτή η περιοχή είναι ανόμοια χωρισμένη από τη μεγάλη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, η οποία έχει μέσο βάθος λιγότερο από τέσσερα πόδια… Η λιμνοθάλασσα είναι κατάσπαρτη από μικρά λασπώδη νησάκια, ενώ προστατεύεται από την ανοιχτή θάλασσα από μια αμμώδη λωρίδα μήκους πολλών μιλίων. Προς την ανατολή, εκεί που βρίσκονται οι ορνεόσπαρτες πλαγίες του βουνού Βαράσοβα, που σηματοδοτούν τα όρια αυτής της περιοχής προς αυτή την κατεύθυνση, ο Φίδαρης έχει επεκτείνει το δέλτα του, γεμίζοντας πολλές μικρές λιμνούλες. Τα κάτω τμήματα αυτού του δέλτα αποτελούν μια υγρή ζούγκλα, τόσο πυκνή που είναι σχεδόν αδιαπέραστη, κατάφυτη από τεράστιες λεύκες, ιτιές και πλατάνια, με το νερό να φτάνει σε βάθος από τους αστράγαλους έως το λαιμό, ανάλογα με την εποχή. Σ΄ αυτή τη ζούγκλα πρέπει να γίνονταν το κυνήγι των Καλυδώνιων κάπρων, αφού πάνω από αυτή την περιοχή, στις πλαγιές του όρους Αράκυνθος, βρίσκονται τα ερείπια της Καλυδώνας, της αρχαίας πρωτεύουσας της Αιτωλίας. Από αυτή την περιοχή, η πόλη του Μεσολογγίου βρίσκεται περίπου δύο ώρες με τα πόδια, διασχίζοντας μια εύφορη και μερικά καλλιεργημένη πεδιάδα. Η πόλη είναι τοποθετημένη σε μια επίπεδη χερσόνησο, σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τη λιμνοθάλασσα και είναι αποκομμένη από την ενδοχώρα από μια λασπώδη τάφρο. Στα βόρεια της πόλης, ανάμεσα στη λιμνοθάλασσα και τον Αράκυνθο, δημιουργείται ένας βάλτος, ο οποίος κατά τη διάρκεια του χειμώνα γεμίζει από πάπιες».

Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος έγραφε στο βιβλίο του «Μορφές της Ελληνικής Γης»: «Οι λιμνοθάλασσες της Αιτωλίας, η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού έχουν ένα λυρικό νόημα, που πρέπει κανείς να το κατακτήσει από κοντά, για να καταλάβει για ποιόν λόγο οι τόποι τούτοι φτέρωσαν το νεοελληνικό τραγούδι και έδωσαν στο έθνος ένα πλήθος πεζογράφους και ποιητές. Εδώ, χωρίς αμφιβολία, γεννιέται ο ποιητής».

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βικέλας, Δ. 1991. Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν. Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα.

Πριόβολος, Ε.Α. 2004. Η Αιτωλοακαρνανία με τα μάτια των περιηγητών. Εκδόσεις Αιτωλοακαρνανικός Τύπος, Αθήνα.

Τσούνης, Γρ. 1996. Τριχωνίδα: Υδάτινες ανταύγειες. Έκδοση ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ ΑΒΕΣ, Αθήνα.

Τσούνης, Λ. 2025. Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου: Στη θαλασσολίμνη τη ρηχιά τη μεγάλη. Εκδόσεις Οσελότος, Αθήνα.