Γράφει ο Νικόλαος Τσίγκος, Φοιτητής επί πτυχίω στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Πατρών.
Η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή (EMME) έχουν αναγνωριστεί ως μία από τις περιοχές που πλήττονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή. Οι πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η περιοχή θερμαίνεται με ταχύτερο ρυθμό σε σύγκριση με άλλες κατοικημένες περιοχές του πλανήτη. Η αύξηση της θερμοκρασίας, η μεταβολή του υδρολογικού κύκλου, καθώς και η συχνότητα και ένταση ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως καύσωνες, ξηρασίες, καταιγίδες σκόνης και πλημμύρες, αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για την περιοχή.
Η ραγδαία αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στο EMME, που ξεπερνά ακόμη και τις εκπομπές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβάλλει σημαντικά στην επιδείνωση της κατάστασης. Ταυτόχρονα, η αστικοποίηση, η απερήμωση και οι δασικές πυρκαγιές επιδεινώνουν περαιτέρω τις περιβαλλοντικές πιέσεις.
Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων μετριασμού των εκπομπών και προσαρμογής στις νέες κλιματικές συνθήκες. Οι συστάσεις περιλαμβάνουν την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων και των κοινωνιών, καθώς και την επένδυση σε έρευνα για την καλύτερη κατανόηση των φαινομένων και την ανάπτυξη στρατηγικών αντιμετώπισης.
Εισαγωγή
Η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει επηρεάσει σημαντικά το κλίμα της Γης, οδηγώντας σε αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας και αλλαγές σε μετεωρολογικές παραμέτρους, όπως οι βροχοπτώσεις. Από τη βιομηχανική επανάσταση, η εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου και οι αλλαγές στη χρήση γης, όπως η αποψίλωση δασών και η αστικοποίηση, έχουν συμβάλει σε αυτές τις αλλαγές. Η επίδραση αυτή δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις περιοχές, καθώς ορισμένες περιοχές, όπως η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή (Eastern Mediterranean and Middle East, EMME) (εικόνα 1.1), θερμαίνονται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο λόγω γεωγραφικά συγκεκριμένων μηχανισμών ανάδρασης του κλίματος (Cramer et al., 2018).

Οι προβλέψεις δείχνουν ότι οι αυξήσεις της θερμοκρασίας θα συνεχιστούν και θα ενταθούν κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα, ανάλογα με τις συγκεντρώσεις αερίων του θερμοκηπίου, οι οποίες επηρεάζονται από κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Επιπλέον, αναμένονται αλλαγές στη χρονική μεταβλητότητα των μετεωρολογικών χαρακτηριστικών, καθιστώντας την περιοχή ένα παγκόσμιο hotspot για την κλιματική αλλαγή. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι, η διαχρονική μεταβλητότητα της θερμοκρασίας προβλέπεται να αυξηθεί, ενισχύοντας τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Ήδη, ορισμένα μέρη της περιοχής έχουν βιώσει μερικά από τα πιο σοβαρά καιρικά φαινόμενα που έχουν καταγραφεί. Το καλοκαίρι του 2007 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίων καιρικών φαινομένων που έχουν σημαντικές επιπτώσεις τόσο στο περιβάλλον όσο και στις κοινωνίες. Ήταν το θερμότερο καλοκαίρι που είχε καταγραφεί στην Ελλάδα από το 1891, συνοδευόμενο από εκτεταμένες και καταστροφικές πυρκαγιές σε όλη τη χώρα. Την ίδια χρονιά, ο κυκλώνας Gonu έπληξε την Αραβική Θάλασσα, καταγράφοντας ιστορικά δεδομένα ως ο ισχυρότερος τροπικός κυκλώνας στην περιοχή από το 1970, προκαλώντας τεράστιες οικονομικές ζημιές και ανθρώπινες απώλειες στο Ομάν. Η κλιματική αλλαγή φαίνεται να ενισχύει τη συχνότητα και την ένταση τέτοιων φαινομένων, με προβλέψεις για μελλοντικά γεγονότα υψηλού αντίκτυπου να περιλαμβάνουν πρωτοφανείς καύσωνες, παρατεταμένες ξηρασίες και πολύπλοκα ακραία φαινόμενα με σοβαρές κοινωνικές συνέπειες (Hochman et al., 2022).
Οι κλιματικές αλλαγές και οι μεταβολές στις περιβαλλοντικές συνθήκες αναμένεται να έχουν βαθιές επιπτώσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως η διαχείριση υδάτινων πόρων, η γεωργία, η δημόσια υγεία, η παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας, οι μεταφορές, τα οικοσυστήματα και η βιοποικιλότητα. Παράλληλα, φαινόμενα όπως οι δασικές πυρκαγιές και η απώλεια φυσικών πόρων ενδέχεται να ενταθούν, επηρεάζοντας σοβαρά την κοινωνικοοικονομική σταθερότητα. Επιπλέον, η ταχεία αύξηση του πληθυσμού και η αστικοποίηση στην περιοχή EMME θα επιδεινώσουν τις πιέσεις στους φυσικούς πόρους, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για την πρόσβασή τους. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι κοινωνικές ανισότητες ενδέχεται να ενισχυθούν, με τις ευάλωτες ομάδες να πλήττονται δυσανάλογα από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, όπως οι ακραίες θερμοκρασίες και η λειψυδρία (Waha et al., 2017).
Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής (EMME) χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή ποικιλομορφία κλιματικών συνθηκών, που εκτείνονται από άνυδρες και ημι-άνυδρες ερήμους έως υποτροπικά και εύκρατα κλίματα. Τα καλοκαίρια είναι γενικά ζεστά έως πολύ ζεστά και ξηρά, με περιστασιακή εμφάνιση ξηρασιών, ενώ οι χειμώνες είναι ήπιοι και σχετικά υγροί, ιδιαίτερα στη βόρεια EMME, όπου επικρατεί κυρίως εύκρατο κλίμα. Αντίθετα, οι νότιες περιοχές της EMME χαρακτηρίζονται από εκτεταμένες ερημικές εκτάσεις με υψηλές θερμοκρασίες και ελάχιστη βλάστηση. Η βροχόπτωση παρουσιάζει σημαντική μεταβλητότητα, με τις υψηλότερες τιμές να καταγράφονται σε ορεινές περιοχές όπως οι Δειναρικές Άλπεις, η Πίνδος, ο Ταύρος, ο Καύκασος και τα όρη Alborz, όπου μπορεί να ξεπεράσει τα 2.000 mm ετησίως. Σε αντιδιαστολή, νοτιότερες περιοχές εμφανίζουν ελάχιστες ή μηδαμινές βροχοπτώσεις. Η γεωγραφική θέση της περιοχής την καθιστά ένα ατμοσφαιρικό σταυροδρόμι, όπου συγκρούονται και αλληλεπιδρούν διάφορα μοτίβα ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας και μετεωρολογικές διεργασίες από διαφορετικές ηπείρους, επηρεάζοντας δυναμικά το κλίμα της. Οι χειμερινές βροχοπτώσεις, που είναι κρίσιμες για την αναπλήρωση των υδάτινων πόρων, επηρεάζονται από τη νότια κίνηση του πίδακα πολικού μετώπου, ο οποίος προκαλεί κυκλωνικές διαταραχές στην ευρύτερη περιοχή (Eayrs, et al., 2019; Krichak et al., 2000). Η γεωγραφική πολυπλοκότητα, όπως οι απότομες οροσειρές και οι σύνθετες ακτογραμμές, σε συνδυασμό με την επίδραση μεγάλων υδάτινων σωμάτων, όπως η Μεσόγειος, η Ερυθρά Θάλασσα, η Αραβική Θάλασσα και η Μαύρη Θάλασσα, δημιουργούν επιπλέον ανατροφοδοτήσεις που ενισχύουν τις περιφερειακές διαφοροποιήσεις της κλιματικής αλλαγής. Για την κατανόηση και την αντιμετώπιση αυτών των επιπτώσεων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, είναι απαραίτητη η χρήση κλιματικών δεδομένων υψηλής ανάλυσης και αξιοπιστίας.
Ιστορική αναδρομή -εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και ρύπανση-
Παγκόσμιες και περιφερειακές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου
Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην περιοχή EMME έχουν παρουσιάσει σημαντική αύξηση από τη δεκαετία του 1950. Σύμφωνα με τα δεδομένα PRIMAP-hist, οι εκπομπές αυξήθηκαν από 0,6 ± 0,1 GtCO2eq/έτος (γιγατόνους ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα ετησίως – GtCO2eq/έτος) τη δεκαετία του 1960 σε 3,6 ± 0,3 GtCO2eq/έτος τη δεκαετία του 2010, δηλαδή έξι φορές περισσότερο. Αυτή η αύξηση είναι δυσανάλογη σε σχέση με την παγκόσμια αύξηση των εκπομπών, η οποία ήταν μόλις 2,5 φορές κατά την ίδια περίοδο. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο της περιοχής EMME στις παγκόσμιες εκπομπές υπερδιπλασιάστηκε, από 3 ± 0,2 % τη δεκαετία του 1960 σε 7,7 ± 0,3 % τη δεκαετία του 2010 (εικόνα 2.1) (Gütschow et al., 2016, 2021). Σημειώνεται ότι η Παλαιστίνη δεν περιλαμβάνεται στις εκτιμήσεις λόγω έλλειψης δεδομένων.
Οι περιφερειακές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου παρουσίασαν σημαντικές διακυμάνσεις τις τελευταίες δεκαετίες, με χαρακτηριστική αύξηση κατά τη δεκαετία του 2010 (3,6 ± 0,3 GtCO2eq/έτος), ξεπερνώντας τις εκπομπές της Ινδίας (2,8 ± 0,3 GtCO2eq/έτος) και πλησιάζοντας εκείνες της ΕΕ των 27. Παράλληλα, η μακροπρόθεσμη αύξηση των εκπομπών στην περιοχή ήταν πιο απότομη από αυτήν της Ινδίας, γεγονός που υποδεικνύει μια έντονη τάση ανάπτυξης. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει πολιτικές απαλλαγής από τον άνθρακα και φιλόδοξους στόχους, γεγονός που πιθανότατα θα οδηγήσει σε υπέρβαση των εκπομπών της ΕΕ από την περιοχή EMME τα επόμενα χρόνια (Gütschow et al., 2016, 2021).
Η ιστορική ανασκόπηση δείχνει ότι οι εκπομπές δεν ήταν σταθερές: ενώ σημειώθηκε αύξηση κατά 0,04 GtCO2eq/έτος από τη δεκαετία του 1960 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970, υπήρξε μείωση περίπου 10% κατά την πετρελαϊκή κρίση του 1980-1983. Μετά από αυτή τη μείωση, οι εκπομπές αυξήθηκαν ξανά με ρυθμό 0,076 GtCO2eq/έτος, με εξαίρεση την ανώμαλη άνοδο κατά +34% κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου. Σημαντική ήταν επίσης η απότομη αύξηση το 1991 (από 1,5 GtCO2eq/έτος το 1990 σε 2,0 GtCO2eq/έτος) και η επακόλουθη μείωση σε 1,6 GtCO2eq/έτος το 1992 (Gütschow et al., 2016, 2021).

Οι εκπομπές μεθανίου (CH4) και υποξειδίου του αζώτου (N2O) έχουν ιστορικά κυριαρχήσει στις συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην περιοχή EMME, με τον γεωργικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των βιομηχανικών κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων, να αποτελεί σημαντική πηγή αυτών των εκπομπών. Η τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα εμφανής μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1910 και τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.
Η κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη και η αυξανόμενη ζήτηση ενέργειας σε παγκόσμιο επίπεδο, ειδικά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησαν σε αυξημένη χρήση ορυκτών καυσίμων στις χώρες της περιοχής EMME. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο ενεργειακός τομέας να καταστεί ο κύριος παράγοντας εκπομπών, με σημαντική συμβολή στις εκπομπές CO2 και CH4, οι οποίες με τη σειρά τους ενίσχυσαν την αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου. Το CO2 και το CH4 αποτελούν τα κυριότερα αέρια του θερμοκηπίου που εκπέμπονται από ανθρώπινες δραστηριότητες, αντιπροσωπεύοντας το 91%-96% των συνολικών εκπομπών τις τελευταίες πέντε δεκαετίες. Ο ενεργειακός τομέας είναι η κύρια πηγή αυτών των εκπομπών, συμβάλλοντας κατά 82%-88%. Από τη δεκαετία του 1960 έως τη δεκαετία του 2010, τα δύο αυτά αέρια ευθύνονται για το 96% των αυξήσεων στις εκπομπές. Το σχετικό μερίδιο του CO2 έχει αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου, καθιστώντας το κυρίαρχο από τη δεκαετία του 1980, ενώ οι εκπομπές CH4 έχουν μειωθεί σταδιακά, με την κορύφωσή τους να σημειώνεται μεταξύ των δεκαετιών του 1950 και του 1970. Η άνοδος των εκπομπών κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου αποδίδεται στις αυξημένες εκπομπές CO2, ενώ η ταχεία αύξηση των εκπομπών CH4 από τη δεκαετία του 1960 συνδέεται με την εντατική εξόρυξη αερίου. Ωστόσο, η εφαρμογή προηγμένων τεχνολογιών μείωσε τις διαρροές μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1976-1984. Παρά την ανακατασκευή των δεδομένων για τις χώρες EMME, οι ατμοσφαιρικές παρατηρήσεις δεν επαλήθευσαν αυτές τις τάσεις. Οι παγκόσμιες μετρήσεις από πυρήνες πάγου υποδεικνύουν ότι οι εκπομπές μεθανίου από ορυκτές πηγές κορυφώθηκαν τη δεκαετία του 1960-1970 και μειώθηκαν στη συνέχεια (Dimitriou et al., 2021).
Οι κύριες χώρες που ευθύνονται για τις εκπομπές CO2 στην περιοχή EMME είναι το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, η Αίγυπτος και το Ιράκ (εικόνα 2.2), αντιπροσωπεύοντας το 73% των συνολικών εκπομπών CO2 κατά τη δεκαετία του 2010. Το Κουβέιτ, αν και όγδοο στη σειρά, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αύξηση των εκπομπών το 1991 λόγω της ανάφλεξης πετρελαιοπηγών. Επιπλέον, το Ιράν, το Ιράκ και η Σαουδική Αραβία είναι οι μεγαλύτεροι εκπομποί CH4, συνεισφέροντας το 53% της περιφερειακής ποσότητας κατά τη δεκαετία του 2010. Σημαντική μείωση των εκπομπών CH4 σημειώθηκε μετά τις υψηλές τιμές στις αρχές της δεκαετίας του 1970 (Aydin et al., 2011).

Περιφερειακή ατμοσφαιρική ρύπανση από αιωρούμενα σωματίδια και σκόνη
Η Μέση Ανατολή αποτελεί μια από τις κύριες πηγές παγκόσμιας εκπομπής σκόνης, συνεισφέροντας περίπου το
15%-20% του συνολικού όγκου. Αυτή η σκόνη επηρεάζει σημαντικά το περιφερειακό κλίμα, την υγεία των ανθρώπων, καθώς και τα χερσαία και θαλάσσια οικοσυστήματα. Στην περιοχή βρίσκονται αρκετές ενεργές έρημοι, όπως οι έρημοι της Αιγύπτου και της Νουβίας στη βορειοανατολική Σαχάρα, οι έρημοι Rub-Al Khali, An Nafud και Al Dahna στην Αραβική Χερσόνησο, η έρημος Νεγκέβ στο Ισραήλ, και η έρημος Συρίας-Ιράκ. Επιπλέον, περιλαμβάνονται οι αλλουβιακές πλημμυρικές πεδιάδες στη Μεσοποταμία και οι έρημοι Dasht-e Kavir και Dasht-e Lut στο Ιράν. Σημαντική είναι επίσης η παρουσία αποξηραμένων ή εφήμερων λιμνών όπως η Urmia, η Jazmurian και η Hamouns στο Ιράν. Η δραστηριότητα της σκόνης στην περιοχή είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις μεταβολές των καιρικών συνθηκών και στις κλιματικές διαταραχές. Οι θύελλες σκόνης από τη Μέση Ανατολή έχουν σημαντική επίδραση σε διάφορους τομείς, όπως ο περιφερειακός προϋπολογισμός ατμοσφαιρικής ακτινοβολίας, η κυκλογένεση, η κυκλοφορία των μουσώνων και η ποιότητα του αέρα. Η σκόνη της ερήμου αποτελεί τον κυρίαρχο τύπο αερολυμάτων, ενώ άλλοι τύποι περιλαμβάνουν θαλασσινό αλάτι, μαύρο άνθρακα από καύση ορυκτών καυσίμων και βιομάζας, καθώς και μικτά σωματίδια. Η δραστηριότητα της σκόνης ακολουθεί μια σαφή εποχικότητα, με την έντασή της να κορυφώνεται την άνοιξη και το καλοκαίρι και να μειώνεται τον χειμώνα. Οι συνοπτικές κυκλοφορίες και οι επίμονοι ή εποχιακοί άνεμοι, όπως ο Shamal και ο Levar, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της εποχικότητας. Η ατμοσφαιρική δυναμική μεγάλης κλίμακας, τα πρότυπα τηλεσύνδεσης και οι θερμοκρασιακές μεταβολές στην επιφάνεια της θάλασσας στον Ινδικό Ωκεανό και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και οι μετατοπίσεις της Διατροπικής Ζώνης Σύγκλισης (ITCZ), διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις διακυμάνσεις της δραστηριότητας σκόνης. Αυτές οι διακυμάνσεις επηρεάζουν σημαντικά τις περιφερειακές θάλασσες, όπως την Ερυθρά Θάλασσα και τον Αραβικό Κόλπο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέση δύναμη ακτινοβολίας βραχέων κυμάτων σκόνης στη νότια Ερυθρά Θάλασσα είναι από τις υψηλότερες παγκοσμίως, φτάνοντας τα 60 W/m2 (Jish Prakash et al., 2015).
Οι μελέτες που αναφέρονται δείχνουν μια σημαντική μεταβολή στις τάσεις των αερολυμάτων σκόνης και των καταιγίδων σκόνης στις περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης κατά τις τελευταίες δεκαετίες (Klingmüller et al., 2016; Pozzer et al., 2015). Συγκεκριμένα, παρατηρείται αύξηση της έντασης και της συχνότητας των καταιγίδων σκόνης στις ιρακινές πεδιάδες και την Αραβική Χερσόνησο, ενώ στην νοτιοανατολική Ευρώπη καταγράφεται μείωση του οπτικού βάθους αερολύματος σκόνης (AOD). Αντίθετα, στις ερημικές περιοχές της Μέσης Ανατολής, η AOD παρουσιάζει αυξητική τάση, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από δορυφορικά δεδομένα.
Οι περιφερειακές εκπομπές σκόνης σημείωσαν αύξηση της τάξης του 15% ετησίως από το 2001 έως το 2012, με μια σημαντική αλλαγή να παρατηρείται κατά την περίοδο 2006-2007. Αυτή η μετατόπιση αποδίδεται στη συνεργιστική επίδραση δύο μεγάλων κλιματικών φαινομένων, της Νότιας Ταλάντωσης του Ελ Νίνιο και της Δεκαετούς Ταλάντωσης του Ειρηνικού, που ενίσχυσαν την ξηρότητα στην περιοχή της Εύφορης Ημισελήνου. Οι ισχυρότεροι άνεμοι Shamal, που σχετίζονται με αυξημένη δραστηριότητα σκόνης, παρατηρήθηκαν κυρίως στο κεντρικό Ιράκ και στα ανατολικά και νότια τμήματα της Αραβικής Χερσονήσου.
Επιπλέον, η μεταβλητότητα της AOD στις ερημικές περιοχές της Μέσης Ανατολής επηρεάζεται από παράγοντες όπως η υγρασία του εδάφους, οι βροχοπτώσεις και οι επιφανειακοί άνεμοι. Η αύξηση της AOD συνδέεται με μειώσεις στις βροχοπτώσεις, την υγρασία του εδάφους και τη σχετική υγρασία, καθώς και με αυξήσεις στη θερμοκρασία την τελευταία δεκαετία. Αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι οι εκπομπές σκόνης είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στις αλλαγές που προκαλεί η κλιματική αλλαγή.
Οι μελέτες δείχνουν ότι στην Ανατολική Μεσόγειο παρατηρείται μια μείωση της AOD τις τελευταίες δύο έως τρεις δεκαετίες, κυρίως λόγω της μείωσης των ανθρωπογενών εκπομπών και των επιπέδων θειικού άλατος, αποτέλεσμα πολιτικών αποθείωσης καυσίμων. Παρόμοιες πτωτικές τάσεις AOD εντοπίστηκαν και στη νότια Αραβική Χερσόνησο, οι οποίες σχετίζονται με αυξημένες βροχοπτώσεις. Στην Κύπρο, τα σωματίδια PM10 (με διάμετρο 10 μm ή λιγότερο) παρουσίασαν μείωση την τελευταία δεκαετία, ενώ αντίθετα, στη Λωρίδα της Γάζας σημειώθηκε αύξηση PM10 κατά την περίοδο 2001-2014. Οι στατιστικές αναλύσεις δείχνουν ότι υπάρχουν πτωτικές τάσεις στην AOD πάνω από την Αίγυπτο και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ παρατηρούνται αυξητικές τάσεις στη Μέση Ανατολή. Επιπλέον, η AOD στην Ανατολική Μεσόγειο παρουσιάζει μείωση κατά 4% ετησίως τα τελευταία 10-15 χρόνια. Αυτά τα ευρήματα ευθυγραμμίζονται με παρόμοιες μελέτες που βασίζονται σε δεδομένα από δορυφόρους. Στην περιοχή του Ισραήλ, καταγράφηκαν αυξήσεις στη συχνότητα σκόνης κατά τις περιόδους 1958-2006 και 2001-2015, ενώ στην Κύπρο σημειώθηκε στατιστικά σημαντική μείωση στη συχνότητα των επεισοδίων σκόνης κατά 7 συμβάντα ανά έτος την περίοδο 2006-2017. Η μείωση του NO2 στις μεγάλες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου κατά την περίοδο 2010-2015 οφείλεται κυρίως στη μείωση των ανθρωπογενών εκπομπών, οι οποίες σχετίζονται με την καύση ορυκτών καυσίμων.
Αυτό συνδέεται με περιφερειακές συγκρούσεις και μετανάστευση, που περιόρισαν τη δραστηριότητα σε ορισμένες περιοχές. Επιπλέον, η πτώση των ανθρωπογενών AOD στην περιοχή αποδίδεται στις περιβαλλοντικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν στην Ευρώπη. Η μείωση αυτή συνδυάστηκε και με την εξασθενημένη συμβολή της σκόνης, γεγονός που συνδέεται με τη μείωση της δραστηριότητας της σκόνης πάνω από την έρημο Σαχάρα. Οι αλλαγές στο AOD στη Μεσόγειο φαίνεται να επηρεάζονται από διάφορους παράγοντες, τόσο ανθρωπογενείς όσο και φυσικούς. Στα νότια τμήματα της περιοχής, οι διακυμάνσεις της σκόνης φαίνεται να είναι ο κύριος παράγοντας που οδηγεί τις τάσεις, ενώ στα ευρωπαϊκά τμήματα της Μεσογείου και γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, η μείωση των ανθρωπογενών εκπομπών έχει συμβάλει στη μείωση του AOD. Παράλληλα, οι προβλέψεις των μοντέλων δείχνουν ότι τα γεγονότα σκόνης ενδέχεται να ενταθούν κατά τον 21ο αιώνα, πιθανότατα λόγω της κλιματικής αλλαγής(Tsikerdekis et al., 2019) .
Παρελθόν και Παρούσα κατάσταση του κλίματος
Μεταβλητότητα τα τελευταία 2.000 χρόνια
Οι πληροφορίες που παρέχονται αφορούν τη χρήση φυσικών αρχείων για την ανακατασκευή του παλαιοκλίματος στη Μεσόγειο. Αυτά τα αρχεία, όπως θαλάσσια ιζήματα, δακτύλιοι δέντρων και σπηλαιοθέματα, χρησιμεύουν ως πληρεξούσιοι δείκτες των κλιματικών συνθηκών που επικρατούσαν στο παρελθόν. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούν να συγκριθούν άμεσα με σύγχρονα όργανα, όπως βροχόμετρα ή θερμόμετρα, παρέχουν σημαντικές ενδείξεις για την κατανόηση των κλιματικών αλλαγών σε διαφορετικές χρονικές περιόδους (Newfield et al., 2022).
Η χρονική ανάλυση των αρχείων ποικίλλει, με ορισμένα να παρέχουν ετήσια δεδομένα, όπως τα κοράλλια, οι δακτύλιοι δέντρων και κάποια σπηλαιοθέματα, ενώ άλλα, όπως τα ιζήματα, προσφέρουν δεκαετή ανάλυση. Τα τελευταία συνοδεύονται από αβεβαιότητες στη χρονολόγηση και μεταβαλλόμενη ανάλυση δειγματοληψίας με την πάροδο του χρόνου. Οι φυσικοί πληρεξούσιοι επηρεάζονται από πολλαπλές παραμέτρους, όπως η βροχόπτωση, η υγρασία του εδάφους, η θερμοκρασία του αέρα ή της επιφάνειας της θάλασσας, οι αλλαγές στη στάθμη της θάλασσας, η κυκλοφορία του νερού και το pH. Η διάρκεια των αρχείων αυτών διαφέρει σημαντικά (Xoplaki et al. 2018).
Επιπλέον, υπάρχουν πολλά κειμενικά στοιχεία από τη Μεσόγειο που καλύπτουν τους περασμένους αιώνες και συμβάλλουν στην ανακατασκευή ιστορικών καιρικών και κλιματικών συνθηκών. Αυτά περιλαμβάνουν αναφορές σε ακραία φαινόμενα και τις πιθανές κοινωνικές επιπτώσεις τους. Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής (EMME) διαθέτει ένα σχετικά πυκνό δίκτυο φυσικών αρχείων και αποδεικτικών στοιχείων που καλύπτουν τα τελευταία 1.000-2.000 χρόνια, με έμφαση στις υδρολογικές αλλαγές. Ωστόσο, τα παλαιοκλιματικά στοιχεία που αφορούν τις συνθήκες θερμοκρασίας είναι σχεδόν ανύπαρκτα.Έρευνες εξετάζουν εκτενώς τη διαθεσιμότητα, τη διανομή και τις δυνατότητες των παλαιοκλιματικών δεδομένων στην περιοχή EMME. Παράλληλα, αναλύουν τις ευκαιρίες που παρέχονται για περαιτέρω μελέτες και τους περιορισμούς που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές σε αυτόν τον τομέα (Flohr et al., 2017).
Η εικόνα 3.1 αναδεικνύει τη γεωγραφική κατανομή και τη φύση των φυσικών υποκατάστατων αρχείων που χρησιμοποιούνται για την ανασύνθεση του υδροκλίματος των τελευταίων δύο χιλιετιών. Αυτά περιλαμβάνουν σπηλαιοθέματα, λιμναία και θαλάσσια ιζήματα, δακτυλίους δέντρων και άλλα στοιχεία που μπορούν να προσφέρουν πληροφορίες για την ετήσια ή πολυδεκαδική μεταβλητότητα. Ωστόσο, οι πλήρεις πληροφορίες είναι περιορισμένες, με κυριότερη εστίαση στις νότιες και νοτιοανατολικές περιοχές του EMME. Η Βόρεια Αφρική, η λεκάνη του Νείλου και η Αραβική Χερσόνησος παρουσιάζουν ελλείψεις σε παλαιοκλιματικά δεδομένα λόγω της επικράτησης ξηρών κλιμάτων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη διατήρηση λιμνών και υγροτόπων που συνήθως παρέχουν μακροχρόνια αρχεία. Οι υπάρχουσες ανακατασκευές στηρίζονται κυρίως σε ιζήματα λιμνών, τα οποία όμως έχουν περιορισμένη ανάλυση και χρονολογικές αβεβαιότητες. Από την άλλη πλευρά, τα σπηλαιοθέματα σε ορισμένες περιοχές του EMME παρέχουν αρχεία με ετήσια ανάλυση, συμβάλλοντας σημαντικά στην κατανόηση των υδροκλιματικών αλλαγών (G. Zittis et all., 2022).

Τα ισότοπα οξυγόνου (δ18Ο) και άνθρακα (δ13C) είναι χρήσιμα παλαιοκλιματικά εργαλεία που εξάγονται από σταλαγμίτες και παρέχουν πληροφορίες για παλαιότερες κλιματολογικές συνθήκες. Το δ18Ο σχετίζεται με την ποσότητα και την εποχικότητα της βροχόπτωσης, ενώ το δ13C αντανακλά τη βλάστηση και τη μικροβιακή δραστηριότητα του εδάφους, οι οποίες επηρεάζονται από την υγρασία και τη θερμοκρασία. Επιπλέον, η συγκέντρωση τιτανίου (Ti) σε ιζήματα λιμνών χρησιμοποιείται ως δείκτης ξηρασίας. Οι λίμνες της Μεσογείου λειτουργούν ως φυσικά αρχεία που καταγράφουν τις κλιματικές αλλαγές και τις μεταβολές στο υδατικό ισοζύγιο μέσω των ιζημάτων τους. Σε περιόδους αρνητικού υδατικού ισοζυγίου, η στάθμη του νερού μειώνεται, η περιοχή της λίμνης συρρικνώνεται και η αλατότητα αυξάνεται, ενώ σε περιόδους θετικού υδατικού ισοζυγίου παρατηρείται το αντίθετο (Luterbacher et al., 2022).
Οι υδροκλιματικές αναπαραστάσεις από θαλάσσια και λιμναία ιζήματα προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τις κλιματικές διακυμάνσεις στην περιοχή των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου (Εικόνα 3.1 και 3.2). Για παράδειγμα, τα ισότοπα οξυγόνου (δ18O) και άνθρακα (δ13C), καθώς και τα δεδομένα τιτανίου (Ti) από λιμναία ιζήματα και σταλαγμίτες, αποκαλύπτουν πολυδεκαδικές διακυμάνσεις (Εικόνα 3.2). Στη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, το πρώτο κύριο συστατικό (PC1) των δεδομένων φθορισμού ακτίνων Χ αντικατοπτρίζει τις υδροκλιματικές αλλαγές.
Παράλληλα, η καταγραφή της λίμνης Nar μέσω του δ18O παρέχει πληροφορίες για την ποσότητα και τη μεταβλητότητα της βροχόπτωσης, ενώ αυξημένες αιολικές εισροές στη λίμνη Neor συνδέονται με ξηρές περιόδους, όπως υποδεικνύουν οι καταγραφές Ti (Luterbacher & Xoplaki, 2019; Xoplaki et al., 2021).
Επιπλέον, τα αρχεία δ13C των σταλαγμιτών από τα σπήλαια Uzuntarla και Kocain, καθώς και τα αρχεία δ18O από τα σπήλαια Soreq και Kuna Ba, παρουσιάζουν διακυμάνσεις υγρασίας που σχετίζονται με τη βροχόπτωση. Ωστόσο, οι διαφορετικές κλιματικές ζώνες στις οποίες βρίσκονται τα σπήλαια οδηγούν σε ασυνέπειες μεταξύ των αρχείων υγρασίας τους, οι οποίες μπορεί να επιδεινώνονται λόγω χρονολογικών αβεβαιοτήτων που φτάνουν έως και αρκετές δεκαετίες.

Οι κλιματολογικές συνθήκες κατά την πρώτη χιλιετία παρουσιάζουν ενδιαφέρουσες μεταβολές που επηρέασαν την Ανατολική Μεσόγειο και τις γύρω περιοχές. Κατά τους δύο πρώτους αιώνες, επικράτησαν ζεστές και υγρές συνθήκες, ευνοώντας την ανάπτυξη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν μια σταδιακή πορεία προς ξηρότερες συνθήκες κατά τους πρώτους έξι αιώνες, με εξαιρέσεις, όπως η απότομη υγρή περίοδος του τέταρτου αιώνα στη λίμνη Nar. Κατά τη Μεσαιωνική Κλιματική Ανωμαλία (ΜCA, 950-1250), η περιοχή γνώρισε αυξημένη υγρασία και ήπιες κλιματολογικές συνθήκες, γεγονός που ευνόησε τις τοπικές κοινωνίες μέχρι τον δωδέκατο αιώνα, οπότε και παρατηρήθηκε απότομη ξήρανση. Η μεταβατική περίοδος προς τη Μικρή Εποχή των Παγετώνων (1400-1850) χαρακτηρίστηκε από έντονη υδροκλιματολογική μεταβλητότητα, ενώ οι τελευταίοι δύο αιώνες αυτής της περιόδου ήταν ψυχρότεροι και βροχερότεροι. Η λίμνη Neor κατέγραψε το τελευταίο μεγάλο γεγονός ατμοσφαιρικής σκόνης μέχρι τη δεκαετία του 1930, ενώ η λίμνη Nar παρουσίασε έναν υγρό εικοστό αιώνα, επηρεασμένο από τους μουσώνες της Ινδίας και την ταλάντωση του Βόρειου Ατλαντικού (Xoplaki et al., 2001).
Πρόσφατες αλλαγές
Θερμοκρασία
Οι παρατηρούμενες κλιματικές αλλαγές των τελευταίων 120 ετών υποδεικνύουν μια έντονη αύξηση της θερμοκρασίας (Εικόνα 3.3, αριστερό πλαίσιο), που σχετίζεται κυρίως με τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες και τις αυξημένες συγκεντρώσεις αερίων του θερμοκηπίου. Αυτή η αύξηση έχει επιταχυνθεί ιδιαίτερα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, φτάνοντας περίπου τους 1,4°C-1,5°C σε σύγκριση με τις αρχές του 20ού αιώνα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης είναι η έρημος Σαχάρα, όπου η θερμοκρασία της επιφάνειας αυξήθηκε με ρυθμό δύο έως τέσσερις φορές μεγαλύτερο από τη μέση τροπική θερμοκρασία κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, λόγω του φαινομένου ενίσχυσης της ερήμου. Παρόμοιες αυξήσεις έχουν καταγραφεί σε πολλές περιοχές της ΕΜΜΕ (Ανατολική Μεσόγειος και Μέση Ανατολή), συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως η Ελλάδα, η Αίγυπτος, η Τουρκία, το Ισραήλ και άλλες.
Οι τάσεις αυτές δεν είναι ομοιόμορφες, καθώς επηρεάζονται από διάφορους παράγοντες, όπως γεωγραφικά χαρακτηριστικά, δεδομένα που χρησιμοποιούνται στις αναλύσεις, εποχές και χρονικές περιόδους. Ωστόσο, οι μελέτες δείχνουν θετικές τάσεις της θερμοκρασίας που κυμαίνονται από 0,1°C έως 0,6°C ανά δεκαετία στις περισσότερες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου, της Τουρκίας, της Ελλάδας, του Ισραήλ, της Ιορδανίας, του Λιβάνου, της Αραβικής Χερσονήσου και άλλων. Αυτές οι αλλαγές οφείλονται σε ένα σύμπλεγμα παγκόσμιων και τοπικών διεργασιών, όπως η εσωτερική μεταβλητότητα του κλίματος, οι αλληλεπιδράσεις ξηράς-ατμόσφαιρας και ξηράς-θάλασσας, καθώς και η αστικοποίηση και οι αλλαγές στη χρήση γης (Xoplaki et al., 2016).

Η ανάλυση δείχνει ότι η περιοχή EMME θερμαίνεται με ρυθμό 0,45 °C ανά δεκαετία για την περίοδο 1981-2019, σχεδόν διπλάσιο από τον παγκόσμιο μέσο όρο (0,27 °C ανά δεκαετία) για την ίδια περίοδο. Αυτή η τάση βασίζεται στα δεδομένα της Μονάδας Κλιματικής Έρευνας του Πανεπιστημίου East Anglia (CRU-TS4.04). Σε μακροχρόνια βάση (1901- 2019), οι παγκόσμιες και περιφερειακές τάσεις θερμοκρασίας είναι παρόμοιες (0,11 °C ανά δεκαετία). Ωστόσο, τα τελευταία 40 χρόνια, η EMME και η Ευρώπη παρουσιάζουν τις ισχυρότερες τάσεις αύξησης θερμοκρασίας (0,45 °C και 0,41 °C ανά δεκαετία αντίστοιχα), ενώ περιοχές στο νότιο ημισφαίριο, όπως η Νότια Αμερική και η Αυστραλία, θερμαίνονται με βραδύτερο ρυθμό.
Οι αλλαγές στις μέσες συνθήκες θερμοκρασίας, καθώς και η αυξημένη συχνότητα και ένταση των ακραίων φαινομένων, όπως οι σοβαροί καύσωνες, αποτελούν σημαντική ένδειξη της ανθρώπινης επίδρασης στο κλίμα. Οι καλοκαιρινές θερμοκρασίες παρουσιάζουν ταχύτερη αύξηση σε σύγκριση με τη μέση ετήσια θέρμανση, ενώ παρατηρείται επίσης αύξηση σε άλλους τύπους ακραίων φαινομένων, όπως οι έντονες βροχοπτώσεις. Η επιστημονική κοινότητα εκφράζει μεγάλη εμπιστοσύνη στη σύνδεση αυτών των αλλαγών με την ανθρώπινη δραστηριότητα.
Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια έντονη αύξηση στη συχνότητα, την ένταση και τη διάρκεια των ακραίων καιρικών φαινομένων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η τάση για κύματα καύσωνα, με τη σωρευτική θερμότητα να αυξάνεται κατά 50% ανά δεκαετία στη Μέση Ανατολή, μια από τις υψηλότερες τιμές παγκοσμίως. Πολλές περιοχές κατέγραψαν ρεκόρ θερμοκρασιών τα τελευταία χρόνια. Στην Κύπρο, η θερμοκρασία έφτασε τους 46,2°C στην Αθαλάσσα στις 4 Σεπτεμβρίου 2020, η υψηλότερη που έχει καταγραφεί ποτέ στο νησί. Παρόμοια ρεκόρ σημειώθηκαν σε χώρες όπως η Συρία, η Ιορδανία, ο Λίβανος και το Ισραήλ κατά τη διάρκεια του ίδιου καύσωνα.
Στην Ευρώπη, η Σικελία κατέγραψε τη θερμοκρασία-ρεκόρ των 48,8°C στις 11 Αυγούστου 2021, ενώ λίγες μέρες νωρίτερα, στη βόρεια Ελλάδα, καταγράφηκαν 47,1°C. Στον Κουβέιτ, η πόλη Nawasib έφτασε τους 53,2°C το καλοκαίρι του 2021, ενώ το 2016 στο Mitribah του Κουβέιτ σημειώθηκε η ασύλληπτη θερμοκρασία των 54°C. Το καλοκαίρι του 2017, το Ahwaz στο νοτιοδυτικό Ιράν κατέγραψε 53,7°C.
Στις άνυδρες περιοχές της Αραβικής Χερσονήσου και του ανατολικού Ιράν, οι θερμοκρασίες της επιφάνειας της γης ξεπέρασαν συχνά τους 60°C, ενώ το 2018 παρατηρήθηκε η παγκόσμια υψηλότερη θερμοκρασία επιφάνειας γης των 80,8°C στην έρημο Lut στο Ιράν. Επιπλέον, ο Περσικός Κόλπος βίωσε ακραίες θερμοκρασίες στην επιφάνεια της θάλασσας, με κορύφωση τους 37,6°C στον κόλπο του Κουβέιτ στις 30 Ιουλίου 2020. Αν και τα ακραία φαινόμενα ψύχους παρουσιάζουν επίσης τάσεις θέρμανσης, αυτές είναι λιγότερο έντονες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες τάσεις για ακραία ζέστη (Ntoumos et al., 2020; Yosef et al., 2019).
Βροχόπτωση
Οι μεταβολές στον υδρολογικό κύκλο και οι τάσεις στις βροχοπτώσεις παρουσιάζουν ενδιαφέροντα δεδομένα για την περιοχή EMME. Παρά το γεγονός ότι η φυσική μεταβλητότητα του κλίματος παραμένει ο κύριος παράγοντας που επηρεάζει τις αλλαγές μεταξύ ξηρών και υγρών περιόδων, ο αντίκτυπος της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Συγκεκριμένα, οι παρατηρήσεις δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει βιώσει μείωση στις βροχοπτώσεις κατά την περίοδο 1950-2018. Ωστόσο, τα τελευταία 30 χρόνια αυτής της περιόδου σημειώνεται μια θετική τάση, υποδεικνύοντας ενδεχόμενη σταδιακή ανάκαμψη ή προσωρινή μεταβολή. Παρά το γεγονός αυτό, η γενική εικόνα για την περιοχή EMME δείχνει μείωση της μέσης βροχόπτωσης, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των υγρών εποχών του έτους.
Αντίθετα, στη νότια Αραβική Χερσόνησο έχουν καταγραφεί αυξήσεις στις βροχοπτώσεις τόσο στις ψυχρές όσο και στις θερμές εποχές, υποδεικνύοντας διαφοροποιήσεις στις τάσεις ανάλογα με τη γεωγραφική τοποθεσία. Παρόμοια πτωτική τάση στις βροχοπτώσεις παρατηρείται και σε άλλες περιοχές μεσογειακού τύπου κλίματος στον κόσμο, γεγονός που συνδέεται με τις γενικές κλιματικές αλλαγές που επηρεάζουν τα υποτροπικά κλίματα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με τις τάσεις θερμοκρασίας που είναι συχνά στατιστικά σημαντικές, οι περιφερειακές τάσεις βροχόπτωσης παρουσιάζουν μεγαλύτερη αβεβαιότητα (Deitch et al., 2017).
Οι ξηρασίες στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και του Λεβάντε αποτελούν ένα αυξανόμενο και ανησυχητικό φαινόμενο, με έντονα κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά αποτελέσματα. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η συχνότητα και η ένταση αυτών των φαινομένων έχουν αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, γεγονός που αποδίδεται εν μέρει στις ανθρώπινες δραστηριότητες και την κλιματική αλλαγή. Στη Μεσόγειο, παρατηρείται ιδιαίτερα έντονη αύξηση στις γεωργικές και οικολογικές ξηρασίες, όπως επισημαίνει και η έκθεση του IPCC (2021). Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτών των φαινομένων είναι αισθητές σε πολλές χώρες της περιοχής, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις μεγάλες ξηρασίες που επηρέασαν τα νότια Βαλκάνια, την Κύπρο, την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν. Τα γεγονότα αυτά δεν περιορίζονται μόνο σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αλλά παρουσιάζουν μια τάση που διαρκεί για χρόνια. Ειδικότερα, οι πολυετείς ξηρασίες στη Μέση Ανατολή, όπως αυτές που επηρέασαν τη Συρία και το Ιράκ κατά την περίοδο 2007-2008 ή το νοτιοανατολικό Ιράν από το 1999 έως το 2002, αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα της σοβαρότητας του προβλήματος.
Η παρατηρούμενη αύξηση στα ακραία γεγονότα βροχόπτωσης σε ορισμένες περιοχές της Μεσογείου, παρά τη γενική μείωση των συνολικών βροχοπτώσεων, είναι ένα φαινόμενο που σχετίζεται με πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις κλιματικών συστημάτων. Στη Μέση Ανατολή, οι τροπικές-εξωτροπικές αλληλεπιδράσεις, όπως οι κοιλότητες της Ερυθράς Θάλασσας και οι αλλαγές στην κυκλοφορία του πολικού πίδακα, παίζουν σημαντικό ρόλο. Επιπλέον, οι στρατοσφαιρικές ροές στροβιλισμού και η έντονη μεταφορά υγρασίας ενισχύουν αυτά τα φαινόμενα. Η επίδραση της πίεσης ακτινοβολίας σκόνης και η μετατόπιση της Ζώνη Διατροπικής Σύγκλισης ITCZ προς τα βόρεια επηρεάζουν επίσης τις βροχοπτώσεις, κυρίως στη νοτιοδυτική Αραβική Χερσόνησο και τη νότια Ασία. Αυτά τα φαινόμενα εμφανίζονται συχνότερα την άνοιξη και μπορούν να οδηγήσουν σε καταρρακτώδεις βροχές με σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, όπως πλημμύρες, απώλειες ζωών, αλλά και ευεργετικές επιδράσεις στην αναπλήρωση πόρων γλυκού νερού. Ωστόσο, η ανάλυση αυτών των γεγονότων είναι δύσκολη λόγω της χρονικής μεταβλητότητας και του τοπικού χαρακτήρα τους. Οι τάσεις δεν είναι πάντα στατιστικά σημαντικές, καθώς επηρεάζονται από τον χαμηλό λόγο σήματος προς θόρυβο και την επιλεγμένη διάρκεια της περιόδου μελέτης (Rashki, Kaskaoutis, et al., 2013).
Μελλοντικό κλίμα
Θερμοκρασία – Μέσες τιμές και ακραία φαινόμενα
Η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή προβλέπεται να αντιμετωπίσει σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια του εικοστού πρώτου αιώνα, σύμφωνα με τις περιφερειακές κλιματικές προβλέψεις CORDEX-CORE (εικόνα 4.1). Τα παγκόσμια και περιφερειακά μοντέλα δείχνουν ότι η αύξηση αυτή θα είναι ταχύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Συγκεκριμένα, για κάθε βαθμό υπερθέρμανσης του πλανήτη, τμήματα της περιοχής αναμένεται να βιώσουν αύξηση θερμοκρασίας κατά 1.4°C-1.8°C(Cramer et al., 2018; Zittis et al., 2019).

Οι προβλέψεις των δύο σεναρίων είναι παρόμοιες μέχρι τη δεκαετία του 2030, αλλά από εκεί και έπειτα αποκλίνουν σημαντικά. Στο τέλος του αιώνα, η εξάπλωση των μοντέλων είναι πιο έντονη για το RCP8.5, δείχνοντας διαφορετική ευαισθησία των μοντέλων στην πίεση των αερίων του θερμοκηπίου. Για την εκτίμηση των επιπέδων θέρμανσης από την προβιομηχανική εποχή, περίπου 0.8°C πρέπει να προστεθούν στις προβλεπόμενες τιμές.
Οι προβλεπόμενες μεταβολές της ετήσιας θερμοκρασίας κοντά στην επιφάνεια, όπως παρουσιάζονται στην εικόνα 4.2, υποδεικνύουν σημαντικές αλλαγές για τις εξεταζόμενες διαδρομές και χρονικούς ορίζοντες, δηλαδή για το μέσο και το τέλος του 21ου αιώνα. Το σήμα μεταβολής της θερμοκρασίας είναι μεγαλύτερο από τη διαχρονική μεταβλητότητα της περιόδου αναφοράς, με τα υποδείγματα να δείχνουν υψηλή ευρωστία, ιδίως για το σενάριο RCP8.5.
Το σενάριο RCP2.6 προβλέπει μια πιο ομοιόμορφη περιφερειακή θέρμανση, η οποία πιθανότατα δεν θα υπερβεί τον 1.5°C σε σχέση με την περίοδο αναφοράς 1986–2005 στις περισσότερες περιοχές. Αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 2°C–2.5°C από την προβιομηχανική εποχή. Ωστόσο, ορισμένες ορεινές περιοχές, όπως τα βουνά Zagros, ενδέχεται να βιώσουν μεγαλύτερη αύξηση της θερμοκρασίας μέχρι τα μέσα του αιώνα.
Αντίθετα, το σενάριο RCP8.5 προβλέπει ισχυρή ετήσια αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2°C–3°C για τη δεκαετία του 2050, η οποία αναμένεται να φτάσει τους 5°C–6°C μέχρι το τέλος του αιώνα σε σχέση με την περίοδο 1986–2005. Σε σύγκριση με την προβιομηχανική περίοδο, η αύξηση μπορεί να υπερβεί τους 6°C. Οι ορεινές περιοχές αναμένεται να βιώσουν ισχυρότερη αύξηση της θερμοκρασίας λόγω της μειωμένης χιονοκάλυψης και των μεταβολών στη θετική κλιματική ανάδραση χιονιού-λευκαύγειας, κάτι που είναι πιο εμφανές κατά τη χειμερινή και εαρινή περίοδο.
Επιπλέον, το ηπειρωτικό τμήμα της Αραβικής Χερσονήσου προβλέπεται να βιώσει έντονη θέρμανση, ιδίως προς το τέλος του αιώνα σύμφωνα με το σενάριο RCP8.5.

Η αύξηση της θερμοκρασίας κατά τη θερινή περίοδο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής (EMME) αναμένεται να είναι ιδιαίτερα έντονη, με προβλέψεις που φτάνουν έως και 6°C–8°C. Αυτό το φαινόμενο συνδέεται με την αλληλεπίδραση μεταξύ γης και ατμόσφαιρας, καθώς και με τις ανατροφοδοτήσεις του υδρολογικού κύκλου. Η μείωση των βροχοπτώσεων και της περιεκτικότητας του εδάφους σε νερό περιορίζει την εξάτμιση, οδηγώντας σε αύξηση της θερμοκρασίας κοντά στην επιφάνεια. Επιπλέον, η δημιουργία και επέκταση θερμικών χαμηλών, όπως το θερμικό χαμηλό των μουσώνων της Ινδίας/Πακιστάν, συμβάλλουν σημαντικά σε αυτή την έντονη θέρμανση. Αυτά τα φαινόμενα προβλέπεται να επεκταθούν προς τη Δυτική Μεσόγειο και να συνδυαστούν με το θερμικό χαμηλό της Σαχάρας, ενισχύοντας περαιτέρω την αύξηση της θερμοκρασίας. Οι προβλέψεις για την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου είναι συνεπείς τόσο στα σύνολα μοντέλων CMIP5 όσο και CMIP6, υποδεικνύοντας παρόμοια τάση για ενίσχυση της θερινής θέρμανσης (Cos et al., 2022).
Οι προβλέψεις για τις θερμοκρασίες στο μέλλον, βάσει των σεναρίων RCP8.5 και RCP2.6, δείχνουν σημαντικές αλλαγές στην κλιματική κατάσταση της περιοχής (εικόνα 4.3). Σύμφωνα με το σενάριο RCP8.5, μέχρι το τέλος του αιώνα, οι θερμοκρασίες θα είναι κατά μέσο όρο υψηλότερες κατά +5°C, ενώ τα ψυχρότερα χρόνια του μέλλοντος θα συγκρίνονται με τα θερμότερα χρόνια της ιστορικής περιόδου. Επιπλέον, η κατανομή της θερμοκρασίας προβλέπεται να αποκτήσει πιο πλατυκουρτικό σχήμα, υποδηλώνοντας αυξημένη μεταβλητότητα και έντονα ακραία φαινόμενα.

Αντίθετα, το αισιόδοξο σενάριο RCP2.6 προβλέπει ηπιότερες αλλαγές (1°C–1.5°C) καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα, με τις θερμοκρασίες των θερμότερων χρόνων να ξεπερνούν σημαντικά τις ιστορικές τιμές. Στα μέσα του αιώνα, οι προβλέψεις για το RCP8.5 είναι ενδιάμεσες, με αύξηση θερμοκρασίας 2°C–2.5°C. Συνολικά, αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν την ανάγκη για προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες και λήψη μέτρων για τον περιορισμό των επιπτώσεων.
Οι προηγούμενες εθνικές και περιφερειακές αξιολογήσεις για την περιοχή έχουν δώσει σημαντικά δεδομένα που συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό με την επικαιροποιημένη ανάλυση. Παρά τις πιθανές διαφορές στα μοντέλα, τις οδούς ή τα σενάρια που χρησιμοποιήθηκαν, οι προβλεπόμενες τάσεις θερμοκρασίας και οι δείκτες θέρμανσης παρουσιάζουν παρόμοια αποτελέσματα. Η σύγκριση μεταξύ των προβλέψεων που βασίζονται στα RCP και των Shared Socio-economic Pathways (SSP), όπως αναφέρονται στην τελευταία έκθεση της IPCC (2021), καταδεικνύει μια ελαφρώς υψηλότερη αύξηση της θερμοκρασίας στα πιο εξελιγμένα μοντέλα SSP (CMIP6). Αυτή η διαφορά είναι πιο έντονη προς το τέλος του αιώνα, ειδικά σε σενάρια υψηλών εκπομπών, και αντικατοπτρίζεται επίσης σε δείκτες ακραίας ζέστης, όπως η συχνότητα των καυσώνων και οι τροπικές νύχτες.
Η περιοχή EMME χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη τάση αύξησης της θερμοκρασίας, όπου οι ημέρες προβλέπεται να θερμανθούν πιο έντονα από τις νύχτες. Σε αντίθεση με άλλες γεωγραφικές ζώνες μεταξύ 30-46° Β, όπου οι ελάχιστες και μέγιστες θερμοκρασίες αυξάνονται με παρόμοιο ρυθμό ή οι ελάχιστες θερμοκρασίες αυξάνονται πιο έντονα, η ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου αναμένεται να βιώσει μεγαλύτερη αύξηση στις μέγιστες θερμοκρασίες. Ειδικότερα, κάτω από σενάρια υψηλών εκπομπών, η έντονη αύξηση της θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια της θερμής περιόδου προβλέπεται να εντείνει τις ακραίες συνθήκες θερμότητας, αυξάνοντας τη συχνότητα, τη διάρκεια και την ένταση των κυμάτων καύσωνα. Αυτή η εντατικοποίηση της θερμικής καταπόνησης έχει προκαλέσει σημαντικό ενδιαφέρον, με πολλές περιφερειακές μελέτες να εξετάζουν ακραίους δείκτες θερμοκρασίας, ορισμούς καύσωνα και ποικίλες πηγές κλιματικών δεδομένων για την καλύτερη κατανόηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεων αυτών των φαινομένων (Tebaldi et al., 2021).
Οι εξαιρετικά ζεστοί καλοκαιρινοί μήνες που στο παρελθόν εμφανίζονταν σπάνια, προβλέπεται να γίνουν όλο και πιο συνηθισμένοι καθώς προχωράμε προς τα μέσα του αιώνα. Για την πόλη της Αθήνας, οι ιστορικοί καύσωνες που εμφανίζονταν μία φορά κάθε 20 χρόνια αναμένεται να συμβαίνουν μία φορά κάθε 5 χρόνια υπό το σενάριο αύξησης της θερμοκρασίας κατά 1.5°C. Σε περίπτωση που η θερμοκρασία αυξηθεί κατά 3°C, τέτοια φαινόμενα προβλέπεται να γίνονται ετήσια. Στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, οι εξαιρετικοί καύσωνες που έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια του αιώνα αυτού, ενδέχεται να αποτελέσουν τον κανόνα μέχρι το τέλος του αιώνα. Συγκριτικά με τα σημερινά δεδομένα, τα ακραία χαρακτηριστικά των καυσώνων στην περιοχή προβλέπεται να αυξηθούν σημαντικά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες. Οι προβλέψεις για το μέλλον δείχνουν μια ανησυχητική αύξηση των επεισοδίων καύσωνα, με τον αριθμό τους να πολλαπλασιάζεται κατά 3-6 φορές, ενώ η έντασή τους αναμένεται να αυξηθεί κατά 6°C-7°C. Η διάρκεια αυτών των φαινομένων, ιδίως των πιο ακραίων, μπορεί να φτάσει από εβδομάδες έως και μήνες. Σενάρια υψηλών εκπομπών υποδεικνύουν ότι, μέχρι το τέλος του αιώνα, το 80% των πυκνοκατοικημένων πόλεων της περιοχής EMME θα βιώνουν καύσωνες για πάνω από το μισό της θερμής περιόδου. Επιπλέον, η αύξηση στον αριθμό των τροπικών νυχτών αναμένεται να ξεπεράσει το 60% σε ορισμένα τμήματα της περιοχής, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις κοινωνίες και τα οικοσυστήματα. Στη Μέση Ανατολή και την περιοχή του Κόλπου, οι μέγιστες θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια ακραίων κυμάτων καύσωνα ενδέχεται να υπερβούν τους 56°C, καθιστώντας τις συνθήκες ιδιαίτερα δύσκολες για την ανθρώπινη ζωή και το περιβάλλον (Zittis et al., 2016).
Οι εκτιμήσεις των μοντέλων που παρουσιάζονται είναι συντηρητικές, καθώς δεν λαμβάνουν υπόψη το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας (UHI). Η προσθήκη 3°C-4°C, που μπορεί να προκύψει από το UHI, ενδέχεται να καταστήσει ορισμένα τμήματα της περιοχής ακατοίκητα κατά τη διάρκεια της θερμής περιόδου. Αυτό θα επηρεάσει όχι μόνο τους ανθρώπους αλλά και ζώα ανθεκτικά στη ζέστη, όπως οι καμήλες. Επιπλέον, οι επικίνδυνες συνθήκες θερμικής καταπόνησης, κυρίως στην Αραβική Χερσόνησο, έχουν αυξηθεί σε συχνότητα κατά 10%-20% λόγω της άρδευσης και της επακόλουθης αύξησης της υγρασίας στην ατμόσφαιρα. Οι συνέπειες αναμένεται να είναι εκτεταμένες, επηρεάζοντας τη δημόσια υγεία, την ισορροπία μεταξύ νερού, ενέργειας και τροφίμων, καθώς και άλλους κοινωνικοοικονομικούς τομείς.
Οι υπολογισμοί που αφορούν τον δείκτη θερμότητας, ο οποίος συνδυάζει την υψηλή θερμοκρασία και την υγρασία, δείχνουν ότι ορισμένες περιοχές ενδέχεται να φτάσουν σε επίπεδα θερμοκρασίας που είναι κρίσιμα για την ανθρώπινη επιβίωση. Αυτό μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις σε γεγονότα μαζικής συγκέντρωσης, όπως το Χατζ στη Μέκκα, όπου οι ακραίες συνθήκες ζέστης μπορεί να προκαλέσουν έντονο θερμικό στρες στους προσκυνητές. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η συχνότητα και η ένταση του φαινομένου αυτού ενδέχεται να αυξηθούν στο μέλλον, ανεξαρτήτως του αν θα υπάρξουν μέτρα μετριασμού ή όχι. Οι συνέπειες για την υγεία των συμμετεχόντων μπορεί να είναι σημαντικές και απαιτούν προσεκτική διαχείριση και σχεδιασμό για την αντιμετώπιση των προκλήσεων αυτών.
Οι θαλάσσια καύσωνες (MHWs) αποτελούν ακραία φαινόμενα υπερθέρμανσης των ωκεανών, που επηρεάζουν σοβαρά τα θαλάσσια οικοσυστήματα και την αλιεία. Επιπλέον, μπορούν να ενισχύσουν τους ατμοσφαιρικούς καύσωνες, μειώνοντας την ψυκτική επίδραση των γύρω θαλασσών και περιορίζοντας τους μηχανισμούς ψύξης, όπως η αύρα ξηράς-θάλασσας. Οι μελλοντικές προβλέψεις για τα MHWs δείχνουν ότι στη Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένων των ανατολικών τμημάτων, αυτά τα φαινόμενα θα γίνουν πιο συχνά και έντονα. Μέχρι το τέλος του αιώνα, αναμένεται να εμφανίζεται τουλάχιστον ένα μακράς διαρκείας MHW κάθε χρόνο, με διάρκεια αρκετές εβδομάδες και ένταση περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερη από τα σημερινά γεγονότα. Επιπλέον, η αύξηση της θερμοκρασίας της επιφάνειας της θάλασσας πάνω από την Αραβική Θάλασσα μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις αλληλεπιδράσεις θάλασσας- ατμόσφαιρας, την κυκλωνική δραστηριότητα, την γενική ατμοσφαιρική κυκλοφορία, καθώς και την κλιματολογία των ανέμων και της δραστηριότητας σκόνης στην περιοχή (Zittis, Hadjinicolaou, et al., 2021).
Οι ακραίες καιρικές συνθήκες με έντονο ψύχος αναμένεται να μειωθούν σημαντικά στην περιοχή, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας, της Τουρκίας και του Ιράν. Σύμφωνα με ένα μέτριο σενάριο θέρμανσης, οι νύχτες παγετού ενδέχεται να μειωθούν κατά 50-60 ημέρες κάθε χρόνο. Επιπλέον, οι παγετώνες στις ορεινές περιοχές, όπως η Ανατολία, ο Καύκασος, τα βουνά Alborz και Zagros, προβλέπεται να χάσουν τη μάζα τους με ταχύ ρυθμό κατά τον 21ο αιώνα, ακόμη και υπό συνθήκες χαμηλής θέρμανσης (RCP2.6). Υπό τις συνθήκες υψηλής θέρμανσης (RCP8.5), είναι πιθανό να εξαφανιστούν πλήρως μέχρι το 2100 (Hock et al., 2019).
Βροχόπτωση – Μέσες τιμές και ακραία φαινόμενα
Η υπερθέρμανση του πλανήτη έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ατμοσφαιρική κυκλοφορία και τις βροχοπτώσεις στη Μεσόγειο. Η επέκταση των Hadley Cell και η μετατόπιση των δυτικών ανέμων προς τους πόλους επηρεάζουν άμεσα τις βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια της περιόδους υψηλών βροχοπτώσεων με περίπου το 85% της μείωσης να αποδίδεται σε αυτές τις αλλαγές. Ειδικά στην Ανατολική Μεσόγειο, η ξήρανση της περιοχής συνδέεται με την αυξημένη θερμοκρασία πάνω από την ξηρά. Οι ετήσιες ανωμαλίες στις βροχοπτώσεις για την περιοχή EMME καταγράφονται και παρουσιάζονται σε σχετική ανάλυση, όπως φαίνεται στην εικόνα 4.4.

Η διαχρονική μεταβλητότητα στις βροχοπτώσεις και η εξάπλωση των υποδειγμάτων είναι πιο έντονες σε σχέση με τη θερμοκρασία, γεγονός που καταδεικνύει την αυξημένη αβεβαιότητα στις προβλέψεις για τις βροχοπτώσεις. Σύμφωνα με το σενάριο RCP2.6, δεν αναμένεται σημαντική αλλαγή στις βροχοπτώσεις. Αντίθετα, το σενάριο RCP8.5 προβλέπει μείωση των βροχοπτώσεων κατά 10%-20% έως το τέλος του αιώνα. Για την Ανατολική Μεσόγειο, αυτές οι εκτιμήσεις είναι σε συμφωνία με άλλες μελέτες, υποδεικνύοντας ότι ο μέσος ρυθμός μείωσης των χερσαίων βροχοπτώσεων σε όλη τη Μεσόγειο είναι περίπου 4% ανά βαθμό υπερθέρμανσης του πλανήτη. Παρά τη γενική τάση προς ξήρανση, ορισμένα έτη ενδέχεται να παρουσιάσουν μεγαλύτερη ή μικρότερη υγρασία σε σχέση με τις σημερινές μέσες συνθήκες, λόγω της αυξημένης μεταβλητότητας και των αλλαγών στη θερμοδυναμική της ατμόσφαιρας και στους παράγοντες κυκλοφορίας.
Οι προβολές των κλιματικών μοντέλων CMIP5 και CMIP6 παρουσιάζουν ενδιαφέρουσες διαφορές όσον αφορά τις μελλοντικές αλλαγές στις βροχοπτώσεις, ειδικά σε σενάρια υψηλών εκπομπών. Ενώ τα μοντέλα CMIP5 υποδεικνύουν μείωση των βροχοπτώσεων κατά μέσο όρο, τα μοντέλα CMIP6 προβλέπουν αύξηση της τάξης του 10%-20% μέχρι το τέλος του εικοστού πρώτου αιώνα. Αυτή η αύξηση φαίνεται να επικεντρώνεται κυρίως πάνω από την Αραβική Χερσόνησο και τις νότιες περιοχές της EMME, ενώ η Ανατολική Μεσόγειος δεν παρουσιάζει αντίστοιχες αλλαγές (Zittis, Bruggeman, & Lelieveld, 2021).
Οι διαφορές μεταξύ των δύο συνόλων μοντέλων είναι ιδιαίτερα εμφανείς σε υψηλότερα επίπεδα θέρμανσης, όπως τα 4°C. Στα επίπεδα αυτά, το CMIP5 προβλέπει μείωση της μέσης βροχόπτωσης στην περιοχή EMME περίπου -7%, ενώ το CMIP6 αντιθέτως προτείνει αύξηση της ίδιας τάξης μεγέθους. Αυτές οι διαφορές φαίνεται να πηγάζουν από πιο έντονες αυξήσεις των βροχοπτώσεων στις νότιες περιοχές της EMME.
Αυτά τα ευρήματα έχουν σημαντικές συνέπειες για τους υδάτινους πόρους της περιοχής και καθιστούν αναγκαία τη λεπτομερή διερεύνηση των χαρακτηριστικών των βροχοπτώσεων, όπως η εποχικότητα και η ένταση. Επιπλέον, απαιτείται περαιτέρω ανάλυση για την κατανόηση των περιφερειακών αντιδράσεων στους συνοπτικούς και θερμοδυναμικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις βροχοπτώσεις. Οι αλλαγές αυτές είναι κρίσιμες για τον σχεδιασμό στρατηγικών προσαρμογής και διαχείρισης των υδάτινων πόρων στις περιοχές που επηρεάζονται.

Οι ετήσιες μεταβολές των βροχοπτώσεων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής (EMME) παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με το σενάριο εκπομπών και τον χρονικό ορίζοντα (εικόνα 4.6). Σύμφωνα με το σενάριο RCP2.6, οι αλλαγές στις βροχοπτώσεις είναι περιορισμένες, κυμαινόμενες γύρω από ±10%, με αυξήσεις να παρατηρούνται κυρίως στα νότια και νοτιοανατολικά της περιοχής. Ωστόσο, τα επίπεδα σημαντικότητας και ευρωστίας είναι χαμηλά, γεγονός που υποδεικνύει ότι οι αλλαγές αυτές ενδέχεται να εμπίπτουν στη φυσική μεταβλητότητα του κλίματος (Zittis, Bruggeman, & Lelieveld, 2021).
Αντίθετα, στο σενάριο RCP8.5, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά προς το τέλος του αιώνα. Ειδικότερα, οι περιοχές κοντά στη Μεσόγειο Θάλασσα, όπως η Ελλάδα, η Τουρκία, η Κύπρος, ο Λίβανος, το Ισραήλ, η Παλαιστίνη και η βόρεια Αίγυπτος, αναμένεται να αντιμετωπίσουν σημαντική μείωση των βροχοπτώσεων, που μπορεί να φτάσει το 20%-40%. Αντίθετα, στις νότιες περιοχές, όπως τμήματα της Αραβικής Χερσονήσου και της νότιας Αιγύπτου, προβλέπονται αυξήσεις στις βροχοπτώσεις έως και 50%. Παρόλο που η ποσοστιαία αύξηση είναι μεγάλη, τα συνολικά ποσά βροχόπτωσης σε αυτές τις περιοχές παραμένουν χαμηλά.
Η εποχιακή κατανομή των αλλαγών δείχνει ότι οι αυξήσεις στις νότιες περιοχές θα σημειωθούν κυρίως κατά τις μεταβατικές περιόδους της άνοιξης και του φθινοπώρου. Αυτό συνδέεται με την εποχιακή μετατόπιση της Ζώνης Διεθρώπης Σύγκλισης (ITCZ). Επιπλέον, η συμβολή των πιο βροχερών ημερών στο ετήσιο σύνολο βροχοπτώσεων αναμένεται να αυξηθεί, υποδεικνύοντας πιθανή ένταση των ακραίων φαινομένων βροχόπτωσης.

Η κλιματική αλλαγή και οι επιπτώσεις της στην ξηρασία αποτελούν ένα σημαντικό θέμα που απασχολεί την επιστημονική κοινότητα και τις κυβερνήσεις παγκοσμίως. Σύμφωνα με μελέτες, η περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής αναμένεται να αντιμετωπίσει αυξημένη σοβαρότητα και διάρκεια ξηρασιών στο μέλλον, επηρεάζοντας τόσο το περιβάλλον όσο και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ειδικότερα, ο δείκτης ξηρασίας, που υπολογίζει την ισορροπία μεταξύ βροχοπτώσεων και εξατμισοδιαπνοής, προβλέπεται να αυξηθεί έως 50% για το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου. Στη Μέση Ανατολή, οι ξηρές περίοδοι αναμένεται να διαρκούν έως και 90% περισσότερο σε περίπου 80% της περιοχής. Αυτές οι αλλαγές θα έχουν σημαντικές συνέπειες για την γεωργία, τους υδάτινους πόρους και τη βιοποικιλότητα. Πιο συγκεκριμένα, στις χώρες όπως το Ισραήλ και η Κύπρος, οι προβλέψεις δείχνουν αύξηση του αριθμού των διαδοχικών ξηρών ημερών κατά 20-40 ημέρες ετησίως. Στην Κύπρο, η ξηρή περίοδος του έτους αναμένεται να επεκταθεί κατά έναν έως δύο μήνες μέχρι το 2100. Αυτή η εξέλιξη συνδέεται με τη μείωση των υγρών περιόδων και την αύξηση της συχνότητας των Περσικών Κοιλοτήτων, καθώς και με την προβλεπόμενη μείωση της εμφάνισης των Χαμηλών Τιμών. Οι αλλαγές αυτές είναι πιο έντονες όταν λαμβάνεται υπόψη η συνεργική επίδραση της θερμοκρασίας. Οι υψηλές θερμοκρασίες ενισχύουν την σοβαρότητα των ξηρασιών, οδηγώντας σε αύξηση κατά 20%-40% στο ποσοστό των ξηρών ετών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τιμές αυτές υπερβαίνουν το 40%, προκαλώντας διπλασιασμό της σημερινής αναλογίας.
Οι ακραίες βροχοπτώσεις προβλέπεται να αυξηθούν λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη, καθώς η συγκέντρωση υδρατμών στην ατμόσφαιρα ενισχύεται κατά 6%-7% για κάθε βαθμό αύξησης της θερμοκρασίας. Στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής (EMME), οι μεταβολές στις βροχοπτώσεις είναι διττές: ενώ οι ασθενείς και μέτριες βροχοπτώσεις πιθανώς θα μειωθούν, τα ακραία φαινόμενα αναμένεται να γίνουν πιο συχνά και έντονα.
Παρά τις αβεβαιότητες στις προβλέψεις, η κλιματική αλλαγή φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ακραίων βροχοπτώσεων στην περιοχή. Στην Εύφορη Ημισέληνο, εκτός από τις νοτιοανατολικές ακτές της Μεσογείου, οι εξαιρετικά υγρές ημέρες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 25% μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα, ειδικά στο σενάριο RCP8.5. Επιπλέον, τα συστήματα μεταφοράς μεσοκλίμακας πάνω από τη νότια Αραβική Χερσόνησο, που συχνά συνδέονται με έντονες βροχοπτώσεις, αναμένεται να έχουν ακόμη μεγαλύτερες επιπτώσεις σε ένα θερμότερο κλίμα (Zittis, Bruggeman, & Lelieveld, 2021).
Οι προβλέψεις των παγκόσμιων κλιματικών μοντέλων για τα ημι-άνυδρα και άνυδρα τμήματα της περιοχής EMME υποδεικνύουν σημαντικές αλλαγές στις ακραίες βροχοπτώσεις. Συγκεκριμένα, αναμένεται αύξηση της έντασης των ακραίων βροχοπτώσεων κατά 5%-10% ανά βαθμό υπερθέρμανσης του πλανήτη, για την περίοδο 2070-2099 σύμφωνα με το σενάριο RCP8.5. Αυτή η εξέλιξη θέτει υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή υπόθεση της κλιματικής στασιμότητας, η οποία συχνά χρησιμοποιείται για τον σχεδιασμό υποδομών βάσει ακραίων ποσοτικών βροχοπτώσεων. Επιπλέον, οι προβλέψεις δείχνουν ότι η πιο υγρή ημέρα του έτους θα συνεισφέρει μεγαλύτερο ποσοστό στις συνολικές ετήσιες βροχοπτώσεις, γεγονός που θα επηρεάσει την κατανομή της βροχόπτωσης στην περιοχή της Μεσογείου. Οι κλιματικές τάσεις παρουσιάζουν έντονη διαφοροποίηση μεταξύ βόρειας και νότιας Μεσογείου, με αύξηση των ακραίων βροχοπτώσεων στη βόρεια περιοχή και μείωση στη νότια.
Η κλιματική αλλαγή και η ανθρώπινη παρέμβαση στους υδάτινους πόρους φαίνεται να επηρεάζουν σημαντικά την κατάσταση των ποταμών που εκβάλλουν στη Μεσόγειο. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, η πλειονότητα αυτών των ποταμών θα αντιμετωπίσει δραστικές μειώσεις στη φυσική τους ροή κατά τον 21ο αιώνα, κυρίως λόγω της μείωσης των βροχοπτώσεων. Μια πιθανή εξαίρεση είναι ο Νείλος, καθώς οι υδάτινοι πόροι του προέρχονται από τροπικές περιοχές όπου αναμένεται αύξηση των βροχοπτώσεων (Zittis, Bruggeman, & Lelieveld, 2021).
Ειδικότερα, η Εύφορη Ημισέληνος, περιοχή γνωστή για τη γεωργική της παραγωγή και την ιστορική της σημασία, προβλέπεται να αντιμετωπίσει σοβαρή ξηρασία μέχρι το τέλος του αιώνα. Οι ποταμοί Ευφράτης και Ιορδάνης θα δουν σημαντική μείωση στη ροή τους, με εκτιμώμενη πτώση κατά 29%-73% και 82%-98% αντίστοιχα. Επιπλέον, η κατασκευή φραγμάτων από τη δεκαετία του 1970 έχει ήδη αλλάξει το καθεστώς απόρριψης του Ευφράτη, ενώ η φυσική του ροή αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω, φτάνοντας έως και το 70% σε σενάρια έντονης θέρμανσης.
Άλλοι μετεωρολογικοί παράμετροι
Ατμοσφαιρική ροή
Η υπερθέρμανση του πλανήτη επηρεάζει σημαντικά την ατμοσφαιρική κυκλοφορία και τις καιρικές συνθήκες στη Μεσόγειο. Συγκεκριμένα, η επέκταση της κυκλοφορίας των κυττάρων Hadley και η μετατόπιση των δυτικών ανέμων προς τους πόλους δημιουργούν ανατολικές ανωμαλίες ανέμου στα μέσα γεωγραφικά πλάτη. Αυτές οι αλλαγές έχουν ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της σύγκλισης υγρασίας, που παραδοσιακά προκαλείται από τους δυτικούς ανέμους, οδηγώντας σε ξηρότερες συνθήκες στην περιοχή. Όσον αφορά τους κυκλώνες, παρατηρείται γενικά μείωση του αριθμού τους στη Μεσόγειο, ειδικά υπό τις μελλοντικές συνθήκες κλιματικής αλλαγής. Παρόλα αυτά, υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως στην περιοχή του Λεβάντε και της Αραβικής Χερσονήσου, όπου τα κλιματικά μοντέλα προβλέπουν αύξηση του αριθμού των κυκλώνων. Η μείωση των βροχοπτώσεων κατά τη μεσογειακή υγρή περίοδο σχετίζεται άμεσα με αυτές τις αλλαγές στην ατμοσφαιρική κυκλοφορία (Hochman et al., 2018).
Η Ανατολική Μεσόγειος, σύμφωνα με τις κλιματικές προβλέψεις, αντιμετωπίζει σημαντικές αλλαγές λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας και της ξηρασίας. Οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν την ατμοσφαιρική κυκλοφορία και τα τοπικά καιρικά φαινόμενα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εξασθένηση των χαμηλών επιπέδων της Κύπρου, που συνήθως αναπτύσσονται στη λεκάνη της Λεβαντίνης. Αυτή η εξασθένηση προβλέπεται να γίνει πιο έντονη προς το τέλος του εικοστού πρώτου αιώνα. Παράλληλα, οι αυξήσεις στις περσικές γούρνες και τις γούρνες της Ερυθράς Θάλασσας μπορεί να μετριάσουν εν μέρει τις επιπτώσεις, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Ωστόσο, αυτά τα συστήματα πιθανόν να είναι λιγότερο δραστήρια όσον αφορά τις βροχοπτώσεις. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι οι μεσογειακοί τροπικοί κυκλώνες ή Medicanes, οι οποίοι επηρεάζουν περιοχές όπως η Ελλάδα. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι η συχνότητα αυτών των φαινομένων θα μειωθεί, αλλά η έντασή τους θα αυξηθεί. Επιπλέον, οι εποχικές αλλαγές αναμένεται να είναι αισθητές μέχρι τον εικοστό πρώτο αιώνα. Η χειμερινή περίοδος, που χαρακτηρίζεται από βροχοπτώσεις, μπορεί να μειωθεί κατά 2 μήνες, ενώ το καλοκαίρι, που είναι θερμό και ξηρό, μπορεί να επιμηκυνθεί έως και 5 μήνες.
Άνεμοι κοντά στην επιφάνεια
Οι αλλαγές στις ταχύτητες του ανέμου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής (EMME) παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη γεωγραφική θέση και την εποχή. Σύμφωνα με ένα ενδιάμεσο κλιματικό σενάριο, οι βόρειες περιοχές, όπως τα νότια Βαλκάνια και η Ανατολία, αναμένεται να βιώσουν μείωση στις ταχύτητες του ανέμου κατά τη διάρκεια του χειμώνα, περίπου κατά 10%, ενώ το καλοκαίρι προβλέπονται αυξήσεις παρόμοιου μεγέθους. Αντίθετα, οι νότιες περιοχές της EMME θα παρουσιάσουν διαφορετική συμπεριφορά. Οι ταχύτητες του ανέμου προβλέπεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ενώ οι αλλαγές το καλοκαίρι θα είναι σχετικά μικρές. Ωστόσο, μια αξιοσημείωτη εξαίρεση παρατηρείται στο νότιο τμήμα της Αραβικής Χερσονήσου, συμπεριλαμβανομένων της Υεμένης και του Ομάν. Σε αυτές τις περιοχές, οι ταχύτητες του ανέμου αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά, περίπου κατά 10%, ειδικά κατά τη θερινή περίοδο. Η αύξηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επηρεάζει τις εστίες σκόνης από τις ερήμους της νότιας Αραβικής Χερσονήσου, όπως η Rub-Al Khali και η έρημος του Ομάν. Οι αυξημένες ταχύτητες ανέμου ενδέχεται να ενισχύσουν τη μεταφορά σκόνης προς την Αραβική Θάλασσα, γεγονός που έχει επιβεβαιωθεί και από την παραγωγή μοντέλων CMIP6 (Nissen et al., 2014).
Οι αλλαγές στις κλιματικές συνθήκες της Ανατολικής Μεσογείου προβλέπεται να επηρεάσουν σημαντικά την ταχύτητα του ανέμου και τα χαρακτηριστικά των κυμάτων στην περιοχή. Συγκεκριμένα, οι υπεράκτιες ταχύτητες ανέμου αναμένεται να μειωθούν έως και 10%, με αποτέλεσμα τη γενική μείωση του μέσου ύψους κύματος, καθώς και τη συχνότητα και την ένταση των ακραίων κυμάτων, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση παρατηρείται στο Αιγαίο Πέλαγος, όπου οι ετήσιοι άνεμοι, οι οποίοι είναι πιο έντονοι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, προβλέπεται να αυξηθούν στο μέλλον. Παρόμοια αύξηση της ταχύτητας του ανέμου αναμένεται και κατά μήκος της δυτικής ακτής της Αραβικής Θάλασσας, με προβλεπόμενη αύξηση της τάξης του 5%-10% μέχρι το τέλος του αιώνα. Οι αλλαγές αυτές θα έχουν ευρύτερες επιπτώσεις, όπως στη δραστηριότητα της αιολικής σκόνης και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Χαρακτηριστικά, στην Κρήτη προβλέπεται αύξηση της παραγωγής αιολικής ενέργειας κατά το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, ενώ στο νησί της Κύπρου αναμένεται μείωση της παραγωγής αιολικής ενέργειας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Επιπλέον, παρατηρείται συνολική μείωση στις ημέρες ανεμοθύελλας σε μεγάλο μέρος της περιοχής EMME (Ανατολική Μεσόγειος και Μέση Ανατολή), η οποία αποδίδεται στη μείωση των τοπικών κυκλωνικών φαινομένων (Nissen et al., 2014).
Συνολική νεφοκάλυψη
Η προβλεπόμενη επέκταση του κυττάρου Hadley προς τους πόλους αναμένεται να επηρεάσει τη νεφοκάλυψη και την παραγωγή φωτοβολταϊκής ενέργειας στην περιοχή της Μεσογείου και της Αραβικής Χερσονήσου. Στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, προβλέπεται μείωση της νεφοκάλυψης κατά 5%-10%, ιδιαίτερα στις βόρειες χώρες του EMME, με το φαινόμενο να είναι πιο έντονο υπό υψηλές κλιματικές οδούς και προς το τέλος του αιώνα. Στην Αραβική Χερσόνησο, οι αλλαγές στη μέση νέφωση θα είναι μικρές και ασήμαντες, αλλά η αύξηση κατά 5% στη μεταβλητότητα της νέφωσης μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή φωτοβολταϊκής ενέργειας, με διπλασιασμό των καλοκαιρινών ημερών χαμηλής παραγωγής. Στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως στην Κύπρο, προβλέπεται ελαφρά μείωση της παραγωγικότητας των φωτοβολταϊκών κατά την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο μέχρι το τέλος του αιώνα, ενώ κατά τον χειμώνα δεν αναμένονται σημαντικές αλλαγές (IPCC, 2013).
Σχετική υγρασία
Η σχετική υγρασία της ατμόσφαιρας αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ευημερία των οικοσυστημάτων και την ανθρώπινη άνεση, ειδικά στην περιοχή της EMME. Στην περιοχή του Κόλπου, τα ζεστά και ρηχά νερά συνεισφέρουν μεγάλες ποσότητες υγρασίας. Ωστόσο, οι αλλαγές στο κλίμα και στην ατμοσφαιρική κυκλοφορία επηρεάζουν τη σχετική υγρασία με έντονες εποχιακές μεταβολές. Κατά τη χειμερινή περίοδο, τα κλιματικά μοντέλα δείχνουν μια ήπια μείωση της σχετικής υγρασίας έως και 5% σε ολόκληρη την περιοχή. Αντίθετα, το καλοκαίρι προβλέπεται πιο αισθητή και στατιστικά σημαντική μείωση της σχετικής υγρασίας στα βόρεια τμήματα της EMME, όπως τα Βαλκάνια και η Ανατολία, φτάνοντας έως και 10%. Στον νότο, που περιλαμβάνει την Αραβική Χερσόνησο και την περιοχή του Κόλπου, η σχετική υγρασία αναμένεται να αυξηθεί έως και 5%. Αυτή η αύξηση της υγρασίας στον νότο μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω θερμική δυσφορία και καταπόνηση, επηρεάζοντας ενδεχομένως δραστηριότητες όπως οι μεταφορές λόγω μειωμένης ορατότητας. Οι αλλαγές αυτές στη σχετική υγρασία προβλέπεται να γίνουν πιο έντονες προς το τέλος του αιώνα (Collins et al., 2013).
Κλιματικές αλλαγές
Το σύστημα ταξινόμησης Köppen-Geiger αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα εργαλεία για την κατηγοριοποίηση των κλιματικών ζωνών, καθώς βασίζεται στη συσχέτιση του κλίματος με τη βλάστηση και τα οικοσυστήματα. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, οι μεταβολές στη θερμοκρασία και τις βροχοπτώσεις, καθώς και η εποχιακή τους κατανομή, μπορούν να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στις κλιματικές συνθήκες μιας περιοχής.
Για την περίοδο 1986–2005, το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής EMME χαρακτηρίζεται ως θερμή έρημος (BWh) ή στέπα (BSh), καλύπτοντας περίπου το 75% της περιοχής. Αυτές οι κλιματικές ζώνες περιλαμβάνουν κυρίως την Αραβική Χερσόνησο και τη Βόρεια Αφρική. Από την άλλη πλευρά, οι χερσόνησοι των Βαλκανίων και της Ανατολίας, καθώς και περιοχές της Εύφορης Ημισελήνου, παρουσιάζουν θερμά εύκρατα κλίματα με διάφορες υποκατηγορίες. Τα βορειότερα τμήματα αυτών των περιοχών εμφανίζουν ψυχρότερα κλίματα.

Οι περιοχές που αναφέρονται στο κείμενο αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις λόγω της κλιματικής αλλαγής. Σήμερα, περίπου το 18% της επιφάνειας καλύπτεται από συγκεκριμένες κλιματικές ζώνες, ενώ το 7% χαρακτηρίζεται από κλίματα χιονιού, τα οποία εντοπίζονται κυρίως σε υψηλά υψόμετρα, όπως στα βουνά του Ταύρου, του Καυκάσου, του Alborz και του Zagros. Ωστόσο, οι προβλέψεις δείχνουν ότι αυτές οι ζώνες θα μειωθούν δραματικά.
Σύμφωνα με το σενάριο υψηλών εκπομπών (RCP8.5), μέχρι το τέλος του αιώνα, οι ξηρές ζώνες (BWh και BSh) θα επεκταθούν προς βορρά κατά 5%, επηρεάζοντας περιοχές όπως η Κύπρος, η ανατολική Ελλάδα και η Τουρκία, που σήμερα έχουν εύκρατα κλίματα. Αυτή η αλλαγή θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και στη γεωργία των περιοχών αυτών.
Επιπλέον, τα κλίματα χιονιού (Df και Ds) προβλέπεται να μειωθούν σε ποσοστό λιγότερο από 2% της περιοχής EMME. Αυτή η μείωση θα επηρεάσει σημαντικά τους υδάτινους πόρους, ιδιαίτερα σε περιοχές που εξαρτώνται από τη χιονοκάλυψη για την παροχή νερού κατά τη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης.
Αντίθετα, στο σενάριο RCP2.6, που προβλέπει ηπιότερη αύξηση της θερμοκρασίας και μικρότερες μεταβολές στις βροχοπτώσεις, οι αλλαγές στα κλιματικά χαρακτηριστικά της περιοχής θα είναι λιγότερο έντονες.
Περιφερειακή άνοδος της στάθμης της θάλασσας
Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας αποτελεί μια από τις πιο ανησυχητικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, με σοβαρές επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι κύριοι παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτή την τάση περιλαμβάνουν τη θερμική διαστολή των ωκεανών, την απώλεια μάζας από παγετώνες και πάγους της Γροιλανδίας και της Ανταρκτικής, καθώς και τις κάθετες κινήσεις της γης.
Η μέση ετήσια αύξηση της στάθμης της θάλασσας για την περίοδο 1993-2018 υπολογίζεται στα 3,1 ± 0,3 mm, με τη θερμική διαστολή να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα (42%). Οι παγετώνες και οι πάγοι της Γροιλανδίας και της Ανταρκτικής συνεισφέρουν επίσης σημαντικά, με ποσοστά 21%, 15% και 8% αντίστοιχα. Αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί λόγω της υψηλής αδράνειας του συστήματος, ενώ οι ενδείξεις αποσταθεροποίησης των πάγων της Ανταρκτικής αυξάνουν την πιθανότητα επιτάχυνσης αυτής της διαδικασίας στο μέλλον.
Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στις παράκτιες περιοχές, επηρεάζοντας οικισμούς, υποδομές, γεωργικές εκτάσεις και μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς. Ειδικά στη Μεσόγειο, η οποία αποτελεί μια περιοχή έντονης εκμετάλλευσης των υδροφορέων, οι αλλαγές αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν την ποιότητα του νερού, καθώς και την ασφάλεια των παράκτιων υποδομών.
Οι περιφερειακές διαφορές στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας θα καθοριστούν από ποικίλους παράγοντες όπως η θερμική διαστολή, η δυναμική των ωκεανών, οι απώλειες μάζας πάγου, οι κάθετες κινήσεις της γης και το πεδίο βαρύτητας. Στη Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο, οι αλλαγές αυτές αναμένεται να είναι ιδιαίτερα έντονες(Mazi et al., 2014).
Αραβικός (Περσικός) Κόλπος
Ο Αραβικός Κόλπος αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα υδάτινα σώματα στον πλανήτη, τόσο λόγω της γεωγραφικής του θέσης όσο και λόγω των ιδιαίτερων περιβαλλοντικών του χαρακτηριστικών. Βρίσκεται στις υποτροπικές περιοχές μεταξύ 24°Β και 30°Β γεωγραφικού πλάτους και 48°Α και 57°Α γεωγραφικού μήκους, και θεωρείται βιογεωγραφική υποεπαρχία του βορειοδυτικού Ινδικού Ωκεανού. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του Κόλπου είναι το μέσο βάθος του, το οποίο φτάνει μόλις τα 50 μέτρα, καθιστώντας τον σχετικά ρηχό σε σύγκριση με άλλες θάλασσες.
Επιπλέον, η περιοχή αυτή είναι γνωστή για τις εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες της επιφάνειας της θάλασσας κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Συγκεκριμένα, οι θερμοκρασίες τον Αύγουστο συχνά υπερβαίνουν τους 35°C, γεγονός που καθιστά τον Αραβικό Κόλπο την θερμότερη θάλασσα στον πλανήτη για αυτήν την περίοδο. Η αύξηση της θερμοκρασίας της επιφάνειας της θάλασσας είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται έντονα στην περιοχή, με ρυθμό αύξησης 0,7°C ανά δεκαετία κατά μήκος της δυτικής πλευράς του Κόλπου. Αυτός ο ρυθμός υπερβαίνει σημαντικά την ετήσια υπερθέρμανση του πλανήτη από την προβιομηχανική εποχή, υποδεικνύοντας την ευαισθησία της περιοχής στις κλιματικές αλλαγές. Επιπλέον, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας (SLR) αποτελεί ένα άλλο σημαντικό φαινόμενο που παρατηρείται στον Αραβικό Κόλπο. Για μια περίοδο άνω των 28 ετών (1979-2007), εκτιμήθηκε μια σχετική άνοδος της στάθμης της θάλασσας της τάξης των 2,2 ± 0,5 mm ανά έτος για το βορειοδυτικό τμήμα του Κόλπου. Μετά την εξέταση της κατακόρυφης κίνησης του εδάφους, η απόλυτη άνοδος για την ίδια περίοδο υπολογίζεται σε 1,5 ± 0,8 mm ανά έτος, τιμή που είναι συνεπής με την παγκόσμια εκτίμηση των 1,9 ± 0,1 mm ανά έτος.
Η ανάλυση των παλιρροιακών δεδομένων από επτά σταθμούς στη δυτική ακτή του Αραβικού Κόλπου στη Σαουδική Αραβία έδειξε ότι η στάθμη της θάλασσας αυξήθηκε με ρυθμό 3,4 ± 0,98 mm ετησίως κατά την περίοδο 1979-2008. Πρόσφατες μετρήσεις για την περίοδο 1993-2019 καταγράφουν έναν μέσο ρυθμό ανόδου της στάθμης της θάλασσας (SLR) στα 2,85 mm ετησίως.
Προβλέψεις για το μέλλον, βασισμένες στο μοντέλο SimCLIM και σε δεδομένα από τα κλιματικά μοντέλα CMIP5, δείχνουν ότι η περιφερειακή μέση στάθμη της θάλασσας θα αυξηθεί σημαντικά έως το τέλος του αιώνα. Τα περισσότερα μοντέλα προβλέπουν άνοδο μεταξύ 100 και 130 cm. Ωστόσο, πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, που χρησιμοποιούν δεδομένα από τα μοντέλα CMIP6 και μια νεότερη περίοδο αναφοράς, υποδεικνύουν συντηρητικότερες αυξήσεις (πίνακας 4.1). Σε ακραία σενάρια, η άνοδος της στάθμης πιθανότατα δεν θα ξεπεράσει το 1 μέτρο (Irani et al 2017).

Μεσόγειος Θάλασσα
Η Μεσόγειος Θάλασσα είναι ένα μοναδικό υδάτινο σώμα που επηρεάζεται από γεωγραφικούς, κλιματικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Βρίσκεται ανάμεσα στη Νότια Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, ενώ συνδέεται με τον Ατλαντικό Ωκεανό μέσω του στενού του Γιβραλτάρ. Το μέσο βάθος της είναι περίπου 1.5 χιλιόμετρα, αν και σε ορισμένα σημεία ξεπερνά τα 5 χιλιόμετρα.
Η εισροή νερού από τον Ατλαντικό αντισταθμίζει την απώλεια που προκαλείται από την υπερβολική εξάτμιση, η οποία είναι έντονη λόγω του θερμού κλίματος της περιοχής. Παράλληλα, η στάθμη της θάλασσας στη Μεσόγειο έχει παρατηρηθεί να αυξάνεται με ρυθμό 2,8 ± 0,1 χιλιοστά ανά έτος για την περίοδο 1993-2018, σύμφωνα με δορυφορικές μετρήσεις. Αυτή η αύξηση είναι συνεπής με την παγκόσμια άνοδο της στάθμης της θάλασσας, η οποία ανέρχεται σε 3,1± 0,4 χιλιοστά ανά έτος.
Οι προβλέψεις για τη μελλοντική άνοδο της στάθμης της θάλασσας δείχνουν ότι η Μεσόγειος θα ακολουθήσει παρόμοια πορεία με την παγκόσμια μέση. Εκτιμάται ότι έως το 2100 η στάθμη θα αυξηθεί κατά 20-90 εκατοστά σε σύγκριση με το τέλος του 20ού αιώνα, ενώ υπάρχει μικρή πιθανότητα να ξεπεράσει τα 110 εκατοστά. Τα κλιματικά μοντέλα CMIP6 υποδεικνύουν ότι οι αυξήσεις θα περιοριστούν στα 0.1 μέτρα για τις χαμηλές εκπομπές (SSP1-2.6), αλλά για υψηλές εκπομπές (SSP5-8.5), η άνοδος μπορεί να υπερβεί τα 0.7 μέτρα μέχρι το τέλος του αιώνα.
Αυτές οι αλλαγές προκαλούν ανησυχία για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, καθώς ο εγκλωβισμός του φαινομένου θα συνεχιστεί για πολλούς αιώνες, χωρίς δυνατότητα μετριασμού. Επιπλέον, τα ακραία φαινόμενα της στάθμης της θάλασσας, όπως κύματα καταιγίδας και παλίρροιες, αναμένεται να αυξηθούν στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, γεγονότα που στο παρελθόν συνέβαιναν κάθε 100 χρόνια μπορεί να γίνουν ετήσια ή ακόμα πιο συχνά (Oppenheimer et al., 2019).
Ερυθρά Θάλασσα
Η Ερυθρά Θάλασσα αποτελεί ένα μοναδικό υδάτινο σώμα που βρίσκεται μεταξύ της αφρικανικής και της ασιατικής ηπείρου, με κατεύθυνση από τα βόρεια-βορειοδυτικά προς τα νότια-νοτιοανατολικά. Με μήκος περίπου 2.000 χλμ., μέσο πλάτος 280 χλμ. και μέσο βάθος 500 μ., η Ερυθρά Θάλασσα είναι μια ημίκλειστη λεκάνη που χαρακτηρίζεται από υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι και θερμοκρασία. Αυτά τα χαρακτηριστικά οφείλονται στους υψηλούς ρυθμούς εξάτμισης και στις πολύ χαμηλές βροχοπτώσεις που σημειώνονται στην περιοχή.
Η στάθμη της θάλασσας στην Ερυθρά Θάλασσα επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ανταλλαγή υδάτων με τον Κόλπο του Άντεν. Η μεταβλητότητα της στάθμης έχει αποτελέσει αντικείμενο αρκετών επιστημονικών μελετών, οι οποίες έχουν διερευνήσει την ετήσια διακύμανση, τον εποχιακό κύκλο και την κυκλοφορία σε συγκεκριμένες τοποθεσίες. Μια πρόσφατη έρευνα που βασίστηκε σε δορυφορικά δεδομένα υψομετρίας για την περίοδο 1993-2020, αποκάλυψε σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη μεταβλητότητα της στάθμης της θάλασσας στην περιοχή.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, η μέση ετήσια άνοδος της στάθμης της θάλασσας εκτιμήθηκε στα 3.88 mm/έτος από το 1993 έως σήμερα, ενώ παρατηρήθηκε ταχύτερος ρυθμός ανόδου (6.40 mm/έτος) όταν τα δεδομένα περιορίστηκαν στην περίοδο από το 2000 έως σήμερα. Αυτή η αύξηση συνδέεται με τη Νότια Ταλάντωση του El-Nino, η οποία επηρεάζει τις διακυμάνσεις της στάθμης της θάλασσας μεταξύ των ετών.
Παρά τη σπουδαιότητα της Ερυθράς Θάλασσας, οι διαθέσιμες εκτιμήσεις για τον εικοστό πρώτο αιώνα είναι περιορισμένες, καθώς η περιοχή δεν έχει επιλυθεί πλήρως στα παγκόσμια μοντέλα του συστήματος της Γης. Ωστόσο, οι προβλέψεις για την άνοδο της στάθμης της θάλασσας (SLR) υποδεικνύουν αύξηση κατά 15.2 cm, 17.0 cm και 34.5 cm για τα σενάρια RCP2.6, RCP4.5 και RCP8.5 αντίστοιχα (Abdulla & Al-Subhi, 2021).
Ειδικά θέματα
Η αλληλεπίδραση μεταξύ ατμοσφαιρικής σύνθεσης και κλίματος
Η υπερθέρμανση του πλανήτη έχει σοβαρές συνέπειες στις άγονες και ημι-άνυδρες περιοχές της Μέσης Ανατολής, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στην κλιματική αλλαγή λόγω της φυσικής γεωγραφίας και των ατμοσφαιρικών συνθηκών τους. Μελέτες έχουν εντοπίσει τη δραστηριότητα της σκόνης ως κύριο παράγοντα υποβάθμισης της ποιότητας του αέρα στην περιοχή. Οι νότιες αραβικές έρημοι, οι ιρακινές πεδιάδες και περιοχές του νοτιοανατολικού Ιράν θεωρούνται σημαντικές πηγές σκόνης, που συμβάλλουν στην ατμοσφαιρική ρύπανση. Στην εικόνα 5.1 απεικονίζει την υψηλή συμβολή των σωματιδίων με διάμετρο μικρότερη από 2.5 μικρόμετρα (PM2.5). Η χημική ανάλυση της αερομεταφερόμενης σκόνης είναι κρίσιμη για την καταγραφή των εκπομπών, την κατανομή των πηγών, τη μοντελοποίηση του κλίματος και τη στρατηγική μείωσης της ρύπανσης.
Η μείωση των βροχοπτώσεων και της εξατμισοδιαπνοής έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της βλάστησης, αυξάνοντας τη γυμνή επιφάνεια που είναι πιο ευάλωτη στην αιολική διάβρωση. Αυτό οδηγεί σε ενίσχυση της δραστηριότητας σκόνης και αύξηση των καταιγίδων σκόνης σε συχνότητα και ένταση. Επιπλέον, οι προβλέψεις για τον εικοστό πρώτο αιώνα δείχνουν αυξημένη συχνότητα ημερών της Ερυθράς Θάλασσας, γεγονός που συσχετίζεται με θύελλες σκόνης στη Μέση Ανατολή.
Η Μέση Ανατολή αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις που σχετίζονται με τη ρύπανση και τα αερολύματα, καθώς συνυπάρχουν φυσικές και ανθρωπογενείς πηγές. Η περιοχή EMME προβλέπεται να επηρεαστεί έντονα από την αύξηση της θερμοκρασίας και τις μεταβολές στις βροχοπτώσεις, οδηγώντας σε αυξημένη εξατμισοδιαπνοή, έλλειψη γλυκού νερού και επέκταση των ερημικών περιοχών λόγω της αποξήρανσης των υδάτινων περιοχών. Αυτές οι συνθήκες πιθανότατα θα ενισχύσουν τις εκπομπές σκόνης, καθώς οι αποξηραμένες λίμνες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στην αιολική διάβρωση. Επιπλέον, το αλατούχο υλικό που παραμένει στο έδαφος μετά την αποξήρανση των λιμνών μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις σωματιδίων αερολυμάτων και να προκαλέσει καταιγίδες αλατούχου σκόνης, με αρνητικές συνέπειες για τη βλάστηση και την ανθρώπινη υγεία. Δεδομένου ότι η αιολική σκόνη αποτελεί τον κυρίαρχο τύπο αερολύματος στην περιοχή, οι μελλοντικές τάσεις πιθανότατα θα εξαρτηθούν από αλλαγές στις μετεωρολογικές διεργασίες, όπως οι ξηρασίες και οι άνεμοι. Επιπρόσθετα, τα μοτίβα τηλεσύνδεσης μεγάλης κλίμακας φαίνεται να επηρεάζουν την ατμοσφαιρική δυναμική και τη δραστηριότητα σκόνης στη Μέση Ανατολή (Elhacham & Alpert, 2020).

Η περιοχή EMME αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις όσον αφορά τη ρύπανση του αέρα και την κλιματική αλλαγή, με τις προβλεπόμενες αυξήσεις στον πληθυσμό, την οικονομική ανάπτυξη και την εκβιομηχάνιση να επιδεινώνουν την κατάσταση. Η έλλειψη σημαντικών μέτρων για τη μείωση των εκπομπών ρύπων, όπως το NO2, το SO2 και τα PM2.5, καθώς και η απουσία αποθείωσης, εντείνουν τις επιπτώσεις στην ποιότητα του αέρα και την υπερθέρμανση του πλανήτη. Ειδικά ο Περσικός Κόλπος αποτελεί σημείο έντονης φωτοχημικής αιθαλομίχλης και τροποσφαιρικής ρύπανσης O3, ενώ καταγράφει τις υψηλότερες συγκεντρώσεις θειικού άλατος σε θαλάσσιες περιοχές. Η εκστρατεία AQABA (Air Quality and climate change in the Arabian BAsin) του 2017 έπαιξε σημαντικό ρόλο στη βελτίωση της κατανόησης της ατμοσφαιρικής χημείας στην περιοχή, εστιάζοντας σε πηγές και αντιδράσεις υδρογονανθράκων εκτός μεθανίου, στη χημεία του όζοντος, στις εκπομπές NOx και σε άλλα κρίσιμα στοιχεία.
Η σκέδαση και η απορρόφηση της ηλιακής ακτινοβολίας από τα ατμοσφαιρικά αερολύματα, όπως η σκόνη και η αιθάλη, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τον ένταση της ακτινοβολίας, την ατμοσφαιρική σταθερότητα και τις ροές θερμότητας. Αυτές οι διαδικασίες μπορούν να τροποποιήσουν τον σχηματισμό νεφών, τη μικροφυσική τους (όπως το λευκαύγεια, η κατανομή μεγέθους σταγονιδίων και η διάρκεια ζωής των νεφών) και τις βροχοπτώσεις.
Σε σχέση με την περιοχή EMME, οι έμμεσες κλιματικές επιπτώσεις των αερολυμάτων και των ιχνοαερίων έχουν μελετηθεί εκτενώς, ιδίως σε ό,τι αφορά τις ιδιότητες των νεφών και τις διαδικασίες κατακρήμνισης. Σε παγκόσμια κλίμακα, η σκόνη της ερήμου έχει εκτιμηθεί ότι ασκεί ένταση ακτινοβολίας στην κορυφή της ατμόσφαιρας (top of atmosphere, TOA) που κυμαίνεται από -0.6 έως 0.4 Wm−2. Ωστόσο, στην περιοχή EMME, η επίδραση είναι πιο έντονη λόγω της υψηλής ανακλαστικότητας της επιφάνειας και του αυξημένου φορτίου αερολύματος, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο. Οι μελέτες που έχουν διεξαχθεί για τη δύναμη ακτινοβολίας από τη σκόνη πάνω από την περιοχή EMME καταδεικνύουν σημαντική ψύξη στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια έντονων ροών σκόνης (Klingmüller et al., 2020).
Η επίδραση των αερολυμάτων στην ατμοσφαιρική θερμοκρασία είναι σημαντική, ιδιαίτερα όταν αυτά αναμιγνύονται με σωματίδια σκόνης. Η απορρόφηση φωτός από τα αερολύματα, όπως η αιθάλη, μπορεί να οδηγήσει σε ατμοσφαιρική θέρμανση, επηρεάζοντας τη θερμοκρασία στην κατώτερη ατμόσφαιρα με ρυθμούς που κυμαίνονται από 0.1 °C έως 0.9 °C ανά ημέρα. Επιπλέον, η πρόσληψη οξέων από την αέρια φάση από τα αλκαλικά σωματίδια σκόνης επηρεάζει την ατμοσφαιρική χημεία, μειώνοντας τα νιτρικά και τον σχηματισμό νιτρικού αμμωνίου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της διάρκειας ζωής των σωματιδίων σκόνης και την ενίσχυση της απομάκρυνσης μέσω των νεφών. Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ σκόνης, ρύπανσης και νεφών επηρεάζουν τη συμπύκνωση νερού στα νέφη, οδηγώντας σε μεγαλύτερη ένταση ακτινοβολίας, η οποία ενισχύει τη θέρμανση του πλανήτη.
Τα αερολύματα σκόνης έχουν σημαντική επίδραση στο τοπικό κλίμα, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή. Η απορρόφηση αυτών των σωματιδίων προκαλεί διαβατική θέρμανση στην κατώτερη ατμόσφαιρα, οδηγώντας σε σταθεροποίηση της περιοχής και στη δημιουργία «δεξαμενών ρύπανσης». Μέσω αριθμητικών μοντέλων, έχει εκτιμηθεί η ακτινοβολιακή επίδραση των αερολυμάτων, τόσο στα βραχέα όσο και στα μακρά κύματα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η σκέδαση του φωτός από τη σκόνη προκαλεί ψύξη κατά τη διάρκεια της ημέρας και θέρμανση κατά τη διάρκεια της νύχτας, επηρεάζοντας την ισορροπία μεταξύ Γης και ατμόσφαιρας. Αυτές οι αλλαγές επηρεάζουν τοπικές κλιματικές παραμέτρους, όπως η θερμοκρασία, ο άνεμος και οι βροχοπτώσεις. Για παράδειγμα, μια σοβαρή καταιγίδα σκόνης στην Αραβία τον Μάρτιο του 2009 μείωσε τη θερμοκρασία στην περιοχή του Ριάντ κατά περίπου 6°C. Παρομοίως, μια άλλη καταιγίδα τον Μάρτιο του 2012 προκάλεσε μείωση της επιφανειακής θερμοκρασίας κατά 6.7°C στη Μέση Ανατολή (Klingmüller et al., 2020).
Η σκόνη στην ατμόσφαιρα παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κλιματικού συστήματος στη Νότια Ασία, ειδικά μέσω της αλληλεπίδρασής της με την ακτινοβολία και την κυκλοφορία των μουσώνων. Οι μελέτες δείχνουν ότι η αυξημένη απορρόφηση ακτινοβολίας από τα στρώματα σκόνης πάνω από την Αραβική Θάλασσα ενισχύει την κυκλωνικότητα και επηρεάζει την κλίση πίεσης στον βόρειο Ινδικό Ωκεανό. Αυτό οδηγεί σε ενίσχυση της νοτιοδυτικής καλοκαιρινής ροής μουσώνων και σε αύξηση των βροχοπτώσεων στη δυτική και κεντρική Ινδία. Αλλαγές στη δραστηριότητα της σκόνης ή στην ικανότητά της να απορροφά ακτινοβολία μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στους ρυθμούς βροχόπτωσης και στην κατανομή τους, επηρεάζοντας το κλίμα σε ευρύτερη περιοχή.
Οι αλλαγές πίεσης μεταξύ της Κασπίας Θάλασσας και της οροσειράς Hindu Kush-Pamir έχουν σημαντική επίδραση στους ανέμους και στη δραστηριότητα σκόνης στα ανατολικά τμήματα του Ιράν. Οι εποχιακοί άνεμοι Levar, γνωστοί και ως “120 ημερών”, πνέουν έντονα από τα μέσα Μαΐου έως τα μέσα Σεπτεμβρίου, επηρεάζοντας τον καιρό και τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής. Οι θερμότερες συνθήκες και η απερήμωση στην Κεντρική Ασία επηρεάζουν την Κασπία Θάλασσα, η οποία με τη σειρά της ρυθμίζει τη δραστηριότητα του ανέμου και της σκόνης Levar.
Επιπλέον, δορυφορικά δεδομένα υψηλής ανάλυσης και επιτόπιες παρατηρήσεις χρησιμοποιούνται για να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις της σκόνης στην ατμοσφαιρική ακτινοβολία κατά τη διάρκεια έντονων καταιγίδων σκόνης πάνω από τη νότια Αραβική Χερσόνησο. Η σκόνη μειώνει την εισερχόμενη ηλιακή ακτινοβολία, ενώ η πίεση ακτινοβολίας που προκαλείται από αυτή ενισχύει την κυκλωνικότητα λόγω της θέρμανσης της χαμηλότερης ατμόσφαιρας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε νέες καταιγίδες σκόνης και σχηματισμό σύννεφων μεταφοράς.
Τέλος, επισημαίνεται ότι τα περιφερειακά κλιματικά μοντέλα συχνά δεν λαμβάνουν υπόψη τις ανατροφοδοτήσεις ακτινοβολίας που σχετίζονται με τη σκόνη της ερήμου και άλλους τύπους αερολυμάτων, όπως αυτά από την καύση βιομάζας. Είναι απαραίτητη η περαιτέρω ενσωμάτωση αυτών των διεργασιών στα μοντέλα για πιο ακριβείς προβλέψεις.
Αλλαγή χρήσης γης και κλίμα
Αστικοποίηση
Ο πληθυσμός της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής αναμένεται να παρουσιάσει σημαντική αύξηση μέχρι το 2100, ξεπερνώντας το 1 δισεκατομμύριο κατοίκους. Αυτή η δημογραφική εξέλιξη δημιουργεί σοβαρές κοινωνικοοικονομικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις, δεδομένων των περιορισμένων φυσικών πόρων της περιοχής. Από τη δεκαετία του 1950, ο πληθυσμός έχει πενταπλασιαστεί, φτάνοντας περίπου τα 432 εκατομμύρια το 2020, και προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω σε σχεδόν 600 εκατομμύρια έως το 2050. Η αστικοποίηση είναι εξίσου εντυπωσιακή, με τον αστικό πληθυσμό να έχει δεκαπλασιαστεί μέσα σε επτά δεκαετίες. Μέχρι το 2050, το 76% του πληθυσμού της περιοχής προβλέπεται να ζει σε αστικά κέντρα, με ορισμένες χώρες όπως το Κατάρ και το Κουβέιτ να παρουσιάζουν ήδη αστικοποίηση που προσεγγίζει ή ξεπερνά το 80%. Αυτή η έντονη αστικοποίηση επηρεάζει το τοπικό κλίμα, προκαλώντας το φαινόμενο UHI (Urban Heat Island), όπου οι θερμοκρασίες στις πόλεις είναι υψηλότερες από τις γύρω αγροτικές περιοχές λόγω αλλαγών στη χρήση γης και ανθρωπογενών δραστηριοτήτων. Παρόλο που το φαινόμενο UHI πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στις μελέτες κλιματικής αλλαγής, η συμβολή του στην παγκόσμια υπερθέρμανση είναι περιορισμένη. Έρευνες στη Σαουδική Αραβία και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική δείχνουν ότι η αύξηση της θερμοκρασίας στην περιοχή (περίπου 0.4-0.56 °C ανά δεκαετία) δεν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αστικοποίηση. Ωστόσο, συγκεκριμένες πόλεις όπως το Ντουμπάι έχουν καταγράψει αξιοσημείωτες αυξήσεις θερμοκρασίας που συνδέονται άμεσα με την ταχεία αστική ανάπτυξη (Elhacham & Alpert, 2021).
Η αλληλεπίδραση του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας (UHI) και των κυμάτων καύσωνα έχει σημαντικές επιπτώσεις στις πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου, όπως η Αθήνα και η Λευκωσία. Στην Αθήνα, υπό συνθήκες εξαιρετικά ζεστού καιρού, η ένταση του UHI αυξάνεται κατά 3°C κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ στη Λευκωσία η αστική θέρμανση ενισχύει τη θερμοκρασία κατά περισσότερο από 1°C κατά τη διάρκεια της ημέρας λόγω της αντίθεσης υγρασίας μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών. Αυτή η αύξηση της θερμοκρασίας έχει συνδεθεί με αυξημένη θνησιμότητα που σχετίζεται με τη θερμότητα. Η κατανόηση και η εκτίμηση της τοπικής αστικής θέρμανσης είναι κρίσιμες για την αξιολόγηση των επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία, ειδικά σε συνδυασμό με την παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας λόγω κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, η προβολή της αστικής θέρμανσης στο πλαίσιο της υπερθέρμανσης του πλανήτη αποτελεί πρόκληση, με περιορισμένες εκτιμήσεις διαθέσιμες για την περιοχή EMME (Ανατολική Μεσόγειος και Μέση Ανατολή). Μελέτες προβλέπουν ότι μέχρι το 2060 η ένταση του UHI σε ισραηλινές πόλεις μπορεί να αυξηθεί κατά 2°C-4°C, ενώ οι πόλεις της Μέσης Ανατολής ενδέχεται να βιώσουν πρόσθετη αύξηση της θερμοκρασίας κατά 4°C λόγω ανθρωπογενών παραγόντων. Για τη Θεσσαλονίκη, οι προβλέψεις δείχνουν περιορισμένες μεταβολές στην ένταση του UHI στο μέλλον. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη οι τάσεις αστικοποίησης και το φαινόμενο UHI στις μελλοντικές κλιματικές προβλέψεις για την καλύτερη κατανόηση και διαχείριση των επιπτώσεων στις πόλεις (Keppas et al., 2021).
Η αστικοποίηση και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της στην περιοχή EMME είναι ένα σημαντικό ζήτημα που απαιτεί άμεση προσοχή. Οι αστικές περιοχές, ιδιαίτερα σε θερμά και ξηρά περιβάλλοντα, αντιμετωπίζουν αυξημένα επίπεδα ρύπανσης λόγω των εκπομπών από την καύση ορυκτών καυσίμων, των αερίων του θερμοκηπίου και των πρωτογενών αερολυμάτων. Οι αντιδράσεις αυτών των ρύπων δημιουργούν δευτερογενή αερολύματα, ενώ οι φωτοχημικές αντιδράσεις ενισχύουν τη ρύπανση του όζοντος, ειδικά όταν υπάρχουν οξείδια του αζώτου. Οι επιπτώσεις αυτών των φαινομένων είναι ανησυχητικές τόσο για την ανθρώπινη υγεία όσο και για το περιβάλλον. Η χρόνια έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές αναπνευστικές και καρδιαγγειακές παθήσεις, ενώ η βλάστηση και τα οικοσυστήματα στις αστικές και γύρω περιοχές υποφέρουν σημαντικά. Επιπλέον, οι δασικές πυρκαγιές που ευνοούνται από τις ξηρές και θερμές συνθήκες επιδεινώνουν περαιτέρω την ποιότητα του αέρα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που επηρεάζει αρνητικά τη ζωή στις πόλεις.
Δασικές πυρκαγιές
Οι πυρκαγιές αποτελούν ένα από τα πιο συχνά και σοβαρά περιβαλλοντικά φαινόμενα στις χώρες της Μεσογείου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Η συχνότητά τους έχει αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες λόγω διαφόρων παραγόντων, όπως η κλιματική αλλαγή, η ξηρασία, οι υψηλές θερμοκρασίες και οι ισχυροί άνεμοι. Οι χώρες με εύκρατο κλίμα, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Τουρκία, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στις δασικές πυρκαγιές. Η ξηρασία παίζει καθοριστικό ρόλο στην ένταση και τη συχνότητα των πυρκαγιών, καθώς μειώνει την υγρασία των καύσιμων υλών, καθιστώντας τα πιο εύφλεκτα. Παράλληλα, παρατηρείται ότι τα κύματα ξηρασίας συνδέονται άμεσα με την αύξηση τόσο του αριθμού των πυρκαγιών όσο και της συνολικής έκτασης που επηρεάζεται. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, αυτή η συσχέτιση είναι εμφανής, καθώς τα φαινόμενα ξηρασίας έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της αντιπυρικής δραστηριότητας. Ωστόσο, η σχέση μεταξύ των πυρκαγιών και των καιρικών συνθηκών είναι πολύπλοκη. Αν και οι ξηρασίες αυξάνουν τον κίνδυνο πυρκαγιών, περιορίζουν επίσης τη διαθεσιμότητα καύσιμης ύλης σε ορισμένες περιοχές, επηρεάζοντας έτσι το συνολικό μέγεθος.
Οι πυρκαγιές μεγάλης έντασης που σημειώθηκαν το καλοκαίρι του 2007 στη νότια Ελλάδα αποτέλεσαν μία από τις πιο καταστροφικές φυσικές καταστροφές στη χώρα. Με θερμοκρασίες που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, η Αθήνα βίωσε θερμοκρασιακές ανωμαλίες που ξεπερνούσαν κατά πολύ τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο, με αποτέλεσμα την εκδήλωση και εξάπλωση πυρκαγιών που κατέκαψαν χιλιάδες εκτάρια γης. Οι απώλειες ήταν τραγικές, με 67 ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους, ενώ οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και την οικονομία ήταν τεράστιες. Οι πυρκαγιές του 2007 θεωρήθηκαν ως η πιο ακραία φυσική καταστροφή στην Ελλάδα μέχρι τότε, ωστόσο οι πυρκαγιές του Αυγούστου του 2021, που επίσης συνοδεύτηκαν από ένα παρατεταμένο κύμα καύσωνα, έδειξαν ότι οι κλιματικές συνθήκες επιδεινώνονται.
Τέτοια φαινόμενα δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα. Στο Ισραήλ, οι δασικές πυρκαγιές στο όρος Carmel το 2010 ακολούθησαν μία ασυνήθιστα ζεστή και ξηρή περίοδο, ενώ στον Λίβανο, τον Οκτώβριο του 2019, οι ακραίες θερμοκρασίες συνέπεσαν με πυρκαγιές που έπληξαν την περιοχή. Αυτά τα γεγονότα υπογραμμίζουν την αυξημένη συχνότητα και ένταση των πυρκαγιών λόγω της κλιματικής αλλαγής, ενώ παράλληλα δείχνουν ότι η περίοδος των πυρκαγιών επεκτείνεται πέρα από τους καλοκαιρινούς μήνες, επηρεάζοντας και το φθινόπωρο (Turco, Levin, et al., 2017).
Ο κίνδυνος ακραίων πυρομετεωρολογικών συνθηκών στη Μεσόγειο έχει αυξηθεί σημαντικά λόγω ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, και οι επιστημονικές προβλέψεις δείχνουν ότι η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί μέχρι το τέλος του αιώνα. Οι αλλαγές στη θερμοκρασία, τη σχετική υγρασία και την ταχύτητα του ανέμου θα μπορούσαν να διπλασιάσουν ή και να τριπλασιάσουν τον κίνδυνο πυρκαγιών στην περιοχή. Στη Μεσόγειο, ειδικά στην Ανατολική Μεσόγειο όπως η Ελλάδα, οι ημέρες με κρίσιμο κίνδυνο πυρκαγιάς και οι καμένες εκτάσεις έχουν ήδη αυξηθεί και προβλέπεται να αυξηθούν περαιτέρω, ιδιαίτερα υπό σενάρια υψηλής θέρμανσης. Η αύξηση της θερμοκρασίας και η έντονη ξηρασία, σε συνδυασμό με συχνότερους καύσωνες, αποτελούν βασικούς παράγοντες που επιδεινώνουν την κατάσταση. Σενάρια υψηλής θέρμανσης προβλέπουν αύξηση της καμένης έκτασης κατά 40% έως 100%.
Επιπτώσεις σε κρίσιμους τομείς
Ανθρώπινη υγεία και θερμική καταπόνηση
Η αύξηση της θερμοκρασίας και οι ακραίες κλιματολογικές συνθήκες στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής (EMME) αναμένεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία και την ευημερία των ανθρώπων. Οι υψηλές θερμοκρασίες συνδέονται με μια σειρά από προβλήματα υγείας, όπως θερμική εξάντληση, θερμοπληξία, καθώς και επιδείνωση προϋπαρχουσών παθήσεων, όπως καρδιαγγειακές και αναπνευστικές ασθένειες. Οι επιπτώσεις αυτές είναι ιδιαίτερα αισθητές σε παράκτιες περιοχές και μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η θερμοκρασία παραμένει υψηλή ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας, προκαλώντας διαταραχές ύπνου και ψυχικής υγείας. Επιπλέον, οι συνθήκες αυτές αναμένεται να γίνουν ακόμη πιο έντονες τους καλοκαιρινούς μήνες, αλλά και στις μεταβατικές περιόδους, όπως στα τέλη της άνοιξης και στις αρχές του φθινοπώρου. Η αλληλεπίδραση θερμών αέριων μαζών με την υγρασία από θερμά υδάτινα σώματα εντείνει τις θερμικές καταπονήσεις, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολο για τους κατοίκους της περιοχής (Ahmadalipour & Moradkhani, 2018).
Οι προβλέψεις για την κλιματική αλλαγή και τις συνέπειές της στην περιοχή EMME είναι ανησυχητικές. Η αύξηση της θερμικής καταπόνησης, ειδικά κατά τη διάρκεια ακραίων κυμάτων καύσωνα, αναμένεται να επηρεάσει έντονα τις περιβαλλοντικές συνθήκες και την ανθρώπινη υγεία. Οι ευάλωτες ομάδες, όπως ηλικιωμένοι, παιδιά, έγκυες γυναίκες και άτομα με χρόνιες παθήσεις, θα βρεθούν σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Επιπλέον, οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ εύπορων και φτωχών πληθυσμών θα ενταθούν, καθώς οι πιο αδύναμες κοινότητες μπορεί να μην έχουν την ίδια πρόσβαση σε πόρους και προσαρμοστικές λύσεις. Η αναμενόμενη αύξηση της θερμοκρασίας θα επηρεάσει ιδιαίτερα τις μεγάλες πόλεις όπως το Κάιρο, όπου η πυκνότητα του πληθυσμού και η αστική ανάπτυξη εντείνουν το φαινόμενο της θερμικής νησίδας (UHI). Οι υπαίθριες εργασίες, όπως η γεωργία και οι κατασκευές, ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω του θερμικού στρες, μειώνοντας την παραγωγικότητα και θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία των εργαζομένων. Η προσαρμογή στις νέες συνθήκες απαιτεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η προσαρμογή του αστικού περιβάλλοντος, η εφαρμογή προγραμμάτων δημόσιας εκπαίδευσης, η ενίσχυση των συστημάτων υγείας και η ανάπτυξη στρατηγικών για την προστασία των πιο ευάλωτων ομάδων είναι απαραίτητες. Παράλληλα, η βιομηχανία πρέπει να επενδύσει σε πρακτικές που μειώνουν την έκθεση των εργαζομένων σε ακραίες θερμοκρασίες, διατηρώντας παράλληλα την παραγωγικότητα. Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων θα καθορίσει το επίπεδο νοσηρότητας και θνησιμότητας που σχετίζεται με τη θερμότητα στις επόμενες δεκαετίες.
Υδατικοί πόροι και γεωργία
Οι υδάτινοι πόροι στην περιοχή EMME αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις λόγω της σπανιότητάς τους, της άνισης κατανομής και της αυξανόμενης ζήτησης. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει την κατάσταση, καθώς προκαλεί αλλαγές στα πρότυπα βροχόπτωσης, αυξάνει τις θερμοκρασίες και μειώνει τη χιονοκάλυψη στις ανάντη περιοχές. Οι συνθήκες αυτές οδηγούν σε περιορισμένη διαθεσιμότητα επιφανειακών και υπόγειων υδάτινων πόρων, ιδιαίτερα στις ξηρότερες περιοχές της EMME. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής θα ενταθούν, με αύξηση της εποχικότητας και πρόωρη τήξη του χιονιού, επηρεάζοντας τα υδρολογικά καθεστώτα. Η κυριαρχία της εξάτμισης έναντι των βροχοπτώσεων ενισχύει περαιτέρω την έλλειψη νερού. Σε συνδυασμό με την άνοδο της στάθμης της θάλασσας (SLR) και την αυξημένη ζήτηση, η πρόσβαση σε γλυκό νερό θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη.
Η κλιματική αλλαγή και η αυξημένη ζήτηση γλυκού νερού αποτελούν σοβαρές προκλήσεις για πολλές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, η Συρία, το Ιράκ και η Ιορδανία αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα έντονες δυσκολίες λόγω γεωγραφικών και οικονομικών συνθηκών, καθώς και λόγω της εξάρτησής τους από τη γεωργία. Οι προβλεπόμενες αλλαγές θερμοκρασίας και οι παρατεταμένες ξηρασίες επηρεάζουν αρνητικά βασικές καλλιέργειες όπως ελιές, αμπέλια, σιτηρά και όσπρια, με αποτέλεσμα μειωμένη παραγωγή τροφίμων και αυξημένο κόστος. Ειδικότερα, οι θερμές και ξηρές συνθήκες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις καλοκαιρινές καλλιέργειες, όπου η αύξηση της θερμοκρασίας συνδέεται άμεσα με τη μείωση της απόδοσης, ανεξάρτητα από τις προσπάθειες λίπανσης ή προσαρμογής. Επίσης, καλλιέργειες όπως τα φιστίκια στο Ιράν πλήττονται από την αυξημένη θερμοκρασία, με συνέπειες όπως μειωμένη απόδοση, αυξημένη προσβολή από παράσιτα και μεγαλύτερες ανάγκες σε νερό. Παρόλα αυτά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η κλιματική αλλαγή μπορεί να προσφέρει οφέλη. Σε περιοχές μεγαλύτερου υψομέτρου ή γεωγραφικού πλάτους, καλλιέργειες όπως τα αμπέλια και τα σιτηρά ενδέχεται να επωφεληθούν από τις νέες συνθήκες. Ωστόσο, για πολλά αγροοικοσυστήματα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής (EMME), η πίεση του κλίματος αναμένεται να ξεπεράσει τα όρια ανθεκτικότητάς τους. Η βλάστηση θα χρειαστεί να προσαρμοστεί ή να αντικατασταθεί από είδη πιο ανθεκτικά στη θερμότητα και την έλλειψη νερού (Daliakopoulos et al., 2017).
Επιπτώσεις της αύξησης της στάθμης της θάλασσας
Οι επιπτώσεις της ανόδου της στάθμης της θάλασσας (SLR) είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές για τις παράκτιες περιοχές, ειδικά για το Δέλτα του Νείλου, όπου οι αλλαγές μπορεί να είναι καταστροφικές. Η διάβρωση των παραλιών, η απώλεια υγροτόπων και λιμνοθαλασσών, καθώς και η εισβολή αλμυρού νερού στους υδροφόρους ορίζοντες, επηρεάζουν άμεσα τα οικοσυστήματα και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Στο Δέλτα του Νείλου, όπου μεγάλο μέρος της περιοχής βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο ή χαμηλότερα από τη στάθμη της θάλασσας, ακόμα και μια μικρή αύξηση της SLR μπορεί να προκαλέσει σημαντικές ζημιές. Η γεωργία, που αποτελεί βασικό πυλώνα της αιγυπτιακής οικονομίας, εξαρτάται από το νερό του Νείλου για την άρδευση των καλλιεργειών. Ωστόσο, η διείσδυση αλμυρού νερού στα υπόγεια ύδατα θα μπορούσε να μειώσει τη διαθεσιμότητα γλυκού νερού, επηρεάζοντας αρνητικά την παραγωγή τροφίμων. Επιπλέον, οι παράκτιες υποδομές, οι τουριστικές εγκαταστάσεις και τα ιστορικά μνημεία κινδυνεύουν από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας.
Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας (SLR) αποτελεί σοβαρή απειλή για τις παράκτιες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, επηρεάζοντας σημαντικά την Αίγυπτο, την Τουρκία και την Ελλάδα. Στην Αίγυπτο, περίπου το 31% των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας, ιδιαίτερα στο νότιο τμήμα, είναι εξαιρετικά ευάλωτες. Αυτές οι περιοχές περιλαμβάνουν παράκτια διαμερίσματα, εκβολές ποταμών και κόλπους, όπου βρίσκονται κρίσιμες υποδομές όπως πόλεις, λιμάνια και τουριστικά θέρετρα. Παρόμοια κατάσταση παρατηρείται και στην Τουρκία, όπου πολλές παράκτιες πόλεις και χωριά βρίσκονται εντός της ζώνης ανύψωσης 0-10 μέτρων. Οι μεσογειακές ακτές της Τουρκίας είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε πιθανή απώλεια γης, ενώ τα νησιά της Ανατολικής Μεσογείου αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους. Στην ανατολική Κρήτη, οι συνέπειες της SLR αναμένονται εξίσου δραματικές. Σε περίπτωση μέτριας ανόδου (περίπου 0,25 μέτρα), το 80% των παραλιών προβλέπεται να υποχωρήσει κατά περισσότερο από 20%. Στην ακραία περίπτωση ανόδου μεγαλύτερης από 1 μέτρο, σχεδόν όλες οι παραλίες θα υποχωρήσουν κατά 50%, ενώ πολλές από αυτές ενδέχεται να εξαφανιστούν εντελώς.
Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας (SLR) αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στα παράκτια οικοσυστήματα και τις ανθρώπινες δραστηριότητες στη Μέση Ανατολή. Στο Ομάν, οι παράκτιες περιοχές της πεδιάδας Al-Batinah είναι ιδιαίτερα ευάλωτες, καθώς φιλοξενούν σημαντικές υποδομές όπως μονάδες αφαλάτωσης, διυλιστήρια και λιμάνια. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η κατάσταση είναι εξίσου κρίσιμη, αφού οι περισσότεροι οικισμοί βρίσκονται κοντά στις ακτές. Με άνοδο 0,5 μέτρων στη στάθμη της θάλασσας, το 1,5% των αστικών περιοχών θα επηρεαστεί, ενώ με άνοδο 2 μέτρων, το ποσοστό αυτό θα αυξηθεί δραματικά.
Επιπλέον, τα παράκτια οικοσυστήματα, όπως τα μαγκρόβια δάση στον Κόλπο, που έχουν σημαντική οικολογική και οικονομική αξία, είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Η μειωμένη παροχή ιζημάτων από τα ποτάμια, σε συνδυασμό με την ξηρασία και την ανθρώπινη πίεση, θα επιδεινώσουν τις επιπτώσεις της SLR (Ksiksi & Youssef, 2012).
Ανθρώπινη ασφάλεια
Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει σημαντικά την ανθρώπινη ασφάλεια, καθώς μπορεί να υπονομεύσει τα μέσα διαβίωσης, τον πολιτισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επίσης, μπορεί να αυξήσει τη μετανάστευση και να συμβάλει έμμεσα σε ένοπλες συγκρούσεις. Οι περιορισμοί σε φυσικούς πόρους, όπως το νερό, λόγω παρατεταμένων ξηρασιών, έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν ή να εντείνουν διαμάχες και συγκρούσεις. Ωστόσο, η ακριβής σημασία αυτών των παραγόντων παραμένει αμφιλεγόμενη. Οι προβλεπόμενες αλλαγές στο κλίμα αναμένεται να αυξήσουν τη ζήτηση ενέργειας και να μειώσουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει τις κοινωνικές αντιθέσεις, την επισιτιστική ανασφάλεια και τον υποσιτισμό. Αυτές οι συνθήκες ενδέχεται να οδηγήσουν σε πολιτικές εντάσεις, αστάθειες και τελικά σε συγκρούσεις ή ανθρωπιστικές κρίσεις.
Η κλιματική αλλαγή και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που συνδέονται με αυτήν μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις μεταναστευτικές ροές, με την κλίμακα και τη γεωγραφική έκταση αυτών των μετακινήσεων να αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παρόλο που η μετανάστευση δεν αποδίδεται αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή, αποτελεί μέρος ενός συνδυασμού παραγόντων, όπως οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, οι πολιτισμικές διαφορές και οι πολιτικές συγκρούσεις. Ιστορικά, περιοχές όπως η Μέση Ανατολή έχουν βιώσει μετακινήσεις πληθυσμών λόγω περιβαλλοντικών αλλαγών, κάτι που συχνά αποτελούσε τη μόνη λύση προσαρμογής.
Σήμερα, η πρόσθετη πίεση που ασκεί η κλιματική αλλαγή στις ήδη υπάρχουσες συγκρούσεις μπορεί να οδηγήσει σε ολέθριες συνέπειες για τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς. Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε προσφυγικούς καταυλισμούς αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους, όπως υποσιτισμό, κακές συνθήκες υγιεινής και έλλειψη ιατρικής και ψυχικής υποστήριξης (Kaniewski et al., 2012).
Συμπεράσματα
Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής (EMME) αντιμετωπίζει σοβαρές κλιματικές προκλήσεις, καθώς θερμαίνεται με ρυθμούς σχεδόν διπλάσιους από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Επιπλέον, η μεταβλητότητα των βροχοπτώσεων έχει παρουσιάσει μεγάλες διακυμάνσεις, με τις τελευταίες δεκαετίες να δείχνουν μια τάση προς ξηρότερο κλίμα, ιδιαίτερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην περιοχή έχουν αυξηθεί δραματικά, εξαπλασιαζόμενες μέσα σε λίγες δεκαετίες, γεγονός που καθιστά την EMME έναν από τους σημαντικότερους εκπομπούς παγκοσμίως. Οι περιφερειακές εκπομπές πλέον συγκρίνονται με εκείνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ινδίας.
Οι κλιματικές αλλαγές που προβλέπονται για τον υπόλοιπο αιώνα είναι ανησυχητικές και απαιτούν άμεση δράση. Η αύξηση της θερμοκρασίας έως και 5°C, ειδικά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, σε συνδυασμό με την ένταση και τη διάρκεια των κυμάτων καύσωνα, αναμένεται να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Επιπλέον, η μείωση των βροχοπτώσεων έως και 20%-30% στην Ανατολική Μεσόγειο θα επηρεάσει σημαντικά τις εύκρατες περιοχές, οδηγώντας σε ξηρασίες και αλλαγές στις κλιματικές ζώνες. Οι συνέπειες της αύξησης της στάθμης της θάλασσας είναι εξίσου σοβαρές, καθώς μπορεί να επηρεάσουν τις παράκτιες υποδομές, τη γεωργία και να προκαλέσουν αλάτωση των υδροφόρων οριζόντων. Ειδικά το Δέλτα του Νείλου, που αποτελεί ζωτικής σημασίας περιοχή για την καλλιέργεια και την κατοικία, βρίσκεται αντιμέτωπο με μεγάλες προκλήσεις.
Οι προβλεπόμενες αλλαγές στο κλίμα θέτουν σοβαρές προκλήσεις για όλους τους κοινωνικοοικονομικούς τομείς, επηρεάζοντας άμεσα την ανθρώπινη υγεία και ευημερία. Οι ευάλωτες ομάδες, όπως οι μη προνομιούχοι, οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι έγκυες γυναίκες, αναμένεται να υποστούν τις μεγαλύτερες συνέπειες. Η ένταση των επιπτώσεων κατά το δεύτερο μισό του αιώνα εξαρτάται σημαντικά από τα σενάρια εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, γεγονός που τονίζει την αναγκαιότητα λήψης άμεσων μέτρων μετριασμού. Οι τοπικές κοινότητες στις αστικές, αγροτικές και παράκτιες περιοχές του EMME πρέπει να προσαρμοστούν στις ολοένα και πιο δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως οι ακραίες θερμοκρασίες, οι παρατεταμένες ξηρασίες και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας.
Η αβεβαιότητα στις προβλέψεις βροχοπτώσεων αποτελεί σημαντική πρόκληση για την κλιματική μοντελοποίηση, ιδιαίτερα στην περιοχή EMME. Παράγοντες όπως ο τοπικός χαρακτήρας των βροχοπτώσεων, η παραποίηση της ορογραφίας και οι μέθοδοι παραμετροποίησης επηρεάζουν την ακρίβεια των μοντέλων. Η αύξηση της ανάλυσης των μοντέλων και η βελτίωση των σχημάτων παραμετροποίησης, προσαρμοσμένα στις περιφερειακές ιδιαιτερότητες, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην πρόοδο. Επιπλέον, η ενσωμάτωση συστατικών όπως οι ωκεανοί και οι χημικές διεργασίες στο κλιματικό σύστημα είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη ολοκληρωμένων περιφερειακών μοντέλων του γήινου συστήματος. Η ταχεία αστικοποίηση στην περιοχή, σε συνδυασμό με τις προκλήσεις της ανθρωπογενούς θέρμανσης, του φαινομένου UHI και της κακής ποιότητας του αέρα, απαιτεί περαιτέρω εστίαση στις αστικές κλίμακες. Η βελτίωση της εκπροσώπησης του αστικού περιβάλλοντος στα κλιματικά μοντέλα είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών προσαρμογής και λύσεων που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της περιοχής.
Η αντιμετώπιση των διασυνοριακών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής απαιτεί ενισχυμένη διεθνή συνεργασία, με έμφαση στη δημιουργία κοινών στρατηγικών και δράσεων. Είναι κρίσιμο να δοθεί προτεραιότητα σε πρωτοβουλίες όπως η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων, η ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων για την έρευνα και την καινοτομία, καθώς και η ανταλλαγή δεδομένων και πόρων. Παράλληλα, η εκπαίδευση για το κλίμα θα πρέπει να προωθηθεί ως βασικό εργαλείο για την ενδυνάμωση της ανθεκτικότητας των κοινωνιών απέναντι στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής. Η συνεργασία πέρα από πολιτιστικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαφορές είναι απαραίτητη για την επίτευξη βιώσιμων λύσεων που θα διασφαλίσουν την ενεργειακή ασφάλεια και την περιβαλλοντική ισορροπία.
Βιβλιογραφία
Abdulla, C. P., & Al-Subhi, A. M. (2021). Is the Red Sea sea-level rising at a faster rate than the global average? An analysis based on satellite altimetry data. Remote Sensing, 13(17), 3489. https://doi.org/10.3390/rs13173489
Abdulla, C. P., & Al-Subhi, A. M. (2021). Is the Red Sea sea-level rising at a faster rate than the global average? An analysis based on satellite altimetry data. Remote Sensing, 13(17), 3489. https://doi.org/10.3390/rs13173489
Ahmadalipour, A., & Moradkhani, H. (2018). Escalating heat-stress mortality risk due to global warming in the Middle East and North Africa (MENA). Environment International, 117(August), 215–225. https://doi.org/10.1016/j.envint.2018.05.014
Allen, M. R., & Ingram, W. J. (2002). Constraints on future changes in climate and the hydrologic cycle. Nature, 419(6903), 228–232. https://doi.org/10.1038/nature01092
Alpert, P., Kaufman, Y. J., Shay-El, Y., Tanre, D., Da Silva, A., Schubert, S., & Joseph, J. H. (1998). Quantification of dust- forced heating of the lower troposphere. Nature, 395(6700), 367–370. https://doi.org/10.1038/26456
Alpert, P., Osetinsky, I., Ziv, B., & Shafir, H. (2004). A new seasons definition based on classified daily synoptic systems: An example for the Eastern Mediterranean. International Journal of Climatology, 24(8), 1013–1021. https://doi.org/10.1002/joc.1037
Aydin, M., Verhulst, K. R., Saltzman, E. S., Battle, M. O., Montzka, S. A., Blake, D. R., et al. (2011). Recent decreases in fossil-fuel emissions of ethane and methane derived from firn air. Nature, 476(7359), 198–201. https://doi.org/10.1038/nature10352
Aydin, M., Verhulst, K. R., Saltzman, E. S., Battle, M. O., Montzka, S. A., Blake, D. R., et al. (2011). Recent decreases in fossil-fuel emissions of ethane and methane derived from firn air. Nature, 476(7359), 198–201. https://doi.org/10.1038/nature10352
Black, R., Adger, W. N., Arnell, N. W., Dercon, S., Geddes, A., & Thomas, D. (2011). The effect of environmental change on human migration. Global Environmental Change, 21(Suppl. 1), S3–S11. https://doi.org/10.1016/j.gloenvcha.2011.10.001
Boas, I., Farbotko, C., Adams, H., Sterly, H., Bush, S., van der Geest, K., et al. (2019). Climate migration myths. Nature Climate Change, 9(12), 901–903. https://doi.org/10.1038/s41558-019-0633-3
Bourtsoukidis, E., Pozzer, A., Sattler, T., Matthaios, V. N., Ernle, L., Edtbauer, A., et al. (2020). The Red Sea Deep Water is a potent source of atmospheric ethane and propane. Nature Communications, 11(1), 447. https://doi.org/10.1038/s41467-020-14375-0
Bradley, R. S. (2015). Paleoclimatology: Reconstructing climates of the Quaternary ( 3rd ed.). Elsevier/Academic Press.
Cherif, S., Doblas-Miranda, E., Lionello, P., Borrego, C., Giorgi, F., Iglesias, A., et al. (2020). Drivers of change. In W. Cramer,
- Guiot, & K. Marini (Eds.), Climate and environmental change in the Mediterranean basin – Current situation and risks for the future. First Mediterranean assessment report, Union for the Mediterranean, Plan Bleu (pp. 59–128). UNEP/MAP.
Çolak, E., & Sunar, F. (2020). Evaluation of forest fire risk in the Mediterranean Turkish forests: A case study of Menderes region, Izmir. International Journal of Disaster Risk Reduction, 45, 101479. https://doi.org/10.1016/j.ijdrr.2020.101479
Collins, M., Knutti, R., Arblaster, J., Dufresne, J.-L., Fichefet, T., Friedlingstein, P., et al. (2013). Long-term climate change: Projections, commitments and irreversibility. In T. F. Stocker, D. Qin, G.-K. Plattner, M. Tignor, S. K. Allen, J. Boschung, et al. (Eds.), Climate change 2013: The physical science basis. Contribution of working group I to the fifth assessment report of the intergovernmental panel on climate change. Cambridge University Press.
Cos, J., Doblas-Reyes, F., Jury, M., Marcos, R., Bretonnière, P.-A., & Samsó, M. (2022). The Mediterranean climate change hotspot in the CMIP5 and CMIP6 projections. Earth System Dynamics, 13, 321–340. https://doi.org/10.5194/esd-2021-65
Coumou, D., & Rahmstorf, S. (2012). A decade of weather extremes. Nature Climate Change, 2(7), 491–496. https://doi.org/10.1038/nclimate1452
Cramer, W., Guiot, J., Fader, M., Garrabou, J., Gattuso, J. P., Iglesias, A., et al. (2018). Climate change and interconnected risks to sustainable development in the Mediterranean. Nature Climate Change, 8(11), 972–980. https://doi.org/10.1038/s41558-018-0299-2
Daliakopoulos, I. N., Panagea, I. S., Tsanis, I. K., Grillakis, M. G., Koutroulis, A. G., Hessel, R., et al. (2017). Yield response of Mediterranean Rangelands under a changing climate. Land Degradation & Development, 28(7), 1962–1972. https://doi.org/10.1002/ldr.2717
Deitch, M. J., Sapundjieff, M. J., & Feirer, S. T. (2017). Characterizing precipitation variability and trends in the world’s Mediterranean-climate areas. Water, 9(4), 259. https://doi.org/10.3390/w9040259
Dimitriou, K., Bougiatioti, A., Ramonet, M., Pierros, F., Michalopoulos, P., Liakakou, E., et al. (2021). Greenhouse gases (CO2 and CH4) at an urban background site in Athens, Greece: Levels, sources and impact of atmospheric circulation. Atmospheric Environment, 253, 118372. https://doi.org/10.1016/j.atmosenv.2021.1183
Donat, M. G., Lowry, A. L., Alexander, L. V., O’Gorman, P. A., & Maher, N. (2016). More extreme precipitation in the world’s dry and wet regions. Nature Climate Change, 6(5), 508–513. https://doi.org/10.1038/nclimate2941
Dunne, J. P., Stouffer, R. J., & John, J. G. (2013). Reductions in labour capacity from heat stress under climate warming. Nature Climate Change, 3(6), 563–566. https://doi.org/10.1038/nclimate1827
Elhacham, E., & Alpert, P. (2020). Potential new aerosol source(s) in the Middle East. Science of the Total Environment, 726, 137925. https://doi.org/10.1016/j.scitotenv.2020.137925
Elhacham, E., & Alpert, P. (2021). Temperature patterns along an arid coastline experiencing extreme and rapid urbanization, case study: Dubai. Science of the Total Environment, 784, 147168. https://doi.org/10.1016/j.scitotenv.2021.147168
Feron, S., Cordero, R. R., Damiani, A., & Jackson, R. B. (2020). Climate change extremes and photovoltaic power output. Nature Sustainability, 4(March), 270–276. https://doi.org/10.1038/s41893-020-00643-w
Fischer, E. M., & Schär, C. (2010). Consistent geographical patterns of changes in high-impact European heatwaves. Nature Geoscience, 3(6), 398–403. https://doi.org/10.1038/ngeo866
Flohr, P., Fleitmann, D., Zorita, E., Sadekov, A., Cheng, H., Bosomworth, M., et al. (2017). Late Holocene droughts in the Fertile Crescent recorded in a speleothem from northern Iraq. Geophysical Research Letters, 44(3), 1528–1536. https://doi.org/10.1002/2016GL071786
Francis, D., Eayrs, C., Chaboureau, J.-P., Mote, T., & Holland, D. (2019). A meandering polar jet caused the development of a Saharan cyclone and the transport of dust toward Greenland. Advances in Science and Research, 1, 1–8. https://doi.org/10.5194/asr-16-49-2019
Giannakis, E., Serghides, D., Dimitriou, S., & Zittis, G. (2020). Land transport CO2 emissions and climate change: Evidence from Cyprus. International Journal of Sustainable Energy, 39(7), 634–647. https://doi.org/10.1080/14786451.2020.1743704
Gutiérrez, J. M., Jones, R. G., Narisma, G. T., Alves, L. M., Amjad, M., Gorodetskaya, I. V., et al. (2021). Atlas. In V. Masson- Delmotte, P. Zhai, A. Pirani, S. L. Connors, C. Péan, S. Berger, et al. (Eds.), Climate change 2021: The physical science basis. Contribution of working group I to the sixth assessment report of the intergovernmental panel on climate change.
Cambridge University Press. Retrieved from http://interactive-atlas.ipcc.ch/
Gütschow, J., Günther, A., & Pflüger, M. (2021). The PRIMAP-hist national historical emissions time series (1750–2019). v2.3.1. Zenodo. https://doi.org/10.5281/zenodo.5494497
Gütschow, J., Jeffery, M. L., Gieseke, R., Gebel, R., Stevens, D., Krapp, M., & Rocha, M. (2016). The PRIMAP-hist national historical emissions time series. Earth System Science Data, 8(2), 571–603. https://doi.org/10.5194/essd-8-571-2016
Harris, I., Osborn, T. J., Jones, P., & Lister, D. (2020). Version 4 of the CRU TS monthly high-resolution gridded multivariate climate dataset. Scientific Data, 7(1), 1–18. https://doi.org/10.1038/s41597-020-0453-3
Hochman, A., Marra, F., Messori, G., Raveh-Rubin, S., Yosef, I., Zittis, G., & Pinto, J. G. (2022). ESD reviews: Extreme weather and related societal impacts over the Eastern Mediterranean: A systematic review. Earth System Dynamics.
Hochman, A., Mercogliano, P., Alpert, P., Saaroni, H., & Bucchignani, E. (2018). High-resolution projection of climate change and extremity over Israel using COSMO-CLM. International Journal of Climatology, 38(14), 5095–5106. https://doi.org/10.1002/joc.5714
Hock, R., Bliss, A., Marzeion, B. E. N., Giesen, R. H., Hirabayashi, Y., Huss, M., et al. (2019). GlacierMIP-A model intercomparison of global-scale glacier mass-balance models and projections. Journal of Glaciology, 65(251), 453–467. https://doi.org/10.1017/jog.2019.22
IPCC. (2013). Climate change 2013: The physical science basis. Contribution of working group I to the fifth assessment report of the intergovernmental panel on climate change (In T. F. Stocker, D. Qin, G.-K. Plattner, M. Tignor, S. K. Allen, J. Boschung, et al., Eds., pp. 1535). Cambridge University Press. https://doi.org/10.1017/CBO9781107415324
IPCC. (2021). Summary for policymakers. In V. Masson-Delmotte, P. Zhai, A. Pirani, S. L. Connors, C. Péan, S. Berger, et al. (Eds.), Climate change 2021: The physical science basis. Contribution of working group I to the sixth assessment report of the intergovernmental panel on climate change. Cambridge University Press.
Irani, M., Massah Bavani, A., Bohluly, A., & Alizadeh Katak Lahijani, H. (2017). Sea level rise in Persian Gulf and Oman Sea due to climate change in the future periods. Physical Geography Research Quarterly, 49(4), 603–614. https://doi.org/10.22059/JPHGR.2018.221101.1006966
Iturbide, M., Fernández, J., Gutiérrez, J. M., Bedia, J., Cimadevilla, E., Díez-Sierra, J., et al. (2021). Repository supporting the implementation of FAIR principles in the IPCC-WG1 Atlas. Zenodo. https://doi.org/10.5281/zenodo.3691645
Izaguirre, C., Losada, I. J., Camus, P., Vigh, J. L., & Stenek, V. (2020). Climate change risk to global port operations. Nature Climate Change, 11(1), 14–20. https://doi.org/10.1038/s41558-020-00937-z
Jish Prakash, P., Stenchikov, G., Kalenderski, S., Osipov, S., & Bangalath, H. (2015). The impact of dust storms on the Arabian Peninsula and the Red Sea. Atmospheric Chemistry and Physics, 15(1), 199–222. https://doi.org/10.5194/acp-15- 199-2015
Kalnay, E., & Cai, M. (2003). Impact of urbanization and land-use change on climate. Nature, 423(6939), 528–531. https://doi.org/10.1038/nature01675
Kaniewski, D., Van Campo, E., & Weiss, H. (2012). Drought is a recurring challenge in the Middle East. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America, 109(10), 3862–3867. https://doi.org/10.1073/pnas.1116304109
Katrantsiotis, C., Kylander, M. E., Smittenberg, R., Yamoah, K. K. A., Hättestrand, M., Avramidis, P., et al. (2018). Eastern Mediterranean hydroclimate reconstruction over the last 3600 years based on sedimentary n-alkanes, their carbon and hydrogen isotope composition and XRF data from the Gialova Lagoon, SW Greece. Quaternary Science Reviews, 194, 77–
Keppas, S. C., Papadogiannaki, S., Parliari, D., Kontos, S., Poupkou, A., Tzoumaka, P., et al. (2021). Future climate change impact on urban heat island in two mediterranean cities based on high-resolution regional climate simulations.
Atmosphere, 12(7), 884. https://doi.org/10.3390/atmos12070884
Klingmüller, K., Karydis, V. A., Bacer, S., Stenchikov, G. L., & Lelieveld, J. (2020). Weaker cooling by aerosols due to dust- pollution interactions. Atmospheric Chemistry and Physics, 20(23), 15285–15295. https://doi.org/10.5194/acp-20-15285- 2020
Klingmüller, K., Pozzer, A., Metzger, S., Stenchikov, G. L., & Lelieveld, J. (2016). Aerosol optical depth trend over the Middle East. Atmospheric Chemistry and Physics, 16(8), 5063–5073. https://doi.org/10.5194/acp-16-5063-2016
Kosmopoulos, P., Kouroutsidis, D., Papachristopoulou, K., Raptis, P. I., Masoom, A., Saint-Drenan, Y.-M., et al. (2020). Short-term forecasting of large-scale clouds impact on downwelling surface solar irradiation. Energies, 13(24), 6555. https://doi.org/10.3390/en13246555
Krichak, S. O., Tsidulko, M., & Alpert, P. (2000). Monthly synoptic patterns associated with wet/dry conditions in the Eastern Mediterranean. Theoretical and Applied Climatology, 65(3–4), 215–229. https://doi.org/10.1007/s007040070045
Ksiksi, T. S., & Youssef, T. (2012). Sea level rise and Abu Dhabi coastlines: An initial assessment of the impact on land and Mangrove areas. Journal of Ecosystem & Ecography, 2(4). https://doi.org/10.4172/2157-7625.1000115
Labban, A. H., Mashat, A. W. S., & Awad, A. M. (2021). The variability of the Siberian high ridge over the Middle East. International Journal of Climatology, 41(1), 104–130. https://doi.org/10.1002/joc.6611
Lelieveld, J., Proestos, Y., Hadjinicolaou, P., Tanarhte, M., Tyrlis, E., & Zittis, G. (2016). Strongly increasing heat extremes in the Middle East and North Africa (MENA) in the 21st century. Climatic Change, 137(1–2), 245–260. https://doi.org/10.1007/s10584-016-1665-6
Li, Y., Song, Y., Kaskaoutis, D. G., Zan, J., Orozbaev, R., Tan, L., & Chen, X. (2021). Aeolian dust dynamics in the Fergana Valley, Central Asia, since ∼30 ka inferred from loess deposits. Geoscience Frontiers, 12(5), 101180. https://doi.org/10.1016/j.gsf.2021.101180
Luterbacher, J., & Xoplaki, E. (2019). Palaeoclimatic conditions during the Hellenistic period in the Eastern Mediterranean. In C. S. Zerefos & M. V. Vardinoyannis (Eds.), Hellenistic Alexandria: Celebrating 24 centuries (pp. 272– 279). Archaeopress Archaeology.
Luterbacher, J., Xoplaki, E., Fleitmann, D., & Izdebski, A. (2022). Palaeoclimatic conditions during the Byzantium (AD 300– 1500) in the Central and Eastern Mediterranean. In A. Izdebski & J. Preiser-Kapeller (Eds.), A companion to the environmental history of Byzantium. Brill. In press.
Mazi, K., Koussis, A. D., & Destouni, G. (2014). Intensively exploited Mediterranean aquifers: Resilience to seawater intrusion and proximity to critical thresholds. Hydrology and Earth System Sciences, 18(5), 1663–1677. https://doi.org/10.5194/hess-18-1663-2014
Middleton, N. (2019). Variability and trends in dust storm frequency on decadal timescales: Climatic drivers and human impacts. Geosciences, 9(6), 261. https://doi.org/10.3390/geosciences9060261
Naderi Beni, A., Marriner, N., Sharifi, A., Azizpour, J., Kabiri, K., Djamali, M., & Kirman, A. (2021). Climate change: A driver of future conflicts in the Persian Gulf region? Heliyon, 7(2), e06288. https://doi.org/10.1016/j.heliyon.2021.e06288
Newfield, T. P., Roberts, N., Labuhn, I., Eastwood, W., Elton, H., Fleitmann, D., et al. (2022). Proxies for Plague? New approaches in studying the causes and consequences of the first Plague Pandemic. In Press.
Nissen, K. M., Leckebusch, G. C., Pinto, J. G., & Ulbrich, U. (2014). Mediterranean cyclones and windstorms in a changing climate. Regional Environmental Change, 14(5), 1873–1890. https://doi.org/10.1007/s10113-012-0400-8
Ntoumos, A., Hadjinicolaou, P., Zittis, G., & Lelieveld, J. (2020). Updated assessment of temperature extremes over the Middle East–North Africa (MENA) region from observational and CMIP5 data. Atmosphere, 11(8), 813. https://doi.org/10.3390/atmos11080813
Ntoumos, A., Hadjinicolaou, P., Zittis, G., Proestos, Y., & Lelieveld, J. (2022). Projected air temperature extremes and maximum heat conditions over the Middle-East-North Africa (MENA) region. Earth Systems and Environment, 6(2), 343–
Oppenheimer, M., Glavovic, B., Hinkel, J., van de Wal, R., Magnan, A. K., Abd-Elgawad, A., et al. (2019). Sea Level rise and implications for low lying islands, coasts and communities. In H.-O. Pörtner, D. C. Roberts, V. Masson-Delmotte, P. Zhai, M. Tignor, E. Poloczanska, et al. (Eds.) IPCC Special Report on the Ocean and Cryosphere in a Changing Climate (Vol. 355, pp. 126–129). In Press.
Pal, J. S., & Eltahir, E. A. B. (2016). Future temperature in southwest Asia projected to exceed a threshold for human adaptability. Nature Climate Change, 6(2), 197–200. https://doi.org/10.1038/nclimate2833
Perkins-Kirkpatrick, S. E., & Lewis, S. C. (2020). Increasing trends in regional heatwaves. Nature Communications, 11(1), 1–8. https://doi.org/10.1038/s41467-020-16970-7
Pozzer, A., De Meij, A., Yoon, J., Tost, H., Georgoulias, A. K., & Astitha, M. (2015). AOD trends during 2001–2010 from observations and model simulations. Atmospheric Chemistry and Physics, 15(10), 5521–5535. https://doi.org/10.5194/acp-15-5521-2015
Rashki, A., Kaskaoutis, D. G., Goudie, A. S., & Kahn, R. A. (2013). Dryness of ephemeral lakes and consequences for dust activity: The case of the Hamoun drainage basin, Southeastern Iran. Science of the Total Environment, 463–464, 552–
Rosenfeld, D., Rudich, Y., & Lahav, R. (2001). Desert dust suppressing precipitation: A possible desertification feedback loop. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America, 98(11), 5975–5980. https://doi.org/10.1073/pnas.101122798
Tebaldi, C., Debeire, K., Eyring, V., Fischer, E., Fyfe, J., Friedlingstein, P., et al. (2021). Climate model projections from the scenario model intercomparison project (ScenarioMIP) of CMIP6. Earth System Dynamics, 12, 253–293. https://doi.org/10.5194/esd-2020-68
Touma, D., Stevenson, S., Lehner, F., & Coats, S. (2021). Human-driven greenhouse gas and aerosol emissions cause distinct regional impacts on extreme fire weather. Nature Communications, 12(1), 212. https://doi.org/10.1038/s41467- 020-20570-w
Tsikerdekis, A., Zanis, P., Georgoulias, A. K., Alexandri, G., Katragkou, E., Karacostas, T., & Solmon, F. (2019). Direct and semi-direct radiative effect of North African dust in present and future regional climate simulations. Climate Dynamics, 53(7–8), 4311–4336. https://doi.org/10.1007/s00382-019-04788-z
Turco, M., Rosa-Cánovas, J. J., Bedia, J., Jerez, S., Montávez, J. P., Llasat, M. C., & Provenzale, A. (2018). Exacerbated fires in Mediterranean Europe due to anthropogenic warming projected with non-stationary climate-fire models. Nature Communications, 9(1), 1–9. https://doi.org/10.1038/s41467-018-06358-z
Turco, M., Rosa-Cánovas, J. J., Bedia, J., Jerez, S., Montávez, J. P., Llasat, M. C., & Provenzale, A. (2018). Exacerbated fires in Mediterranean Europe due to anthropogenic warming projected with non-stationary climate-fire models. Nature Communications, 9(1), 1–9. https://doi.org/10.1038/s41467-018-06358-z
Van Donkelaar, A., Martin, R. V., Brauer, M., Hsu, N. C., Kahn, R. A., Levy, R. C., et al. (2016). Global estimates of fine particulate matter using a combined geophysical-statistical method with information from satellites, models, and Monitors. Environmental Science and Technology, 50(7), 3762–3772. https://doi.org/10.1021/acs.est.5b05833
Verner, D., Treguer, D., Redwood, J., Christensen, J., McDonnell, R., Elbert, C., et al. (2018). Climate variability, drought, and drought management in Morocco’s agricultural sector. World BankWorld Bank. Retrieved from https://openknowledge.worldbank.org/handle/1
Vinoj, V., Rasch, P. J., Wang, H., Yoon, J. H., Ma, P. L., Landu, K., & Singh, B. (2014). Short-term modulation of Indian summer monsoon rainfall by West Asian dust. Nature Geoscience, 7(4), 308–313. https://doi.org/10.1038/ngeo2107
Waha, K., Krummenauer, L., Adams, S., Aich, V., Baarsch, F., Coumou, D., et al. (2017). Climate change impacts in the Middle East and Northern Africa (MENA) region and their implications for vulnerable population groups. Regional Environmental Change, 17(6), 1623–1638. https://doi.org/10.1007/s10113-017-1144-2
Xoplaki, E., Fleitmann, D., Luterbacher, J., Wagner, S., Haldon, J. F., Zorita, E., et al. (2016). The Medieval Climate Anomaly and Byzantium:A review of the evidence on climatic fluctuations, economic performance and societal change.
Quaternary Science Reviews, 136, 229–252. https://doi.org/10.1016/j.quascirev.2015.10.004
Xoplaki, E., Luterbacher, J., Luther, N., Behr, L., Wagner, S., Jungclaus, J., et al. (2021). Hydrological changes in late Antiquity: Spatio-temporal characteristics and socio-economic impacts in the Eastern Mediterranean. In P. Erdkamp, J. G. Manning, & K. Verboven (Eds.), Climate change and ancient societies in Europe and the near east. Diversity in collapse and resilience, Palgrave Studies in Ancient Economies. Palgrave MacMillan. https://doi.org/10.1007/978-3-030-81103- 7_18
Xoplaki, E., Luterbacher, J., Wagner, S., Zorita, E., Fleitmann, D., Preiser-Kapeller, J., et al. (2018). Modelling climate and societal resilience in the Eastern Mediterranean in the last millennium. Human Ecology, 46(3), 363–379. https://doi.org/10.1007/s10745-018-9995-9
Yosef, Y., Aguilar, E., & Alpert, P. (2019). Changes in extreme temperature and precipitation indices: Using an innovative daily homogenized database in Israel. International Journal of Climatology, 39(13), 5022–5045. https://doi.org/10.1002/joc.6125
Yu, Y., Kalashnikova, O. V., Garay, M. J., Lee, H., & Notaro, M. (2018). Identification and characterization of dust source regions across North Africa and the Middle East using MISR satellite observations. Geophysical Research Letters, 45(13), 6690–6701. https://doi.org/10.1029/2018GL078324
Zhao, L., Oleson, K., Bou-Zeid, E., Krayenhoff, E. S., Bray, A., Zhu, Q., et al. (2021). Global multi-model projections of local urban climates. Nature Climate Change, 11(2), 152–157. https://doi.org/10.1038/s41558-020-00958-8
Zittis, G., Almazroui, M., Alpert, P., Ciais, P., Cramer, W., Dahdal, Y., et al. (2022). Climate change and weather extremes in the Eastern Mediterranean and Middle East. Reviews of Geophysics, 60, e2021RG000762. https://doi.org/10.1029/2021RG000762
Zittis, G., Bruggeman, A., & Lelieveld, J. (2021). Revisiting future extreme precipitation trends in the Mediterranean. Weather and Climate Extremes, 34(August), 100380. https://doi.org/10.1016/j.wace.2021.100380
Zittis, G., Hadjinicolaou, P., Almazroui, M., Bucchignani, E., Driouech, F., El Rhaz, K., et al. (2021). Business-as-usual will lead to super and ultra-extreme heatwaves in the Middle East and North Africa. Npj Climate and Atmospheric Science, 4(1), 20. https://doi.org/10.1038/s41612-021-00178-7
Zoumides, C., Bruggeman, A., Giannakis, E., Camera, C., Djuma, H., Eliades, M., & Charalambous, K. (2017). Community- based rehabilitation of mountain terraces in Cyprus. Land Degradation & Development, 28(1), 95–105. https://doi.org/10.1002/ldr.2586




