Γράφει ο Δανιλάκης Βασίλειος

Πολιτικός Επιστήμονας – Πτυχιούχος ΠΜΣ «Ευρωπαϊκές και Διεθνείς Σπουδές», ΠΜΣ «Κράτος και Δημόσια Πολιτική» και ΠΜΣ «Στρατηγικές Διαχείρισης Περιβάλλοντος, Καταστροφών και Κρίσεων στους Διοικητικούς και Αναπτυξιακούς Τομείς» ΕΚΠΑ

 

Εισαγωγή

Οι σεισμοί είναι φυσικά φαινόμενα που εκδηλώνονται χωρίς σαφή προειδοποίηση, δεν μπορούν να αποτραπούν και παρά το γεγονός ότι διαρκούν πολύ λίγο, μπορούν να προκαλέσουν τεράστιες υλικές ζημιές στις ανθρώπινες υποδομές επιφέροντας παράλληλα σοβαρούς τραυματισμούς και απώλειες ανθρώπινων ζωών. Στην κατεύθυνση αυτή, μιας και τα σεισμικά φυσικά φαινόμενα είναι αδύνατον να ελεγχθούν ή να προβλεφθούν, η μόνη λύση είναι η ισχυροποίηση των αντισεισμικών σχεδιασμών και Κανονισμών.

Η εφαρμογή του αντισεισμικού Κανονισμού, δηλαδή η θέσπιση ενός κατώτερου επιπέδου ασφαλείας που πρέπει να πληρούν οι κατασκευές αποτελεί το βασικό μέτρο αντισεισμικής προστασίας. Ο αντισεισμικός Κανονισμός αποτελεί μια ισχυρή συμφωνία ανάμεσα στο επίπεδο αντισεισμικής προστασίας και στο κόστος που είναι διατεθειμένη η κοινωνία και η πολιτεία να πληρώσει. Οφείλει να συμβαδίζει με την πραγματικότητα, να έχει ρεαλιστικές βάσεις, να είναι σύγχρονος, να εξελίσσεται από τα γεωλογικά φαινόμενα και φυσικά να είναι αποδεκτός από την κοινωνία και το κατασκευαστικό τομέα. Όλα αυτά για να μην καταλήγει λόγω ασύμφορου κόστους να αγνοείται παντελώς, αυξάνοντας την τρωτότητά μας απέναντι στα σεισμικά φαινόμενα. Τι είναι αυτό όμως που αποτελεί γενεσιουργό μηχανισμό των εκάστοτε αντισεισμικών σχεδιασμών και Κανονισμών;

Παγκόσμιος χάρτης σεισμικών κινδύνων. Πηγή: Global Seismic Hazard Map Online Service https://www.gfz-potsdam.de/en/GSHAP/
Παγκόσμιος χάρτης σεισμικών κινδύνων. Πηγή: Global Seismic Hazard Map Online Service
https://www.gfz-potsdam.de/en/GSHAP/

Στην κατεύθυνση αυτή, στο πρώτο Κεφάλαιο γίνεται κριτική ανάλυση των γεγονότων που οδήγησαν στην εξέλιξη του αντισεισμικού σχεδιασμού σε τρία χαρακτηριστικά case studies σεισμογενών κρατών˙ στην Ελλάδα, στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ. Στόχος να εξεταστούν οι ισχυρότεροι καταστροφικοί σεισμοί, οι επιπτώσεις και οι συνέπειες που επέφεραν στους αντίστοιχους αντισεισμικούς Κανονισμούς στις χώρες που προαναφέρθηκαν.

Στο δεύτερο Κεφάλαιο, γίνεται μελέτη των παραγόντων αποτελεσματικότητας των αντισεισμικών Κανονισμών ανά τον κόσμο. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στους κοινωνικό-οικονομικούς παράγοντες, στην έννοια της τρωτότητας και στα φαινόμενα που επηρεάζουν τις επιπτώσεις των σεισμών. Η έρευνα ολοκληρώνεται με την αποτίμηση των συμπερασμάτων και την παράθεση των βιβλιογραφικών αναφορών.

Κεφάλαιο 1

1. Συγκριτική ιστορική εξέλιξη του αντισεισμικού Σχεδιασμού Ελλάδας, Ιαπωνίας, ΗΠΑ. Καταστροφικοί σεισμοί, επιπτώσεις και συνέπειες στους αντίστοιχους αντισεισμικούς Κανονισμούς

Στο Κεφάλαιο αυτό γίνεται προσπάθεια εξέτασης της εξέλιξης των αντισεισμικών σχεδιασμών με βάση τα γεγονότα – ορόσημα που αποτέλεσαν την γενεσιουργό αιτία τους. Τι λοιπόν ώθησε αυτή την εξέλιξη; Η απάντηση βρίσκεται στους ισχυρούς καταστροφικούς σεισμούς και στις επιπτώσεις που επέφεραν στους αντίστοιχους αντισεισμικούς Κανονισμούς αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο και την υφιστάμενη μηχανική κατασκευής των κτιρίων. Στη κατεύθυνση αυτή μελετώνται συγκριτικά οι περιπτώσεις της Ελλάδας, της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ.

Παγκόσμιος χάρτης σεισμικών κινδύνων. Πηγή: Global Earthquake Model (GEM) project https://www.globalquakemodel.org
Παγκόσμιος χάρτης σεισμικών κινδύνων. Πηγή: Global Earthquake Model (GEM) project https://www.globalquakemodel.org

1.1 Η Περίπτωση της Ελλάδας

Η ελληνική επικράτεια ενώ παρουσιάζει πολύ μεγάλη σεισμικότητα και υπολογίζεται ότι  προσεγγίζει το 50% της σεισμικής ενέργειας που εκλύεται σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο παρουσιάζει μικρό σεισμικό κίνδυνο, μόλις 15% του συνόλου της Ευρώπης. Αυτό συμβαίνει επειδή τα επίκεντρα των περισσότερων σεισμών βρίσκονται στη θάλασσα και σε αρκετές ακατοίκητες περιοχές με αποτέλεσμα τα σεισμικά κύματα πολλών σεισμών να περνούν από την περιοχή του Αιγαίου και να υφίστανται έντονη απόσβεση (Παπαζάχος, Κ.Β 1989).

Ευρωπαϊκός-μεσογειακός χάρτης σεισμικών κινδύνων. Πηγή: Global Seismic Hazard Map Online Service https://www.gfz-potsdam.de/en/GSHAP/
Ευρωπαϊκός-μεσογειακός χάρτης σεισμικών κινδύνων. Πηγή: Global Seismic Hazard Map Online Service https://www.gfz-potsdam.de/en/GSHAP/

Τα γεγονότα ορόσημα που ώθησαν την σύνταξη αντισεισμικών διατάξεων και Κανονισμών στην Ελλάδα ήταν:

  1.  Ο σεισμός της Κορίνθου και του Λουτρακίου το 1928 με 6,3 R (20 νεκροί, 30 σοβαρά τραυματίες και περίπου 2000 καταρρεύσεις κτιρίων),
  2.  O σεισμός της Λάρισας το 1932 με 6,3R (περίπου 40 νεκροί και σημαντικές καταρρεύσεις κτιρίων),
  3.  O σεισμός της Κεφαλονιάς το 1953 μεγέθους 7,3 R (476 νεκροί και πολύ μεγάλες υλικές καταστροφές, Theofili, C. and Vetere Arellano, A.L. 2001).

Οι σεισμοί αυτοί ώθησαν τους νομοθέτες στην αυστηριοποίηση των κανόνων αντισεισμικής θωράκισης  και στην υιοθέτηση των πρώτων διατάξεων αντισεισμικής προστασίας, έτσι ώστε να κατασκευάζονται οικοδομές με ανθεκτικότερη δομή. Το 1959 τέθηκε σε ισχύ ο γενικευμένος αντισεισμικός Κανονισμός για όλη την Ελλάδα, ο οποίος συνέχισε να αποτελεί το βασικό κανονιστικό κείμενο που αφορά την ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος.

Παρ’ όλ’ αυτά ακολούθησαν δυο ισχυροί σεισμοί που ώθησαν ακόμα περισσότερο την εξέλιξη του αντισεισμικού Κανονισμού.

  1. Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης (20 Ιουνίου 1978- 6,5R – 45 νεκροί) (Σεισμός της Θεσσαλονίκης 1978),
  2. Ο σεισμός  της Αθήνας (Ρήγμα Αλκυονίδων 24 Φεβρουαρίου 1981– 6,7R – 20 νεκροί).

 

Oι μεγάλοι αυτοί σεισμοί είχαν ως αποτέλεσμα την εισαγωγή πρόσθετων, αυστηρότερων κατασκευαστικών και υπολογιστικών διατάξεων το 1984. Ήταν πλέον επιτακτική ανάγκη η σύνταξη ενός νέου αντισεισμικού Κανονισμού από τον Οργανισμό Αντισεισμικής Προστασίας (Ο.Α.Σ.Π.), ο οποίος ολοκληρώθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή το 1995 (Ν.Ε.Α.Κ. – Νέος Αντισεισμικός Κανονισμός). Ο νέος Κανονισμός ήταν πληρέστερος και πιο ολοκληρωμένος από τους προηγούμενους, μιας και είχε βασικό στόχο την ενσωμάτωση νέων υπολογιστικών δυνατοτήτων στη φάση της μελέτης των κατασκευών. Το αποτέλεσμα της υιοθέτησης των διατάξεων του Ν.Ε.Α.Κ. ήταν η αλματώδης αύξηση της ποιότητας των κατασκευών αλλά και της αντισεισμικής αντοχής τους.

Στη συνέχεια στις 7 Σεπτεμβρίου του 1999 συνέβη ο καταστροφικός σεισμός στην Πάρνηθα (5,9R – 143 νεκροί), ο οποίος επέφερε ακόμα περισσότερες αλλαγές στην εξέλιξη του αντισεισμικού Κανονισμού στην Ελλάδα. Οι ζημιές που προκάλεσε αυτός ο σεισμός υπολογίζονται σε 10 εκατομμύρια ευρώ (Pomonis A. 2002). Αξίζει να σημειωθεί ότι στον σεισμό της Πάρνηθας διαπιστώθηκε ότι οι νέες μέθοδοι σχεδιασμού που ίσχυαν είχαν αποδώσει θετικά και αυτό γιατί οι καταρρεύσεις αφορούσαν κυρίως παλαιότερα κτίρια ή κάποια νεότερα κτίρια, στα οποία δεν είχαν τηρηθεί οι υφιστάμενες κατασκευαστικές διατάξεις  του 1995. Παρ’ όλ’ αυτά το σύνολο των επιπτώσεων του σεισμού τροποποίησε τον μέχρι τότε υφιστάμενο αντισεισμικό Κανονισμό και οδήγησε στην θεσμοθέτηση του ΕΑΚ 1999, ο οποίος κάλυψε σχεδιαστικές και υπολογιστικές αδυναμίες που είχαν γίνει φανερές. (Υ.Α. Δ17α/141/3/ΦΝ 275/1999 – Έγκριση Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού).

Xάρτης σεισμικών κινδύνων στον Ελληνικό χώρο. Πηγή: Νatural Hazard Maps of Greece http://www.eaee.gr/cms/sites/default/files/cat-hazard_maps.pdf
Xάρτης σεισμικών κινδύνων στον Ελληνικό χώρο. Πηγή: Νatural Hazard Maps of Greece
http://www.eaee.gr/cms/sites/default/files/cat-hazard_maps.pdf

Στη συνέχεια το 2003 και το 2010 στα πλαίσια της εναρμόνισης των εθνικών κατασκευαστικών διατάξεων με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά κείμενα (Eυρωκώδικες) έγιναν επιπρόσθετες τροποποιήσεις στον αντισεισμικό Κανονισμό ( Υ.Α. Δ17α/10/44/ΦΝ 275/2010 – Τροποποίηση της απόφασης έγκρισης του «Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού – ΕΑΚ -2010). Οι Ευρωκώδικες 1-9 αποτελούν τα κανονιστικά κείμενα που εξασφαλίζουν την ποιότητα και την αντισεισμική θωράκιση των κατασκευών, ενώ ο Ευρωκώδικας 8 περιγράφει τον σχεδιασμό έναντι των σεισμικών δράσεων (Bisch. P, E. Carvalho, H. Degee, P. Fajfar, M. Fardis, P. Franchin, M. Kreslin, A. Pecker, P. Pinto, A. Plumier, H. Somja, G. Tsionis 2001).

1.2 Η Περίπτωση της Ιαπωνίας

 H Iαπωνία είναι μια ξεχωριστή περίπτωση μελέτης, μιας και ενώ αποτελεί το 1% της επιφάνειας του πλανήτη συνιστά παράλληλα την περιοχή που συγκεντρώνει το 20% των μεγαλύτερων σεισμών πάνω από 6 βαθμούς της κλίμακας R (Reitherman, R. ,2008). Όμως τι ισχύει στην περίπτωση της Ιαπωνίας; Υπήρχε ανέκαθεν τόσο ισχυρή αντισεισμική θωράκιση στα κτήριά της που ισχύει σήμερα; Η αλήθεια είναι πως όχι. Πράγματι ενώ άλλα κράτη όπως η Κίνα, το Πακιστάν, το Ιράν, η Ταιβάν και η Αρμενία αντιμετώπισαν εξίσου μεγάλους σεισμούς, το μοντέλο της Ιαπωνίας αποτελεί ξεχωριστό μοντέλο εξέλιξης του  αντισεισμικού Σχεδιασμού.

Παγκόσμιος χάρτης σεισμικών κινδύνων – Xαρακτηριστικό πως η Ιαπωνία είναι στον ανώτατο κόκκινο δείκτη. Πηγή: Global Seismic Hazard Map Online Service https://www.gfz-potsdam.de/en/GSHAP/
Παγκόσμιος χάρτης σεισμικών κινδύνων – Xαρακτηριστικό πως η Ιαπωνία είναι στον ανώτατο κόκκινο δείκτη. Πηγή: Global Seismic Hazard Map Online Service
https://www.gfz-potsdam.de/en/GSHAP/

Για την Ιαπωνία, το δεύτερο μισό του 19ου  αιώνα αποτέλεσε την περίοδο, όπου η πολιτική κατάσταση άλλαξε προς ένα κοινοβουλευτισμό μοντέρνας Ευρωπαϊκής χώρας με ενισχυμένη αστικοποίηση και νέα οπτική απέναντι στις φυσικές καταστροφές. Η νέα αυτή πολιτική πραγματικότητα άφησε για πάντα στο παρελθόν τις μυθολογικές ερμηνείες του παρελθόντος και ενίσχυσε την επιστημονική ανάλυση των σεισμών. Μεγάλη σημασία διαδραμάτισε η ίδρυση του πανεπιστημίου του Τόκιου και ιδιαίτερα της σχολής μηχανικών που στόχος ήταν να εκπαιδευτούν άρτια μηχανολόγοι μηχανικοί για να εκσυγχρονίσουν στο μέγιστο τις υποδομές της Ιαπωνίας καθιστώντας την ανεξάρτητη και ισχυρή απέναντι στη δύση.

Παρ’ όλ’ αυτά την περίοδο αυτή η κοινωνία της Ιαπωνίας είχε να αντιμετωπίσει ισχυρούς σεισμούς, οι οποίοι ώθησαν ακόμα περισσότερο την ανάγκη για έρευνα και γνώση αυτού του φυσικού φαινομένου. Ο σεισμός του Τόκυο το 1855 (8,0R – 7000 νεκροί) συντάραξε την κοινωνία της Ιαπωνίας (The 1855 Edo earthquake), ο σεισμός του 1880 της Yokohama (5,5R – 143 νεκροί) αποτέλεσε το εφαλτήριο για την ίδρυση της πρώτης σεισμολογικής επιστημονικής κοινότητας στον κόσμο (Reitherman, R. ,2008), ο σεισμός του 1891 (8,0R – 7000 νεκροί)  αποτέλεσε το γεγονός που οδήγησε τον Bunjiro Koto να συμπεράνει σωστά ότι το υπαίτιο ήταν το ίδιο το σεισμογόνο φαινόμενο, ενώ η σεισμική ανάδευση ήταν το επιφαινόμενο (1891 Mino–Owari earthquake). Την περίοδο αυτή οφείλουμε να αναφέρουμε τον μεγάλο σεισμό του 1896 (7,6R – 27122 νεκροί)  στις ακτές του Ειρηνικού. Αξιοσημείωτο σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι τα παλιρροϊκά κύματα είναι αυτά που προκάλεσαν τόσα πολλά θύματα (1896 Sanriku earthquake) και όχι το ίδιο το σεισμικό φαινόμενο.

Επόμενο μεγάλο ορόσημο στους αντισεισμικούς Κανονισμούς της Ιαπωνίας αποτέλεσε ο μεγάλος σεισμός του 1923 (7,9 – 142.807 νεκροί – 103.733 τραυματίες), ο οποίος ώθησε την δημιουργία ενός ολοκληρωμένου γενικού ρυθμιστικό αντισεισμικού πλαισίου που θεσπίστηκε το 1924 (The 1923 Great Kantō earthquake). Ο σεισμός του 1923 έδωσε την ώθηση στη χρήση του χαλύβδινου οπλισμένου σκυροδέματος σε σύγκριση με την παραδοσιακή κατασκευή οπλισμένου σκυροδέματος αντικαθιστώντας παράλληλα την μη ενισχυμένη τοιχοποιία (Ishiyama, Y. 2011). Τα τούβλα ενισχύθηκαν με οριζόντια σύνδεση σιδήρου και κάθετες ράβδους ενσωματωμένες στις αρθρώσεις αποτελώντας την πρόωρη εφαρμογή της βασικής τεχνικής που αργότερα θα χρησιμοποιείται ευρέως σε όλο τον κόσμο στα πλαίσια της αντισεισμικής τοιχοποιίας. Αυτή η εμπειρία οδήγησε στην ανάπτυξη σύνθετου χάλυβα και οπλισμένου σκυροδέματος ειδικά για τα πολυώροφα κτίρια. Παράλληλα η ίδρυση του Ινστιτούτου Σεισμικών Ερευνών το 1925 στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο συνετέλεσε στην περεταίρω μελέτη του σεισμικού φαινομένου και των μηχανισμών σεισμικής θωράκισης (Reitherman, R. ,2008).

Το επόμενο χρονικό διάστημα ακολούθησαν:

  1. Ο σεισμός του 1927 στο Τάνγκο, κοντά στο Κιότο (7,3 R – 2.925 νεκροί) (The 1927 Kita Tango earthquake),
  2. Ο σεισμός του 1933 στο Σανρίκου (8,3R – 3.008 νεκροί) (The 1933 Sanriku earthquake),

Οι αντισεισμικοί Κανονισμοί αναθεωρήθηκαν ξανά το 1932 και το 1937 συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών στα επιτρεπόμενα όρια αντοχής. Το 1941 η Ιαπωνική Εταιρεία Προώθησης της Επιστήμης ξεκίνησε την έρευνα σε ένα σεισμικό Κανονισμό με τη χρήση ενός πολύ υψηλότερου σεισμικού συντελεστή από 0,3 έως 0,4 αλλά με τις καθορισμένες τάσεις Σχεδιασμού στο επίπεδο τάσης απόδοσης, πρόδρομος της σημερινής μεθόδου (Reitherman, R. ,2008). Το ξέσπασμα όμως των εχθροπραξιών μεταξύ Ιαπωνίας-Κίνας και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1941-1945 ανέβαλαν την ανάπτυξη περαιτέρω αντισεισμικών Κανονισμών καθώς και της σεισμικής μηχανικής έρευνας.

Το χρονικό διάστημα συνέβησαν:

  1. Ο σεισμός του 1943, στο Τοτόρι, της νήσου Χονσού (7,2R – 1.083 νεκροί) (The 1943 Tottori earthquake),
  2. Ο σεισμός του 1944, στα παράλια του Ειρηνικού στην κεντρική Ιαπωνία, (7,9R – 1.223 νεκροί) (The 1944 Tōnankai earthquake),
  3. Ο σεισμός του 1945, στη Μικάουα, της νήσου Χονσού, σεισμός μεγέθους (7,1R – 2.306 νεκροί) (The 1945 Mikawa earthquake),
  4. Ο σεισμός του 1946, στη Δυτική Ιαπωνία (8,1R –  432 νεκροί) (The 1946 Nankai earthquake),
  5. Ο σεισμός του 1948, στο Φουκούι, δυτικά του Τόκιο, (7,1R – 3.895 νεκροί) (1948 Fukui earthquake).

Μελετώντας την παραπάνω περίοδο αναφορικά με τις πολιτικές και ιστορικές εξελίξεις που διαδραματίστηκαν, αλλά και κυρίως σε σχέση με τους σεισμούς που υπήρξαν στην Ιαπωνία, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο μεγάλος σεισμός του 1923 και το ντόμινο των αποφάσεων και αλλαγών που προκάλεσε στον αντισεισμικό Σχεδιασμό ήταν καταλυτικός για την μείωση των θυμάτων στους μελλοντικούς σεισμούς. Με λίγα λόγια οι υποδομές έγιναν πιο ισχυρές και ανθεκτικές (Otani, Shunsuke October 2008). Η επόμενη σημαντική αλλαγή κώδικα ήρθε με το 1948 Engineering Standard, JES-3001, το οποίο συνυπήρχε με το γενικό ρυθμιστικό πλαίσιο του 1924 (Japanese Industrial Standards).

Την περίοδο μετα το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1950 – 2000) η Ιαπωνία προσπαθούσε να συνέλθει από τις καταστροφικές επιπτώσεις και να επιδιορθώσει τις υποδομές της. Αναπτύχθηκαν μεγάλοι επιχειρηματικοί κατασκευαστικοί και ηλεκτρονικοί κολοσσοί, καθιερωθήκαν παγκόσμιες διασκέψεις για τη σεισμική μηχανική, ιδρύθηκε η Διεθνής Ένωση Σεισμικής Μηχανικής κάτω από την αμέριστη υποστήριξη της κυβέρνησης της Ιαπωνίας, ενώ η τεράστια επιστημονική κοινότητα σεισμικής μηχανολογίας της Ιαπωνίας απέκτησε ηγετικό ρολό στην διάδοση της γνώσης της αντισεισμικής θωράκισης. Το 1961 εγκαινιάστηκε η πολιτική αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών με την Βασική Πράξη Αντιμετώπισης Καταστροφών (Disaster Countermeasures Basic Act), η οποία αναθεωρήθηκε το 1997 (Japan: Disaster countermeasures basic act, No. 223 of 15 November 1961; revised June 1997). Η εξειδίκευση για τους σεισμούς έγινε με την Πράξη Αντιμετώπισης Μεγάλης Κλίμακας Σεισμών (Large-scale Earthquake Countermeasures Act).

Η οικονομία της Ιαπωνίας αναπτύχθηκε μαζί με μια σταθερή δημοκρατική πολιτική κατάσταση και ενώ μέχρι το 1960 από τις σεισμικές καταστροφές έχαναν τη ζωή τους περίπου 1000 άτομα το χρόνο, οι αλλαγές στους αντισεισμικούς μηχανισμούς και η κατασκευή πολύ ενισχυμένων κτηρίων είχε ως αποτέλεσμα στους σεισμούς που ακολούθησαν τα θύματα να είναι  πολύ λιγότερα. Συγκεκριμένα:

  1. Ο σεισμός του 1968, στη νήσο Χοκάιντο, (7,9R – 52 νεκροί) (The 1968 Tokachi earthquake),
  2. Ο σεισμός του 1974, (6,9R – 38 νεκροί) (The 1974 Izu Peninsula earthquake),
  3. Ο σεισμός του 1983, (7,7R – 104 νεκροί) (The 1983 Sea of Japan earthquake),
  4. Ο σεισμός του 1993, στο Οκουσίρι της Βόρειας Ιαπωνίας, (7,8R – 229 νεκροί) (The 1993 Hokkaidō earthquake),
  5. Ο σεισμός του 1995, (7,2R – 6.430 νεκροί) (Great Hanshin earthquake), (Oka, K., M Sugito, and A. Yashima, 1995),
  6. Ο σεισμός του 2003, (8,0R – 1 νεκρός) (The 2003 Hokkaidō earthquake),
  7. Ο σεισμός του 2004, (6,8R – 40 νεκροί) (The 2004 Chūetsu earthquake),
  8. Ο σεισμός του 2007, (6,8R -11 νεκροί) (The 2007 Chūetsu offshore earthquake),
  9. Ο σεισμός του 2008 στην βόρεια Ιαπωνία, (7,2R – 3 νεκροί) (The 2008 Iwate–Miyagi Nairiku earthquake)
Σύγκριση του ιαπωνικού εθνικού χάρτη κινδύνου με τις θέσεις σεισμών από το 1979 που προκάλεσαν 10 ή περισσότερους θανάτους. Όλοι αυτοί οι σεισμοί, συμπεριλαμβανομένου του σεισμικού μεγέθους 9,1 Tohoku, σημειώθηκαν σε περιοχές που χαρακτηρίζονται ως ζώνες χαμηλού κινδύνου. Πηγή: Geller, Robert J., Nature, 2011 https://www.earthmagazine.org/article/assessing-how-well-earthquake-hazard-maps-work-insights-weather-and-baseball
Σύγκριση του ιαπωνικού εθνικού χάρτη κινδύνου με τις θέσεις σεισμών από το 1979 που προκάλεσαν 10 ή περισσότερους θανάτους. Όλοι αυτοί οι σεισμοί, συμπεριλαμβανομένου του σεισμικού μεγέθους 9,1 Tohoku, σημειώθηκαν σε περιοχές που χαρακτηρίζονται ως ζώνες χαμηλού κινδύνου. Πηγή: Geller, Robert J., Nature, 2011 https://www.earthmagazine.org/article/assessing-how-well-earthquake-hazard-maps-work-insights-weather-and-baseball

Από την εξέλιξη των αντισεισμικών Κανονισμών μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το μοντέλο της Ιαπωνίας αποτελεί ίσως το πιο επιτυχημένο σύστημα αντιμετώπισης καταστροφών και αυτό γιατί βασίζεται στην σωστή κατανομή των αρμοδιοτήτων και του προϋπολογισμού, επενδύει στην έρευνα και στην ανάπτυξη και επιδιώκει συγκριμένους στόχους που αποδίδουν αποτελέσματα. Υπάρχει ένα επιχειρησιακό κεντρικό σχέδιο για την επέμβαση σε περίπτωση καταστροφής και η κάθε περιφέρεια και δήμος καταρτίζει το δικό του εξειδικευμένο επιχειρησιακό πρόγραμμα. Σε περίπτωση καταστροφής ενεργοποιούνται όχι μόνο οι δυνάμεις Πολιτικής Προστασίας αλλά και τοπικές ΜΚΟ πρόληψης καταστροφών. Ο Πρωθυπουργός προεδρεύει στο Κεντρικό Συμβούλιο Πρόληψης Καταστροφών, το οποίο συγκροτείται από την Εθνική Υπηρεσία Γης, 28 Υπουργεία, ακαδημαϊκούς φορείς και την Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας.

Ασφαλώς ακόμα και αυτό το τόσο άρτια οργανωμένο σύστημα δεν αποκλείεται να απειληθεί από κινδύνους και γεγονότα που δεν είχαν συμβεί στο παρελθόν όπως πχ ο μεγάλος σεισμός του 2011 μεγέθους 9.1R (15,899 νεκροί – 6,157 τραυματισμένοι – 2,537 αγνοούμενοι) με τις τεράστιες καταστροφές που επέφερε. Ο σεισμός του 2011 (The 2011 Tōhoku earthquake and tsunami) ήταν ο ισχυρότερος σεισμός που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ιαπωνία και ο τέταρτος ισχυρότερος σεισμός στον κόσμο από τότε που ξεκίνησε η σύγχρονη τήρηση αρχείων το 1900. Ο σεισμός προκάλεσε ισχυρά κύματα τσουνάμι που έφτασαν σε ύψη έως και 40,5 μέτρα (133 πόδια) στο Miyako στο Νομό Iwate του Τοχόκου, και τα οποία, στην περιοχή του Σεντάι, ταξίδεψαν στα 700 km / h (435 mph) και έως 10 χλμ. (6 μίλια) στην ενδοχώρα.  Οι κάτοικοι του Σεντάι είχαν μόνο οκτώ έως δέκα λεπτά προειδοποίησης και βαθμός και η έκταση των ζημιών που προκλήθηκαν από τον σεισμό και το συνακόλουθο τσουνάμι ήταν τεράστιες, με τις περισσότερες από τις ζημίες να προκαλούνται από το τσουνάμι (Kanekiyo, Kensuke; Ishimura, Akira, eds. 2011).

1.3 Η Περίπτωση των ΗΠΑ

 Στην περίπτωση των ΗΠΑ γεγονότα ορόσημα στην εξέλιξη των αντισεισμικών Κανονισμών αποτέλεσαν πέντε μεγάλοι σεισμοί που συνέβησαν στην πιο σεισμογενή πολιτεία των ΗΠΑ, την πολιτεία της Καλιφόρνιας λόγω του μεγάλου ρήγματος του Αγίου Ανδρέα.

Πρώτον ο μεγάλος σεισμός του Σαν Φρανσίσκο στις 18 Απρίλιου του 1906 συνέβη σε μια εποχή που δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα η κλίμακα Ρίχτερ (The 1906 San Francisco earthquake). Ως εκ τούτου με βάση την κλίμακα Rossi-Forel, η οποία χρησιμοποιούνταν τότε (τιμές από 1 έως 10) υπολογίστηκε στο 9. Αργότερα με την πρόοδο της επιστήμης το μέγεθός του υπολογίστηκε περίπου στο 8.2R. Ο σεισμός προκλήθηκε από το ρήγμα του Αγίου Ανδρέα, μερικά χιλιόμετρα βόρεια από το Σαν Φρανσίσκο. Δρόμοι διαλύθηκαν, τα περισσότερα κτήρια εξαφανίστηκαν στα χαλάσματα, ενώ μετα το σεισμό ακολούθησε μια τεράστιας έκτασης πυρκαγιά. Υπήρξαν περίπου 3000 θάνατοι και περίπου 225.000 τραυματισμοί, ενώ  οι απώλειες περιουσιακών στοιχείων από την καταστροφή εκτιμάται ότι υπερβαίνουν τα 400 εκατομμύρια δολάρια σε δολάρια ΗΠΑ περιόδου 1906. Αυτό ισοδυναμεί με 10,9 δισεκατομμύρια δολάρια σε δολάρια ΗΠΑ 2017 (Wald, David J.; Kanamori, Hiroo; Helmberger, Donald V.; Heaton, Thomas H. 1993).

Παγκόσμιος χάρτης σεισμικών φαινομένων – Xαρακτηριστικό πως η δυτική ακτή των ΗΠΑ έχει δώσει μερικούς από τους πιο μεγάλους σεισμούς. Πηγή: Global Seismic Hazard Map Online Service https://www.gfz-potsdam.de/en/GSHAP/
Παγκόσμιος χάρτης σεισμικών φαινομένων – Xαρακτηριστικό πως η δυτική ακτή των ΗΠΑ έχει δώσει μερικούς από τους πιο μεγάλους σεισμούς. Πηγή: Global Seismic Hazard Map Online Service
https://www.gfz-potsdam.de/en/GSHAP/

Δεύτερον ο σεισμός του Long Beach πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαρτίου 1933 νότια του κέντρου του Λος Άντζελες. Το επίκεντρο ήταν νοτιοανατολικά του Long Beach της Καλιφόρνια, στο Newport-Inglewood Fault. Ο σεισμός είχε μέγεθος 6,4R και η ζημιά στις υποδομές ήταν ευρέως διαδεδομένη σε ολόκληρη τη νότια Καλιφόρνια (The 1933 Long Beach earthquake). Προέκυψαν καταστροφές αξίας σαράντα εκατομμυρίων δολαρίων και 115-120 θάνατοι. Στο Long Beach τα κτίρια κατέρρευσαν, ενώ τα σχολικά κτίρια συγκαταλέγονταν στις δομές που υπέστησαν τις πιο σοβαρές ζημιές. Αναγνωρίστηκε ότι οι μη ενισχυμένοι τοίχοι που έφεραν τοιχοποιία ήταν ο λόγος για τον οποίο τα σχολικά κτίρια υπέστησαν τόσο μεγάλη ζημιά μετά τον σεισμό. Πολλά σχολικά κτίρια υπέστησαν βλάβη, με περισσότερα από 230 σχολικά κτίρια που είτε καταστράφηκαν, υπέστησαν σοβαρές ζημιές είτε κρίθηκαν μη ασφαλή για κατοχή (Evolution of Codes).

Ο σεισμός έφερε στην επιφάνεια την ανάγκη για αντισεισμικό Σχεδιασμό στις υποδομές της Καλιφόρνιας. Το νομοθετικό σώμα της Καλιφόρνιας ψήφισε τον νόμο περί πεδίου στις 10 Απριλίου 1933, ορίζοντας ότι τα σχολικά κτίρια πρέπει να είναι ανθεκτικά στο σεισμό. Αυτός ο σεισμός ώθησε την κυβέρνηση να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην ανακούφιση από καταστροφές. Η κυβέρνηση δημιούργησε το Reconstruction Finance Corporation χορηγώντας δάνεια για την ανακατασκευή κτιρίων που επλήγησαν κατά τη διάρκεια της φυσικής καταστροφής. Το Γραφείο Δημόσιων Δρόμων ανέλαβε επίσης δράση για την ανακατασκευή δρόμων, αυτοκινητοδρόμων και γεφυρών. Η οικονομία του Long Beach ήταν σε θέση να επιστρέψει στην κανονική λειτουργία της πολύ γρήγορα λόγω της ανόδου της βιομηχανίας αεροσκαφών. Για να υποστηρίξει τις προσπάθειες του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, το Long Beach δημιούργησε ναυπηγεία και αύξησε τον αριθμό των αεροσκαφών που παράγονται. Αυτό βοήθησε άμεσα στην επισκευή του Long Beach και στη σταθεροποίηση της οικονομίας μετά την καταστροφή.

Τρίτον ο σεισμός του Σαν Φερνάντο του 1971 έγινε στις 9 Φεβρουαρίου στη νότια Καλιφόρνια. Ο σεισμός είχε μέγεθος 6,5R και οι περιοχές που επηρεάστηκαν πιο πολύ ήταν οι απομακρυσμένες κοινότητες βόρεια του Λος Άντζελες που οριοθετούνται από το βόρειο άκρο της κοιλάδας San Fernando (Τhe 1971 San Fernando earthquake). 58 θύματα συγκαταλέγονται στους άμεσους θανάτους από το σεισμό, ενώ οι μεγάλες ζημιές παρατηρήθηκαν σε κτίρια που είχαν κατασκευαστεί πριν από την υιοθέτηση των νέων τεχνικών κατασκευής που είχαν τεθεί σε εφαρμογή μετά τον σεισμό του Long Beach το 1933. Τα κτίρια που υπέστησαν βλάβες ήταν διάφορες δομές ξύλου και τοιχοποιίας.

Τέταρτον ο σεισμός του Coalinga το 1983 με μέγεθος 6,7R προκάλεσε ζημιές ύψους 10 εκατομμυρίων δολαρίων και τραυμάτισε 94 άτομα (The 1983 Coalinga earthquake). Οι ζημιές ήταν σοβαρές στην περιοχή μιας και η εμπορική συνοικία οκτώ μπλοκ καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο σεισμός προκάλεσε μεγάλες κατολισθήσεις 34 χλμ. Βορειοδυτικά, 15 χλμ. Νότια και 26 χλμ. Νοτιοδυτικά από το επίκεντρο.

Πέμπτον ο σεισμός Loma Prieta του 1989 συνέβη στη Βόρεια Καλιφόρνια στις 17 Οκτωβρίου. Είχε μέγεθος 6,9R και προκάλεσε 63 θανάτους, 3,757 τραυματισμούς και αρκετές καταστροφές σε διοικητικές δομές και κτήρια (The 1989 Loma Prieta earthquake).

Xάρτης σεισμικών κινδύνων στις ΗΠΑ. Πηγή: Incorporating Induced Seismicity in the 2014 United States National Seismic Hazard Model--Results of 2014 Workshop and Sensitivity Studies https://www.researchgate.net/publication/283488988_Incorporating_Induced_Seismicity_in_the_2014_United_States_National_Seismic_Hazard_Model--Results_of_2014_Workshop_and_Sensitivity_Studies
Xάρτης σεισμικών κινδύνων στις ΗΠΑ. Πηγή: Incorporating Induced Seismicity in the 2014 United States National Seismic Hazard Model–Results of 2014 Workshop and Sensitivity Studies
https://www.researchgate.net/publication/283488988_Incorporating_Induced_Seismicity_in_the_2014_United_States_National_Seismic_Hazard_Model–Results_of_2014_Workshop_and_Sensitivity_Studies

Όλοι αυτοί οι μεγάλοι σεισμοί ώθησαν την ενίσχυση της αμερικανικής νομοθεσίας σχετικά με την σεισμική ασφάλεια. Μετά τον σεισμό του 1933 στο Long Beach, δημιουργήθηκε ο νόμος περί πεδίου και μετά τον σεισμό Loma Prieta του 1989 δημιουργήθηκε ο νόμος περί χαρτογράφησης των σεισμικών κινδύνων και το νομοσχέδιο της Γερουσίας του 1953 (απαιτήσεις ασφάλειας νοσοκομείων). Μετά το σεισμό του Σαν Φερνάντο μηχανικοί και σεισμολόγοι από καθιερωμένους επιστημονικούς οργανισμούς, καθώς και η νεοσυσταθείσα επιτροπή σεισμών του Λος Άντζελες, παρουσίασαν τον κατάλογο των παραγόντων που χρειάζονταν βελτιώσεις (Beavers, J. E. 2002). Περιλαμβάνονταν νέοι κώδικες κατασκευής, νέα πιο ανθεκτικά φράγματα, γέφυρες και νοσοκομεία καθώς επίσης και μέτρα περιορισμού της ανάπτυξης κοντά σε γνωστές ζώνες σφαλμάτων (Stover, C.W.; Coffman, J.L. 1993). Η νέα νομοθεσία περιελάβανε τον νόμο για τις ζώνες ειδικών σπουδών Alquist-Priolo και την ανάπτυξη του προγράμματος Instrumentation Strong Motion.

Αξίζει να σημειωθεί πως η αντισεισμική πολιτική στις ΗΠΑ θεωρείται από τις πιο ολοκληρωμένες γιατί ναι μεν οργανώνεται σε ομοσπονδιακό επίπεδο και σε επίπεδο Πολιτείας αλλά αφετέρου βασίζεται σε μακροχρόνια αντισεισμικά σχέδια με συγκεκριμένους στόχους. Το 1997 τέθηκε σε εφαρμογή σε ομοσπονδιακό επίπεδο το Εθνικό Πρόγραμμα Μείωσης Σεισμικών Κινδύνων, το οποίο α) καθόρισε τους εθνικούς χάρτες σεισμικής επικινδυνότητας που αντιπροσωπεύουν τη βασική γραμμή αναφοράς για την περιγραφή του σεισμικού κινδύνου σε όλες τις ΗΠΑ, β)  ανέπτυξε τις εθνικές τιμές σχεδιασμού σεισμικού κινδύνου, έτσι ώστε να χρησιμοποιούνται ως συναινετική βάση σε δημοσιευμένες διατάξεις και κατευθυντήριες γραμμές (                                             Beavers, J. E. 2002).

Ουσιαστικά προέβλεπε τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό, συντονισμό και την έρευνα με βασικό στόχο την μείωση των ανθρώπινων και υλικών απωλειών για όλες τις ΗΠΑ και για πρώτη φορά καθόρισε τις αρμοδιότητες των τεσσάρων βασικών ομοσπονδιακών φορέων αντισεισμικής πολιτικής:

  1.  Του Εθνικού Ινστιτούτου Τεχνολογίας (National Institute of Standards and Technology),
  2.  Tης Επιθεώρησης Γεωλογικών Ερευνών των ΗΠΑ ( United States Geological Survey), αρμόδια για την ερευνητική δραστηριότητα στους τομείς σεισμολογίας, γεωλογίας και γεωφυσικής,
  3.  Του Εθνικού Ινστιτούτου Τεχνολογίας (Νational Institute of Standards and Technology), αρμόδιο για την έρευνα και την εκτίμηση επικινδυνότητας στον τομέα των κατασκευών,
  4.  Της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Αντιμετώπισης Έκτακτης Ανάγκης (Federal Emergency Management Agency, FEMA) αρμόδια για την σύνταξη πενταετούς σχεδίου σε ομοσπονδιακό επίπεδο, για τον συντονισμό της επέμβασης και της αποκατάστασης και για την παροχή χρηματοδοτουμένων πενταετών προγραμμάτων σε επίπεδο Πολιτειών (FEMA Strategic Plan 2000-2008).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

2.1 Κοινωνικό-Οικονομικοί Παράγοντες, Τρωτότητα και Φαινόμενα που επηρεάζουν τις Επιπτώσεις των Σεισμών

Αναλύοντας στο προηγούμενο Κεφάλαιο τα γεγονότα ορόσημα των μεγάλων σεισμών και πως αυτά οδήγησαν στην εξέλιξη των αντισεισμικών Κανονισμών και σχεδιασμών στην Ελλάδα, στην Ιαπωνία  και στις ΗΠΑ παρατηρούμε ότι στην Ελλάδα η δημόσια αντισεισμική πολιτική ακολουθεί συνήθως την ροή των καταστροφικών γεγονότων και πραγματοποιείται υπό την πολιτική πίεση που συνεπάγεται μία μεγάλη οικονομική και κοινωνική καταστροφή και δεν αποτελεί αποτέλεσμα μια διεξοδικής οικονομοτεχνικής και κοινωνικής ανάλυσης. Είναι σαφές ότι η υιοθέτηση των διαρκώς πιο αυστηρών διατάξεων του αντισεισμικού Κανονισμού συνεπάγεται ένα σημαντικό οικονομικό κόστος για τον πολίτη αλλά και για το κράτος και τις υποδομές του. Αντίθετα στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ οι μεγάλοι καταστροφικοί σεισμοί αποτέλεσαν το εφαλτήριο για ολοκληρωμένη αντισεισμική πολιτική και μακροχρόνια σχέδια με συγκεκριμένους στόχους και επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Είναι σαφές, ότι η εξέλιξη των αντισεισμικών Κανονισμών επηρεάζεται από τα εκάστοτε πολιτικά και οικονομικά κριτήρια που ισχύουν σε κάθε χώρα και έχουν να κάνουν με την πολιτική θέληση, τη μείωση του πολιτικού κόστους και την οικονομική επάρκεια επίτευξης αυτών των στόχων (Lufkin Bryan 2015).

Αφού λοιπόν τα σεισμικά φαινόμενα σεισμός δεν μπορούν να προβλεφθούν είναι λογικό οι αντισεισμικοί Κανονισμοί να πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένοι για να μειώνουν την τρωτότητά μας απέναντι στις επιπτώσεις τους. Η μείωση της τρωτότητας απέναντι στους σεισμούς αποτελεί επιτακτική ανάγκη της κάθε Πολιτείας, μιας και ο σεισμός είναι ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο μπορεί να προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον σε πολύ μικρό χρόνο και χωρίς να υπάρξει ουσιαστική προειδοποίηση. Το στοιχείο της τρωτότητας που μπορεί να χαρακτηρίζει ένα σύστημα, όπως μια ομάδα ανθρώπων, μια περιοχή, μια πόλη ή μια χώρα, διαθέτει δύο βασικές διαστάσεις: την εξωτερική της διάσταση που συνδέεται με την έκθεση του συστήματος σε εξωτερικές πιέσεις και αιφνίδια γεγονότα και την εσωτερική της διάσταση που συνδέεται με τη αδυναμία, την έλλειψη αμυντικής ικανότητας και την ανικανότητα αποφυγής των καταστροφικών απωλειών (Sapountzaki, K., 2007).

Οι έννοιες της τρωτότητας και της ικανότητας της εκάστοτε χώρας ή ακόμα και των εκάστοτε περιοχών απέναντι στα σεισμικά φαινόμενα εμπεριέχουν τους ίδιους τους κοινωνικό-οικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν και το μέγεθος των επιπτώσεων των σεισμών. Συγκεκριμένα ομάδες πληθυσμών που ζουν σε διαφορετικά θεσμικά, οικονομικά, κοινωνικά πολιτισμικά και πολιτικά πλαίσια εντάσσονται σε διαφορετικές βαθμίδες τρωτότητας (Σαπουντζάκη, 2007). Παράλληλα ενώ οι συνέπειες ενός σεισμού είναι πολύπλευρες και εκτείνονται σε μεγάλο πλήθος τομέων της κοινωνικής και οικονομική ζωής επηρεάζοντας όχι μόνο την περιοχή του πλήγματος αλλά κάποιες φορές και ευρύτερες περιοχές (περιφέρειες, κράτη), συμβαίνει το εξής οξύμωρο. Κάποιες ομάδες ανθρώπων είναι πιο επιρρεπείς στις καταστροφές και κάποιες άλλες όχι. Βασικές μεταβλητές που προσδιορίζουν τον ατομικό βαθμό της τρωτότητας είναι η κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει ο κάθένας, η οικονομική του κατάσταση, η θρησκεία του, το επάγγελμα του, το φύλλο του, η εθνικότητά του, η κατάσταση της υγείας του, το μορφωτικό του επίπεδο και η ηλικία του (Cutter, S.L.; Boruff, B.J.; Shirley, W.L. 2003).

Σε επίπεδο κρατών η έννοια της τρωτότητας μπορεί να έχει πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις. Συγκριμένα να είναι φυσική, περιβαλλοντολογική, πολεοδομική, κοινωνική, πολιτική, θεσμική, οικονομική, τεχνική, πολιτισμική κλπ. (Sapountzaki, K.(2007) Αναλυτικότερα:

  1. Η θεσμική ή πολιτική τρωτότητα είναι ουσιαστικά, ο βαθμός μέτρησης της ικανότητας της Πολιτείας απέναντι στην πρόληψη, την ανταπόκριση και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του σεισμού,
  2. Η οικονομική τρωτότητα συνίσταται στο βαθμό της οικονομικής δύναμης του κάθε κράτους στο να ανταπεξέλθει στο έκτακτο και να αποκαταστήσει τις απώλειες τους σεισμού. Η υπανάπτυξη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ανασταλτικούς παράγοντες (Λέκκας, Ε. 2000),
  3. Η πολεοδομική τρωτότητα εμπεριέχεται στους εκάστοτε υφιστάμενους αντισεισμικούς Κανονισμούς που είναι σε ισχύ, στον χρόνο αναφοράς τους, στις οριακές καταστάσεις λειτουργικότητας και αστοχίας που εμπεριέχουν καθώς επίσης και στα έργα υψηλού ή κανονικού κινδύνου που προκρίνουν. Με λίγα λόγια εμπεριέχεται στο βαθμό και στους συντελεστές αντισεισμικής θωράκισης των υποδομών,
  4. Η φυσική τρωτότητα γεννάται από την περιοχή που βρίσκεται το κάθε κράτος γεωμορφολογικά και έχει να κάνει με την θέση του σε ζώνες υψηλές επικινδυνότητας και ισχυρών ενεργών ρηγμάτων,
  5. Η κοινωνική τρωτότητα σχετίζεται με μεταβλητές που προσδιορίζουν το σύνολο των ατομικών χαρακτηριστικών του βαθμού τρωτότητας που προαναφέρθηκαν αλλά συσχετίζεται περισσότερο με το πως αυτά αντικατοπτρίζονται στο επίπεδο του συνόλου της κοινωνίας (Anderson B. Mary, 1995).

Τι είναι αυτό όμως που μπορεί να επηρεάσει το μέγεθος της τρωτότητας ενός κράτους ή μιας περιοχής απέναντι στα σεισμικά φαινόμενα, έτσι ώστε να αυξήσει ή να μειώσει την ικανότητά μας να ανταπεξέλθουμε σε αυτούς; Οι κυριότεροι παράγοντες αύξησης της τρωτότητας αποτελούν (Anderson B. Mary, 1995):

  1. Η αύξηση του πληθυσμού,
  2. Η αστικοποίηση,
  3. Η κλιματική αλλαγή,
  4. Η οικονομική ανάπτυξη,
  5. Η πίεση για χρήσεις γης,
  6. Η τεχνολογική πρόοδος,
  7. Οι κοινωνικές απαιτήσεις,
  8. Η παγκοσμιοποίηση

Αναγκαία λοιπόν είναι η υιοθέτηση δημόσιας αντισεισμικής πολιτικής, η οποία να έχει ως βασικό σκοπό την σταδιακή μείωση της τρωτότητας και την προοδευτική δημιουργία «αντισεισμικών πόλεων» στα μέτρα του δυνατού. Συνεπώς η προσπάθεια θα πρέπει να εστιαστεί στη μείωση της τρωτότητας των ανθρωπογενών συστημάτων έναντι των δυνητικών φυσικών καταστροφών. Συνήθως τα προβλήματα αντιμετώπισης των κινδύνων από  φυσικές καταστροφές συσχετίζονται με το ότι η πιθανότητα καταστροφών είναι χαμηλή, οι  επιπτώσεις μπορούν να είναι τεράστιες, το κόστος μετριασμού είναι ασύμφορο και οι άνθρωποι που πραγματοποιούν τις επενδύσεις ή λαμβάνουν τις πολιτικές αποφάσεις έχουν βασικό στόχο την κερδοσκοπία ή την βραχυπρόθεσμη επανεκλογή (Lufkin Bryan, 2015). Στη μείωση αυτών των αιτιών αύξησης της τρωτότητας οφείλει να επεμβαίνει η εκάστοτε Πολιτεία μέσα από την θέσπιση ισχυρών αντισεισμικών Κανονισμών και ευρύτερων πολιτικών, μιας και αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν άμεσα και την αποτελεσματικότητά τους.

2.2 Παράγοντες Αποτελεσματικότητας των Αντισεισμικών Κανονισμών – Kριτική Επισκόπηση

 Αξιοσημείωτο αποτελεί το γεγονός ότι στις μέρες μας υπάρχει τεράστια εξέλιξη παγκοσμίως και πολύ πιο ανθεκτικές κατασκευές κτιρίων συγκριτικά με ότι συνέβαινε το 1900, ενώ μάλιστα ακόμα και οι πιο φτωχές και οικονομικά υπανάπτυκτες χώρες προσεγγίζουν τα επίπεδα ανθρώπινης ανάπτυξης των πιο ισχυρών του 1900 (Daniell, J. E., Wenzel, F., & Khazai, B., 2014). Ο δείκτης ανθρώπινης ανάπτυξης (Human Development Index) έχει μελετηθεί για κάθε κράτος από το 1900-2013 και όχι μόνο είναι χρήσιμος για τη σύγκριση των κρατών που σχετίζονται με τους σεισμούς, μιας και το HDI περιλαμβάνει πολύ καλά το κοινωνικοοικονομικό κλίμα μιας χώρας, αλλά παράλληλα αποτελεί μια παράμετρο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλές ειδικότητες ως τεχνική ομαλοποίησης όλων των τύπων φυσικών καταστροφών. Συγκεντρωτικά από το 1960 και μετά, στα περισσότερα κράτη ο δείκτης ανθρώπινης ανάπτυξης αυξάνεται σταθερά, με λίγες εξαιρέσεις όπως οι γενοκτονίες (Καμπότζη, Ρουάντα) ή οικονομικές κρίσεις (υπερπληθωρισμός – ΕΣΣΔ, Τουρκία, Ζιμπάμπουε) και όσο ο κόσμος γίνεται πιο αναπτυγμένος τόσο αναμένεται ότι θα μειωθεί το ποσοστό των θανάτων από σεισμικά φαινόμενα στις ανεπτυγμένες χώρες (Daniell, J. E., Wenzel, F., & Khazai, B. 2014).

Παρ’ όλ’ αυτά, όσο ισχυροί και να γίνονται οι υφιστάμενοι αντισεισμικοί Κανονισμοί θα πρέπει να ακολουθούνται από παράλληλες δράσεις, η έλλειψη των οποίων επηρεάζει εξίσου την αποτελεσματικότητά τους. Συγκεκριμένα:

  1. Βασικός στόχος της Πολιτείας θα πρέπει να είναι η απόκτηση τεχνολογικών μέσων και υποδομών ικανών να αποτρέψουν τη φυσική καταστροφή ή να αμβλύνουν τις συνέπειές της. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορούμε να προβλέψουμε τους σεισμούς ούτε να είμαστε 100% ασφαλείς απέναντι στις επιπτώσεις τους, αλλά είναι θεμιτό να δημιουργούνται υποδομές όπως η εγκατάσταση συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, διευθετήσεις ποταμών, αντιπυρικές ζώνες κτλ. Είναι αποδεδειγμένο ότι μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική άμβλυνση των καταστροφικών συνεπειών των σεισμικών φαινομένων.
  2. Όπως σε κάθε άλλη φυσική καταστροφή έτσι και στην περίπτωση της αντιμετώπισης του σεισμικού κινδύνου σημαντικός είναι ο ρόλος της πρόληψης. Η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει προληπτικά οικονομικά και κοινωνικά μέτρα, όπως ειδικά σχέδια έκτακτης ανάγκης για το συντονισμό της δράσης των διοικητικών φορέων στην περίπτωση σεισμικών καταστροφών και οικονομικά κίνητρα προς την κοινωνία για την κατασκευή ανθεκτικότερων δομών. Όπως προαναφέρθηκε στόχος πρέπει να αποτελεί η μείωση της τρωτότητας και ιδιαίτερα της ατομικής, η οποία προέρχεται από το μειωμένο εισόδημα και από επιλογές όπως πχ ευτελής κατοικία ή μετοίκιση σε περιοχές αυξημένης επικινδυνότητας με χαμηλότερες αξίες γης (Sapountzaki, K. 2007). Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να δίνεται στους Σχεδιασμούς χρήσης γης και στην ενίσχυση μέσω οικονομικών κινήτρων της μετεγκατάστασης πληθυσμών σε περιοχές με χαμηλό σεισμικό κίνδυνο.
  3. Ένας τομέας όπου θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα είναι η ενημέρωση και η εκπαίδευση του κοινού έναντι του υπαρκτού κινδύνου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες μείωσης του φυσικού κινδύνου είναι η σωστή εκπαίδευση. Η ενδυνάμωση της κοινωνικής ενημερότητας και η ελαχιστοποίηση των απωλειών που πραγματοποιείται μέσα από το σχεδιασμό αλλά και την εφαρμογή προγραμμάτων ετοιμότητας, τόσο για τις κρατικές υπηρεσίες που θα κληθούν να διαχειριστούν το καταστροφικό γεγονός όσο και για το γενικό πληθυσμό πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα (Ανδρεαδάκης, Ε. & Λεκκας, Ε, 2015).
  4. Τέλος, για να είναι αποτελεσματικός ένας αντισεισμικός Κανονισμός, ο οποίος συνηθέστερα είναι αποτέλεσμα όχι οργανωμένης και μακροχρόνιας αντισεισμικής πολιτικής αλλά καταστροφικών γεγονότων θα πρέπει να συνοδεύεται από βελτιωμένα μοντέλα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Η ανοικοδόμηση θα πρέπει να βασίζεται σε απευθείας δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, σε ενισχύσεις, φορολογικές απαλλαγές, αποζημιώσεις και γενικότερα οικονομικά πακέτα, έτσι ώστε να επιταχυνθεί η υιοθέτηση όλο και πιο ισχυρών αντισεισμικών συντελεστών.

Επίλογος – Συμπεράσματα

Αναλύοντας τις περιπτώσεις της Ελλάδας, της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ στον τομέα των μεγάλων σεισμικών φαινομένων και των παράλληλων αντισεισμικών πολιτικών είναι κατανοητό ότι ο λόγοι και οι παράγοντες που επηρεάζουν την υιοθέτηση των ολοένα αυστηροποιούμενων διατάξεων των αντισεισμικών Κανονισμών επιφέρουν ένα σημαντικό οικονομικό κόστος για τον πολίτη αλλά παράλληλα για το κράτος και τις υποδομές του. Από τις αναλύσεις που προηγήθηκαν γίνεται αντιληπτό ότι η νομοθέτηση και η άσκηση της δημόσιας αντισεισμικής πολιτικής στην Ελλάδα δεν είναι αποτέλεσμα μια διεξοδικής μακροχρόνιας οικονομοτεχνικής και κοινωνικής ανάλυσης, αλλά ακολουθεί την ροή των καταστροφικών γεγονότων και πραγματοποιείται υπό την πολιτική πίεση που συνεπάγεται μια μεγάλη οικονομική και κοινωνική καταστροφή (Theofili, C. and Vetere Arellano, A.L. 2001).

Απεναντίας το μοντέλο της Ιαπωνίας αποτελεί πρότυπο ολοκληρωμένης διαχείρισης, μιας και στοχεύει:

  1. Στην έρευνα στον τομέα της τεχνολογίας πρόληψης,
  2. Στην ενίσχυση του συστήματος πρόληψης,
  3. Στην εκπόνηση προγραμμάτων αναβάθμισης των κατασκευών,
  4. Στα μέτρα αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης και αποκατάστασης
  5. Στην βελτίωση των πληροφοριακών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων (Recent History Of Japan’s Disaster Mitigation And The Impact Of IDNDR).

Aξιοσημείωτα είναι τα επίπεδα κοινωνικής ενημερότητας και επαγρύπνησης που υφίστανται στην Ιαπωνία, μιας και η πλειονότητα του πληθυσμού συμμετέχει σε ΜΚΟ πρόληψης καταστροφών και εκπαιδεύονται συχνά μέσα από σχολικά προγράμματα και δραστηριότητες σε επίπεδο δήμων. Ιδιαίτερη βαρύτητα δύναται στην παρακολούθηση των αλλαγών στις χρήσεις γής, μιας και επιτρέπεται να δομηθούν μόνο οι περιοχές πολεοδομικού σχεδιασμού που αποτελούν το 25% της έκτασης της Ιαπωνίας. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από το Εθνικό Σχέδιο Χρήσεων Γής, το οποίο διαθέτει έναν ετήσιο αναλυτικό μηχανισμό παρακολούθησης. Σε όλο το άλλο 75% της έκτασης της Ιαπωνίας η δόμηση είναι εξαιρετικά δύσκολη, λόγω ενός πολύπλοκου συστήματος επικαλυπτόμενων διαφορετικών σχεδίων (Kanekiyo, Kensuke; Ishimura, Akira, eds. 2011).

Στο αντισεισμικό σύστημα των ΗΠΑ ιδιαίτερη μνεία οφείλει να δοθεί στα πενταετή σχέδια που εκπονούνται σε περιφερειακό επίπεδο Πολιτείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Καλιφόρνιας από το 1986 και μετά. Παράλληλα με τις αποφάσεις αντισεισμικής πολιτικής σε ομοσπονδιακό επίπεδο τα πιο συγκεκριμένα πενταετή σχέδια πχ California at Risk 1987- 1992, 1993 – 1997, 1997- 2001, 2002 – 2006 (Development Of The California Earthquake Loss Reduction Plan) κτλ. διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Μέσω αυτών αναλύονται τα επιμέρους αποτελέσματα και οι επιπτώσεις των εκάστοτε σεισμικών φαινομένων, μελετώνται πρωτοβουλίες και εκπονούνται μακροπρόθεσμα πενταετή σχέδια αντισεισμικού προγραμματισμού, πολιτικές δράσεις και συνεργασίες με τον ιδιωτικό τομέα και την κοινωνία πολιτών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το έτος 2000, οι τοπικοί φορείς ανάπτυξης αντισεισμικού κώδικα στις ΗΠΑ ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αναπτύξουν και να δημοσιεύσουν ένα εθνικό πρότυπο με τον τίτλο «Διεθνής Κώδικας Οικοδόμησης» (International Building Code – IBC). Βασικός στόχος αποτέλεσε η ανάγκη οι περιφερειακοί και τοπικοί κώδικες να αναπτύσσονται με την υιοθέτηση του IBC και παράλληλα να τον τροποποιούν, ώστε να αντικατοπτρίζονται οι ειδικές ανάγκες τους (Anderson, J. C., & Naeim, F. (2012). Η επιτυχία του μοντέλου αυτό είναι ότι σήμερα χρησιμοποιείται και από άλλες χώρες όπως την Κολομβία, την Γεωργία, την Ονδούρα, το Αφγανιστάν, χώρες της Καραϊβικής και την Σαουδική Αραβία.

Παρ’ όλ’ αυτά θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το Ιαπωνικό μοντέλο πιο ολοκληρωμένο από το Αμερικανικό και αυτό διότι ενώ στο Αμερικανικό ο κύριος στόχος είναι να αποφευχθεί η απώλεια ζωής ανεξαρτήτου επιβίωσης του κτηρίου, στο Ιαπωνικό μοντέλο στόχος δεν είναι μόνο να αποτραπεί η απώλεια ανθρώπινης ζωής, αλλά επίσης υπάρχει ιδιαίτερο οικονομικό συμφέρον για τη διατήρηση των κτιρίων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μετά το σεισμικό γεγονός (Lufkin Bryan 2015).

Στην Ελλάδα γίνεται αντιληπτό ότι η οργανωμένη αντιμετώπιση του σεισμικού κινδύνου αποτελεί μια δημόσια πολιτική, η οποία ενέχει σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις με υψηλό πολιτικό κόστος. Η αντισεισμική πολιτική όσο πιο αυστηρούς κανόνες εμπεριέχει τόσο πιο μεγάλο οικονομικό και διοικητικό κόστος επιφέρει στην κοινωνία και ιδιαίτερα στις Κυβερνήσεις, οι οποίες πολύ δύσκολα προκρίνουν μέτρα που δεν έχουν βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και τα οποία αφορούν αβέβαιες χρονικές καταστάσεις.

Ο σεισμικός κίνδυνος είναι από τους πιο σημαντικούς δυνητικούς κινδύνους που ελλοχεύουν, μιας και όπως έχουμε προαναφέρει το σεισμικό φυσικό φαινόμενο ούτε μπορεί να ελεγχθεί αλλά ούτε και να προβλεφθεί. Το καλύτερο που οφείλουμε να πράττουμε και δε η Πολιτεία είναι να υπάρχουν οι κατάλληλες νομοθετικές διατάξεις ισχυρών και εμπεριστατωμένων αντισεισμικών πολιτικών που να συνοδεύονται παράλληλα με πολιτικές αποφάσεις και δράσεις χρήσεων γής, οι οποίες να ενισχύουν την αποτελεσματικότητά τους. Στόχος θα πρέπει να είναι η μείωση της τρωτότητας, μιας και αυτή εξαρτάται από το πόσο ευάλωτος είναι ο κοινωνικός ιστός και από το πόσο ανθεκτικές και ισχυρές είναι οι υποδομές σε έναν μελλοντικό σεισμό. Οι επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει ένας σεισμός μπορούν να προκαλέσουν από προσωρινή διακοπή λειτουργίας έως ολική καταστροφή στις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες μιας περιοχής, ενός κράτους ή ακόμα και ενός συνόλου κρατών. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η πλατιά ενημέρωση της κοινωνίας καθώς και η γνώση πρακτικών τρόπων προφύλαξης πριν, κατά τη διάρκεια του σεισμού και μετά τον σεισμό, είναι αποφασιστικοί παράγοντες μείωσης των έμμεσων αποτελεσμάτων που πολλές φορές είναι χειρότερα από τις άμεσες καταστροφές που προκαλεί το ίδιο το σεισμικό φαινόμενο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 Ανδρεαδάκης, Ε. & Λέκκας, Ε., (2015).-Εισαγωγή στη Θεωρία της Διαχείρισης Καταστροφών και Κρίσεων

Andrianakis, V., Dandoulaki, M., Papadopoulos, N., (1999). Disaster response and reconstruction measures after the Athens earthquake of September 7, 1999 (M=5.9). Newsletter of the European Centre on Prevention and Forecasting of Earthquakes (Council of Europe), Issue No 3, December 1999. URL http://ecpfe.oasp.gr/sites/default/files/NEWSLETTERNo3.pdf ,(Ανακτήθηκε στις 15/11/2018)

Anderson B. Mary (1995), In Vulnerability to Disaster and Sustainable Development: A General Framework for Assessing Vulnerability; Disaster prevention for sustainable development: Economic and policy issues. World Bank: Washington, DC, USA, Chapter 3, URLhttps://repositorio.gestiondelriesgo.gov.co/bitstream/handle/20.500.11762/19045/2295.pdf?sequence=1 (Ανακτήθηκε στις 16/11/2018)

Bisch, P., Carvalho E., Degee H.,Fajfar P., Fardis M.,Franchin P., Kreslin M., Pecker A., Pinto P., Plumier A., Somja H., Tsionis G. ,(2001) Eurocode 8: Seismic Design of Buildings, Worked examples presented at the Workshop “EC 8: Seismic Design of Buildings”, Lisbon, 10-11 Feb. 2011 URL https://eurocodes.jrc.ec.europa.eu/doc/WS_335/report/EC8_Seismic_Design_of_Buildings-Worked_examples.pdf (Ανακτήθηκε στις 15/11/2018)

Beavers, J. E. (2002). A review of seismic hazard description in US design codes and procedures. Progr. Struct. Engng Mater., (4), 46–63. URL https://www.researchgate.net/publication/274955576_A_review_of_seismic_hazard_description_in_US_design_codes_and_procedures (Ανακτήθηκε στις 16/11/2018)

Cutter, S.L.; Boruff, B.J.; Shirley, W.L. (2003) Social vulnerability to environmental hazards. Soc. Sci. Q. 2003, 84, 242–261 URL http://danida.vnu.edu.vn/cpis/files/Papers_on_CC/Vulnerability/Social%20Vulnerability%20to%20Environmental%20Hazards.pdf (Ανακτήθηκε στις 19/11/2018)

Daniell, J. E., Wenzel, F., & Khazai, B. (2014). A Worldwide Seismic Code Index, Country-by-Country Global Building Practice Factor and Socioeconomic Vulnerability Indices for Use in Earthquake Loss Estimation. In Second European Conference on Earthquake Engineering and Seismology, Istanbul Aug. 25-29, 2014. Istanbul. URLhttps://www.researchgate.net/publication/292526053_A_WORLDWIDE_SEISMIC_CODE_INDEX_COUNTRY-BY COUNTRY_GLOBAL_BUILDING_PRACTICE_FACTOR_AND_SOCIOECONOMIC_VULNERABILITY_INDICES_FOR_USE_IN_EARTHQUAKE_LOSS_ESTIMATION (Ανακτήθηκε στις 19/11/2018)

Development Of The California Earthquake Loss Reduction Plan, California Seismic Safety Commission,1755 Creekside, Oaks Drive, Suite 100 Sacramento, California 95833

Dimitriοu, P, Karakostas, C., Lekidis, V. (2004). The Athens (Greece) earthquake of 7 September 1999: the event, its effects and the response. Thessaloniki: ITSAK. URL https://www.researchgate.net/publication/266033715_Athens_earthquake_of_7_September_1999_Intensity_measures_and_observed_damages (Ανακτήθηκε στις 20/11/2018)

The Evolution of Codes’. Stanford University URL: https://quake06.stanford.edu/centennial/tour/stop10.html (Ανακτήθηκε στις 21/11/2018)

FEMA Strategic Plan 2000-2008, Draft, January 2000 www.fema.org (Ανακτήθηκε στις 23/11/2018)

Ishiyama, Y. (2011). Introduction to Earthquake Engineering and Seismic Codes in the World.

Japanese Industrial Standards,  https://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_Industrial_Standards (Ανακτήθηκε στις 20/11/2018)

Japan: Disaster countermeasures basic act (Act No. 223 of 15 November 1961; revised June 1997) URL: https://www.preventionweb.net/english/professional/policies/v.php?id=30940 (Ανακτήθηκε στις 20/11/2018)

Kanekiyo, Kensuke; Ishimura, Akira, eds. (March 2011). «Eastern Japan paralyzed by unprecedented earthquake» (PDF). Japan Energy Brief (12). Retrieved 15 July 2014. URL https://eneken.ieej.or.jp/en/jeb/1103.pdf (Ανακτήθηκε στις 19/11/2018)

Lufkin Bryan (2015), What Japan Can Teach Us About Prepping for a Major Earthquake,GISMODO, URL https://gizmodo.com/what-japan-can-teach-us-about-prepping-for-a-major-eart-1729921510 (Ανακτήθηκε στις 20/11/2018)

Λέκκας, Ε. (2000). Φυσικές και Τεχνολογικές Καταστροφές. Αθήνα: Access Pre-Press:URL: http://labtect.geol.uoa.gr/pages/lekkase/PDF%20Files/fysikes_katastrofes.pdf (Ανακτήθηκε στις 21/11/2018)

Ν.Ε.Α.Κ, Νέος Ελληνικός Αντισεισµικός Κανονισµός , ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ: ∆17α/08/32/Φ.Ν. 275/92 , (ΦΕΚ 613/ /12-10-92) http://www.elinyae.gr/el/lib_file_upload/b613_92.1138023561270.pdf (Ανακτήθηκε στις 16/11/2018)

Otani, Shunsuke (October 2008). «The Dawn of Structural Engineering in Japan» (PDF). 14th World Conference on Earthquake Engineering. URL: http://www.iitk.ac.in/nicee/wcee/article/14_S07-004.PDF. (Ανακτήθηκε στις 20/11/2018)

Oka, K., M Sugito, and A. Yashima, 1995a, «The Great Hanshin Earthquake Disaster; The January 17, 1995, South Hyogo Prefecture Earthquake, Preliminary Investigation Report, Part 1, 25 January 1995,» Report of Civil Engineering Department, in Japanese, Gifu University, Gifu, URL: https://web.archive.org/web/20060909043549/http://geoinfo.usc.edu/gees/Reports/Report3/japan/KOBE.HTML (Ανακτήθηκε στις 21/11/2018)

O Σεισμός της Θεσσαλονίκης (1978), https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%82_(1978)

Παπαζάχος, Κ.Β (1989), Οι Σεισμοί της Ελλάδας, Εκδόσεις Ζήτη, Θεσσαλονίκη

Pomonis A. (2002), The Mount Parnitha (Athens) Earthquake of September 7, 1999: A Disaster Management Perspective, Article (PDF Available)  in Natural Hazards 27(1):171-199,URL https://www.researchgate.net/publication/227092580_The_Mount_Parnitha_Athens_Earthquake_of_September_7_1999_A_Disaster_Management_Perspective (Ανακτήθηκε στις 25/11/2018)

Reitherman, R. (2008). International Aspects of the History of Earthquake Engineering. Oakland, California: Earthquake Engineering Research Institute.

Σαπουντζάκη, Κ. (2007). Το αύριο εν κινδύνω: φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές στην Ευρώπη και την Ελλάδα . Αθήνα: Gutenberg.

Sapountzaki, K.(2007), “Social Resilience to Environmental Risks: A Mechanism of Vulnerability Transfer?”, in the journal Management of Environmental Quality, Volume 18, Issue 3, 2007, URL: https://www.researchgate.net/publication/235285685_Social_resilience_to_environmental_risks_A_mechanism_of_vulnerability_transfer (Ανακτήθηκε στις 24/11/2018)

Σαπουντζάκη, Κ. (2009). Καλαµάτα: ανανέωση του αστικού τοπίου µετά το σεισµό του 1986,URL: http://www.greekscapes.gr/index.php/2010-01-21-16-47- 29/landscapescat/70/131-kalamata.html (Ανακτήθηκε στις 22/11/2018)

Stover, C.W.; Coffman, J.L. (1993), Seismicity of the United States, 1568–1989 (Revised), U.S. Geological Survey professional paper 1527, United States Government Printing Office, p. 75

Wald, David J.; Kanamori, Hiroo; Helmberger, Donald V.; Heaton, Thomas H. (1993), «Source study of the 1906 San Francisco Earthquake», Bulletin of the Seismological Society of America, Seismological Society of America, 83 (4): 981–1019, URL https://web.archive.org/web/20090109015735/http://pasadena.wr.usgs.gov/office/wald/1906/1906.html (Ανακτήθηκε στις 26/11/2018)

Theofili, C. and Vetere Arellano, A.L. (2001). Lessons learnt from earthquake disasters that occurred in Greece. ΕC/Joint Research Centre, The NEDIES Project. Report EUR 19946 E, URL http://www.preventionweb.net/files/1497_Earthquakes20Report20with20logo.pdf (Ανακτήθηκε στις 27/11/2018)

The 1855 Edo earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1855_Edo_earthquake

The 1891 Mino–Owari earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1891_Mino%E2%80%93Owari_earthquake

The 1896 Sanriku earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1896_Sanriku_earthquake

The 1923 Great Kantō earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1923_Great_Kant%C5%8D_earthquake

The 1927 Kita Tango earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1927_Kita_Tango_earthquake

The 1933 Sanriku earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1933_Sanriku_earthquake

The 1943 Tottori earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1943_Tottori_earthquake

The 1944 Tōnankai earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1944_T%C5%8Dnankai_earthquake

The 1945 Mikawa earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1945_Mikawa_earthquake

The 1946 Nankai earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1946_Nankai_earthquake

The 1948 Fukui earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1948_Fukui_earthquake

The 1968 Tokachi earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1968_Tokachi_earthquake

The 1974 Izu Peninsula earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1974_Izu_Peninsula_earthquake

The 1983 Sea of Japan earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1983_Sea_of_Japan_earthquake

The 1993 Hokkaidō earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1993_Hokkaid%C5%8D_earthquake

The 2011 Tōhoku earthquake and tsunami, https://en.wikipedia.org/wiki/2011_T%C5%8Dhoku_earthquake_and_tsunami

The Great Hanshin earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/Great_Hanshin_earthquake

The 2003 Hokkaidō earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/2003_Hokkaid%C5%8D_earthquake

The 2004 Chūetsu earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/2004_Ch%C5%ABetsu_earthquake

The 2007 Chūetsu offshore earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/2007_Ch%C5%ABetsu_offshore_earthquake

The 2008 Iwate–Miyagi Nairiku earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/2008_Iwate%E2%80%93Miyagi_Nairiku_earthquake

The 1906 San Francisco earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1906_San_Francisco_earthquake

The 1933 Long Beach earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1933_Long_Beach_earthquake

The 1971 San Fernando earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1971_San_Fernando_earthquake

The 1983 Coalinga earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1983_Coalinga_earthquake

The 1989 Loma Prieta earthquake, https://en.wikipedia.org/wiki/1989_Loma_Prieta_earthquake

Υ.Α. Δ17α/10/44/ΦΝ 275/2010 – Τροποποίηση της απόφασης έγκρισης του «Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού – ΕΑΚ -2000», URL http://www.elinyae.gr/el/lib_file_upload/270b_10.1269251846187.pdf (Ανακτήθηκε στις 25/11/2018)