Όταν ήμουν μικρός στο Αγγελόκαστρο, περνούσα σχεδόν όλα τα Σαββατοκύριακα, τις σχολικές γιορτές αλλά και τις καλοκαιρινές διακοπές μου. Από το Αγρίνιο ταξίδευα συνήθως με το τρένο για το Αγγελόκαστρο.

Σιδηροδρομικός Σταθμός Αγγελοκάστρου
Σιδηροδρομικός Σταθμός Αγγελοκάστρου

Όταν πήγαινα μόνος μου με περίμενε ο αγωγιάτης που έστελνε η Νονά μου, για να με μεταφέρει στο χωριό. Με έβαζε καβάλα πάνω στ’ άλογο, ενώ αυτός περπατούσε σιγά σιγά μπροστά κρατώντας γερά τα λουρία του. Από ψηλά ο κόσμος φάνταζε καλύτερος. Από μπροστά μου περνούσαν εικόνες μαγικές, χίλια μύρια χρώματα κι ο αέρας που με χτύπαγε στο πρόσωπο μύριζε σχίνο, ρείκι και ασφάκα. Όταν φτάναμε στη Ράχη, εκεί σταματούσαμε για ν’ αγναντέψουμε το χωριό μας. Το μοναστήρι του Παντοκράτορα στον απέναντι λόφο, η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων σχεδόν μπροστά μας και αριστερά στο βάθος το Κάστρο των Αγγέλων με το ξωκκλήσι του Άη-Γιώργη. Μπροστά μας, μέσα σε μικρή κοιλάδα βρισκόταν το χωριό. Απ΄τα μικρά όμορφα κεραμιδοσκέπαστα σπίτια, οι μπουχαρίδες κάπνιζαν σχεδόν πάντοτε. Από τον τρούλο των Αγίων Αποστόλων, οι πελαργοί την άνοιξη και το καλοκαίρι πότε λελέκιζαν και πότε πετούσαν για την Κακαβαριά για να βρουν την τροφή τους.

Στο βάθος, κάτω από τους Αγίους Αποστόλους διακρίνονταν, επιβλητικά το σπίτι της Νονάς μου, το Αρχοντικό του Γουλιμή. Η Νονά μου, ήταν η κόρη του Μιλτιάδη Γουλιμή και την έλεγαν Μαρία Καρατσάλου-Γουλιμή. Η Καρατσαλίνα μου!

Το αρχοντικό του Γουλιμή
Το αρχοντικό του Γουλιμή

Κατηφορίζοντας κάτω απ’ τους Αγίους Αποστόλους, έφτανα στο αρχοντικό της νονάς μου. Στ’ αριστερά τα μελισσόπουλα του μπάρμα-Στέλιου, στα δεξιά ο κήπος της  νονάς, γεμάτος λουλούδια ανάλογα με την εποχή. Μπροστά μου η μεγάλη ξύλινη τοξοτή πόρτα, που ήταν πάντα ανοιχτή. Δεν έκλεινε ποτέ. Μόλις πάταγα στον όμορφο κήπο, που ήταν πλακόστρωτος, με όμορφα σχέδια, άρχιζαν να έρχονται πάνω μου για να με υποδεχθούν, οι χήνες, τα χηνόπουλα, οι πάπιες, τα παπάκια, που ήταν οι αρχόντισες και τ΄αρχοντόπουλα του κήπου. Ψηλά στη σκάλα, με τα 10 ημικυκλικά σκαλοπάτια με περίμενε πάντα η Νονά μου, για να με σφίξει στη ζεστή αγκαλιά της. Αριστερά και δεξιά στη σκάλα βρίσκονταν τα αγαπημένα λουλούδια της, κόκκινες και ροζ τριανταφυλλιές και φρέζες, βασιλικοί και κατιφέδες. Λουλούδια που σκόρπιζαν την ευωδιά τους, κι’ έκαναν πιο όμορφο και ζεστό τον ερχομό μου.

Αφού περνούσαμε την μεγάλη πράσινη ξύλινη εξώπορτα, μπαίναμε στο σαλόνι. Μόλις έφτανα, η Νονά, η Αγαθή και η Θέα, μου έδειχναν την αγάπη τους, φέρνωντάς μου διάφορα γλυκά που έφτιαχναν, ειδικά για τον ερχομό μου. Με ξετρέλεναν με την πορτοκαλόπιτά τους!

Το σπίτι ήταν μεγάλο, γεμάτο παλιές φωτογραφίες, που θύμιζαν τη δόξα και τις στιγμές των ανθρώπων που έζησαν εκεί. Από δω είχαν περάσει, αγωνιστές του ’21, πολιτικοί, ιερωμένοι, πρωθυπουργοί, αρχηγοί κρατών, αλλά και απλοϊκοί αγαπημένοι άνθρωποι. Η πόρτα ήταν πάντα ανοιχτή για όλους. Το σπίτι είχε πολλά δωμάτια, και στους τοίχους τους υπήρχαν πίνακες και μοναδικές θαλασσογραφίες. Με γοήτευε το μεγάλο εκκρεμές στο τοίχο, η βιβλιοθήκη με τα όμορφα βιβλία της Νονάς, αλλά και τα περιοδικά και οι εφημερίδες που βρίσκονταν πάντα στο σαλόνι.

Σχεδόν κάθε Κυριακή, μετά τη λειτουργία, το σπίτι γέμιζε με αγαπημένους φίλους της Νονάς. Πρώτος έφτανε ο Ηγούμενος της Μονής του Παντοκράτορα, μετά ο Μιλτιάδης Τσούλος, ο Σωτήρης Πριόβολος, ο δάσκαλος του χωριού και οι προεστοί του χωριού. Αμέσως μετά τα τραταρίσματα, άρχιζαν πάντα να μιλούν για τα προβλήματα του χωριού και των ανθρώπων του, και προσπαθούσαν να βρουν λύσεις για ότι τους απασχολούσε. Εγώ μικρός καθόμουν σε μια άκρη και με σεβασμό παρακολουθούσα τα όμορφα ανθρώπινα λόγια τους. Με γοήτευαν πάντα αυτές οι μοναδικές στιγμές!

Ιερά Μονή Παντοκράτορα
Ιερά Μονή Παντοκράτορα

Μόλις μάθαιναν οι φίλοι μου ότι βρίσκομαι στο χωριό, άρχισαν να έρχονται στο κήπο της Νονάς. Έφτανε ο Γρηγόρης, ο Στέλιος, ο Γιωργάκης, ο Λάκης, η Ρήνα, η Σταθούλα, η Μαρία, η Βασιλική, ο Γιώργος, ο Σταύρος, η Ρηνούλα. Γεμιζε ο τόπος χαρούμενες παιδικές φωνές. Χίλια δυο παιχνίδια που μας συνόδευαν ακόμα και οι χήνες και οι πάπιες, κι αμέσως μετά ψωμί με μαρμελάδα και γλυκά για όλους. Στιγμές μοναδικές, αξέχαστες!

Στο κατώι, υπήρχαν τα βαρέλια με το Αγγελοκαστρίτικο κρασί, και τις βότνες κρεμασμένες ψηλά στην οροφή. Ο φούρνος του σπιτιού ήταν ξεχωριστό οίκημα. Εκεί κάθε Σάββατο, ψήνονταν τα ψωμιά και τα γλυκά της εβδομάδας. Όμορφες μυρουδιές, παιχνίδι και γλυκά για όλους!

Ο Άγιος Γεώργιος
Ο Άγιος Γεώργιος

Πάντα μου άρεσαν οι διηγήσεις της νονάς μου, για την οικογένειά της και για το σπίτι, για τους αγώνες των συγγενών της για την απελευθέρωση από τους Τούρκους, για τον μοναδικό της αδελφό, αλλά και για τις 3 αγαπημένες αδελφές της. Το σπίτι χτίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα. Πολλές χαρούμενες στιγμές, αλλά και στιγμές δυστυχίας, ειδικά όταν έχασε τον αδελφό της στο Μπιζάνι, για τους γονείς της, αλλά και για τον χαμό του αγαπημένου της συζύγου. Από τις πιο δραματικές στιγμές που έζησε, σύμφωνα με τις διηγήσεις της, ήταν η ώρα που οι Γερμανοί κατακτητές κατά τη διάρκεια της κατοχής, επίταξαν το μισό σπίτι της και έκαναν το στρατηγείο τους, υψώνοντας τη ναζιστική σημαία ψηλά στο παραθύρι της. Στο άλλο μισό σπίτι, έμενε τότε η Νονά και η μητέρα μου, νεαρή τότε κοπελίτσα. Με δάκρυα στα μάτια μου έλεγε για τις προσπάθειες που έκαναν μαζί με τον τότε Πρόεδρο, για να μην κάψουν οι Γερμανοί το χωριό, μετά από σαμποτάζ που έκαναν οι άνθρωποι της αντίστασης έξω από το χωριό. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, σύμφωνα με μαρτυρίες της Νονάς, αλλά και της μητέρας μου, έκρυψαν εκεί όπλα των αντιστασιακών.

Η Νονά μου ήταν μια γυναίκα με καρδιά και περίσσιο θάρρος, με αρχοντική ψυχή. Ήταν η αρχόντισσα του Κάστρου. Ήταν η αρχόντισσα της Ψυχής μου!

Ένα πρωινό, το καλοκαίρι του 1977, καθώς περνούσα απ’ το χωρίο, με μεγάλη μου λύπη αλλά και οργή, είδα ότι γκρέμισαν το αρχοντικό της Νονάς μου, το αρχοντικό του Γουλιμή. Χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, γκρέμισαν ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου μας.