*Ο Νίκος Α. Παπανικολάου είναι Ομότιμος Καθηγητής Μαιευτικής – Γυναικολογίας.

Αν σεργιανίσετε τη σημερινή Πλάκα, στην οδό Παρμενίδου 5, θ` ανταμώσετε το πιο εγκαταλελειμμένο σπίτι της. Είναι το σπίτι μέσα στο οποίο άφησε την τελευταία του ανάσα ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, στις 27 του Φλεβάρη του 1943, δεκαοχτώ ημέρες μετά τον θάνατο της αγαπημένης του γυναίκας. Ήταν 84 ετών.
Την άλλη μέρα η κηδεία του στο Α` Νεκροταφείο της Αθήνας. Ήταν τότε που ακούστηκε το γοερό αποχαιρετιστήριο σάλπισμα του Aγγελου Σικελιανού «Ηχήστε σάλπιγγες/ καμπάνες βροντερές/ δονήστε σύγκορμη τη χώρα/ πέρα ως πέρα/ Βογγήστε τύμπανα πολέμου/ οι φοβερές σημαίες ξεδιπλωθείτε στον αέρα/ Σ` αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα».
Ήταν τέτοια η δύναμη της στιγμής εκείνης, που καθήλωσε σε στάση προσοχής και αυτά ακόμα τα Ες-Ες των Γερμανών κατακτητών.
Τώρα, που ο ποιητής πέρασε στη γαλήνη των μνημάτων, ας επιτρέψετε σ` ένα γιατρό, που δεν μπορεί ν` ακουμπήσει καν το παλαμικό έργο, ν` αναφερθεί στα 31 χρόνια του ποιητή τα συνδεδεμένα με την υπηρεσία του ως γενικού γραμματέα του Πανεπιστημίου μας.
Τα οικονομικά του ποιητή μας ποτέ δεν πήγαιναν καλά. Βελτιώθηκαν κάπως όταν πήγε ως χρονογράφος στην εφημερίδα «Εμπρός» του Καλαπωθάκη. Αλλά η θέση, που του εξασφάλισε γερό μισθό, ήταν η θέση του γενικού γραμματέα του Πανεπιστημίου. Ήταν «δημόσιος υπάλληλος προνομιούχος», όπως έλεγε.

DSC07809
Την εποχή εκείνη ήταν μεγάλο γεγονός ο διορισμός γενικού γραμματέα του Πανεπιστημίου. Όλος ο πνευματικός κόσμος ενθουσιάστηκε από την εκλογή της τότε κυβέρνησης. Δεν ήταν πολιτικό ρουσφέτι ο διορισμός του. Ήταν επίσημη αναγνώριση της προσωπικότητας του ποιητή. Η εφημερίδα «Εστία» έγραψε πως ο υπουργός, με την πράξη του, τίμησε τα Ελληνικά γράμματα αλλά και το Πανεπιστήμιο και τον εαυτό του.
Η εφημερίδα «Ακρόπολις» έγραψε πως ο υπουργός Παιδείας έκανε έκπληξη για τα πολιτικά ήθη της εποχής με το διορισμό του Παλαμά, που ούτε πολιτικός, ούτε δημοσιογράφος ήταν, ούτε φίλος βουλευτή, ούτε θαμώνας πολιτικών σαλονιών. Στον υπουργό Παιδείας την ημέρα του διορισμού του είπε με ταπεινότητα: «Κύριε υπουργέ, νομίζω πως δεν είμαι ο κατάλληλος γι` αυτή την υπηρεσία».
Όταν ορκίστηκε, λέγεται, πως ο τότε πρύτανης Σπυρίδων Μαγγίνας, καθηγητής χειρουργικής, του είπε: «Ελπίζω τώρα που έχετε μια καλή θέση να παύσετε να γράφετε ποιήματα!»


Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του πέρασαν τριάντα πρυτάνεις. Όλοι εκτίμησαν το έργο του, ακόμα και ο Γεώργιος Χατζιδάκης, που τον πολέμησε στο γλωσσικό ζήτημα. Τον χαρακτήρισε «απαράμιλλον υπάλληλον και παραδειγματικώς αφοσιωμένον εις το καθήκον του».
Το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου τον χαρακτήριζε αδαμάντινη ψυχή, υπόδειγμα ευσυνείδητου, ανεπίληπτου, ακαταπόνητου υπαλλήλου, εμψυχωτή και οδηγού.


«Στο πέρασμα του σκόρπιζε δροσιά και γαλήνη. Η βιβλική σου καλωσύνη μεταδιδόταν επιβλητικά σ` όποιον τον αντίκριζε. Το λαμπερό του μάτι, κάτω από τα δασειά του φρύδια, μαγνήτιζε. Ο ίσκιος του έδινε πίστη και δύναμη και όποιος συνεργαζόταν μαζί του, είχε την αντίληψη πως διακονούσε σε διαρκή ιεροτελεστία, που γινόταν απ` αυτόν, τον πρώτο ιεροφάντη του ωραίου και του υψηλού», έγραφε ο Χ. Βήττας
Ο Παλαμάς, ως γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου και ως συντάκτης των πρακτικών της Συγκλήτου, ήξερε να χρωματίζει ακόμα και τα πρακτικά μιας συνεδρίασης. Στις εκθέσεις και στα υπομνήματα του έδινε λογοτεχνική μορφή. Πολλοί καθηγητές εμπιστεύονταν τα γραπτά τους στον ακούραστο, τον ανιδιοτελή Γενικό, για διόρθωση. Πολλούς πρυτανικούς λόγους τους έγραφε ο Παλαμάς.
Πέρασε μια ζωή διασχίζοντας ένα δρόμο. Την οδό Ακαδημίας. Από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, γιατί το σπίτι του, στην οδό Ασκληπιού 3, λίγες μόλις δρασκελιές απείχε από το Πανεπιστήμιο.
Ένα πρωινό πέρασα απ` τον τάφο του. Τον βρήκα χορταριασμένο. Δεν έπρεπε να του λείπει μια γλάστρα βασιλικού, του θείου, ταπεινού και εύοσμου αυτού φυτού. Του Παλαμά είναι ο στίχος:

«Τη γη που θα με κλείσει,
βασιλικός να μου την πρασινίσει»

Κι αν πέφτει μακριά το Υπουργείο Πολιτισμού απ` τον τάφο του ποιητή, μια δρασκελιά πέφτει το μισοσωριασμένο σπίτι του, πνευματικό μνημείο μας.