Το νησί του Δία, του Μϊνωα και της Πασιφάης, με τα πανύψηλα βουνά και τα μοναδικά φαράγγια, με την σπάνια ενδημική χλωρίδα, την πλούσια πανίδα και ορνιθοπανίδα, τη συγκλονιστική ιστορία και τους περήφανους κατοίκους, με τα μοναδικά ήθη και έθιμά τους, αποτέλεσε μοναδικό πόλο έλξης για τους ξένους περιηγητές.

Στις αρχές του 16ου αιώνα άρχισαν να αναπτύσσονται οι μοντέρνες Βοτανικές Επιστήμες. Πολλοί επιστήμονες με ειδικά ενδιαφέροντα, άφηναν την Ευρώπη και έπαιρναν τους δρόμους της Ανατολής, με σκοπό να ανακαλύψουν νέα είδη φυτών και ζώων.

Μεταξύ αυτών ήταν ο Leonhard Ranwolf, o Pierre Gilles d` Albi, o Anguillara, o Belon, o Casabona, που έφτασαν για να μαζέψουν φυτά στις «μακρυνές» χώρες, εκεί που φύτρωναν τα φυτά που περιέγραφαν ο Θεόφραστος, ο Διοσκουρίδης και ο Γαληνός.

Το νησί της Κρήτης ήταν το μυθικό βασίλειο του Κρόνου. Εδώ γεννήθηκε ο Δίας, που για να τον γλυτώσουν από τον θυμό του πατέρα του, τον έκρυψαν σε μια σπηλιά, στο όρος Ίδη.

Ο Πλίνιος ονομάζει την Κρήτη «το Νησί των Ευτυχισμένων»: «Creta… Macaron non nulli a temperie coeli appellare existimavere» (Plinio, Naturalis Historia IV, 58).

Αυτό το νησί το προτιμούσαν και ήταν στις προτεραιότητες πολλών φυσιοδιφών, που το γνώριζαν από το έργο του Θεόφραστου «Περί φυτών Ιστοριών». Αναφέρονταν στο Κρητικό Δίκταμο, στα Αγριοκάτσικά της, στα Κυπαρίσσια της, αλλά και στη μοναδική βλάστηση της.. Επίσης, ο Διοσκουρίδης, αλλά και ο Αριστοτέλης, θυμίζουν ότι τα αγριοκάτσικα της Κρήτης, όταν είναι τραυματισμένα, τρώνε Δίκταμο για να πέσει το δόρυ από το κορμί τους.

Αυτή η μυθική φήμη υπήρχε και κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Στο τέλος του 13ου αιώνα, ο Γενοβέζος Simon Cordo έμαθε πολλά ονόματα και φαρμακευτικές ιδιότητες πολλών φυτών από μια ηλικιωμένη γυναίκα στην Κρήτη.

Επίσης, ο Benvenuto de Rambaldis da Imola, στις παρατηρήσεις τους στην 14η Ωδή της «Κόλασης» του Δάντη, αναφέρεται στο μύθο ενός φυτού που όταν τον έτρωγαν τα ζώα, τα δόντια τους μετατρέπονταν σε χρυσά.

Κατά τον 15ο αιώνα, όλο και πιο πολλοί επισκέπτονταν το νησί. Έτσι, άρχισαν να ξεπερνούν τους μύθους και το νησί απέκτησε μεγάλη φήμη για την ομορφιά του και για τα φυσικά τοπία του. Το κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη μας το περιγράφουν τα 8 σονέττα με τον τίτλο «per insula de Candia», που γράφτηκαν στο τέλος του 4οο από τον Βενετσιάνο Bartolomeo dalli Sonetti.

Από το νησί του μεγάλου Δία, τον εντυπωσίασαν ειδικά τα κυπαρίσσια της. Ένας από τους πρώτους φυσιοδίφες του 500, που συνέλεξαν φυτά στο νησί της Κρήτης, ήταν ο Luigi Anguillara, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του προς την Κύπρο και την Συρία, που έγινε πριν από το 1546. Ο Luisi Anguillara αργότερα έγινε διευθυντής του Βοτανικού Κήπου της Πάντοβα.

Οι πρώτες σημαντικές παρατηρήσεις για τα φυτά και τα ζώα του νησιού, έρχονται από τον Γάλλο φυσιοδίφη και περιηγητή Pierre Belon, ο οποίος έκανε μία «επιστημονική αποστολή» στην Ελλάδα και στην Ανατολική Μεσόγειο, από το 1546 έως το 1549, μετά από προτροπή του Φραγκίσκου του Ιου.

Μερικά από τα πιο σημαντικά στοιχεία της Κρήτης για τον Belon, είναι: το φάρμακο Λάβδανο, το Αγριοκάτσικο της Κρήτης, το Ψάρι Scarus και το πλήθος των φυτών που φυτρώνουν στις απότομες πλαγιές του όρους Ίδη.

Ο Γάλλος βοτανικός και γιατρός Pierre Belon du Mans (1518-1564) κυριαρχεί «περιηγητικά» τον 16ο αιώνα. Για τρία χρόνια (1546-1549), ο ανήσυχος επιστήμονας αντλεί γνώσεις και εμπειρίες από την Ανατολή. Η Κρήτη τον μαγεύει ιδιαίτερα. Γράφει για τα φυτά της, τα ζώα, τις εκκλησιές, τις αρχαιότητες, τα κάστρα, τις ενδυμασίες και τους χορούς τους στο έργο του «Les Observations de plusieurs singularitez et choses memorables, trouvιes en Grθce, Asia Judιe, Egypte, Arabie et autres pays etrangers» (Paris 1553).

Το 7ο Κεφάλαιο του Χρονικού του Belon, έχει τον τίτλο «Πώς οι Κρητικοί παρασκευάζουν το Λάβδανο»: «Ανάμεσα στα αξιοσημείωτα που μπορεί να δει κανείς στην Κρήτη, είναι και ο τρόπος που παρασκευάζεται το Λάβδανο, ένα από τα πιο ονομαστά φάρμακα. Βγαίνει από ένα φυτό, που λέγεται Cistus και αφθονεί στα κρητικά βουνά. Οι Έλληνες χρησιμοποιούν για τη συγκομιδή του φυτού ένα εργαλείο, που στη λαϊκή γλώσσα ονομάζεται «εργαστήρι»… Μ` αυτή τη συγκομιδή ασχολούνται κυρίως οι καλόγεροι. Η περιοχή όπου ευδοκιμεί περισσότερο το φαρμακευτικό αυτό φυτό είναι ένα χωριό στα ριζά της Ίδης, κοντά στον Μυλοπόταμο».

Μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1583, ο γιατρός και φυσιοδίφης Onorio Belli από την Vicenza, εγκαταστάθηκε στο νησί της Κρήτης, ως γιατρός του Βενετσιάνου Γενικού Προβλέπτη Alvise Antonio Grimani, όπου και έμεινε για 16 χρόνια.Ο μεγάλος μελετητής της Κρητικής χλωρίδας, έγραψε το «Rerum Creticarum Observationes Varie», που σήμερα έχει χαθεί. Οι βοτανικές του όμως σημειώσεις είχαν μεγάλη απήχηση εκείνη την εποχή, όταν βρέθηκαν σε ένα βιβλίο του Carlo Clusio με τον τίτλο Rariorum Plantarum Historia (1601).

Το 1590, ο Δούκας της Τοσκάνης Ferdinando I των Μεδίκων, μετά από προτροπή του φυσιοδίφη Ulisse Aldrovandi από την Bologna, στέλνει τον Giuseppe Casabona ή Benincasa, που ήταν στην Φλωρεντία Διευθυντής του Βοτανικού Κήπου (Giardino dei Semplici) και φίλος των επιστημόνων Clusio, Camerario, Pinelli και Aldrovandi στην Κρήτη (στο τέλος του 1590). Εδώ, ο Casabona θα συναντήσει έναν νεαρό Γερμανό ζωγράφο, που με τη βοήθειά του θα καταγράψουν και θα σχεδιάσουν όλα τα φυτά που συνέλεξαν στην Κρήτη. Αυτή η μοναδική εργασία τους για την Βοτανική Επιστήμη, για τα φυτά της Κρήτης, φυλάσσεται σήμερα στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Pisa.

Το νησί της Κρήτης συνεχίζει να είναι σημαντικός σταθμός μελέτης για πολλούς φυσιοδίφες και τους επόμενους αιώνες. Στις αρχές του 1600, ο Prospero Alpino αναφέρεται στην πλούσια βοτανική συλλογή του, που περιείχε 84 είδη φυτών και που ίσως να τα συνέλεξε ο ίδιος από το νησί της Κρήτης.

Ακόμη αργότερα, στα 1700, μετά από διαταγή του Λουδοβίκου του 14ου, ο καθηγητής Βοτανικής και γιατρός Joseph Pitton de Tournefort, ταξίδεψε στην Ελλάδα, στην Κρήτη και στη Μικρά Ασία, για να καταγράψει τα φυτά των Αρχαίων. Συγκέντρωσε πάνω από 1356 νέα φυτά (από την Κρήτη και από άλλες περιοχές της Ελλάδας). Τα αποτελέσματα των ερευνών του τα έδωσε στο τρίτομο έργο του «Relation d` un Voyage du Levant» (Paris 1717).

To ταξίδι του Tournefort στην Ανατολή διαρκεί για δύο χρόνια περίπου (23 Απριλίου 1700-3 Ιουλίου 1702) (Μασσαλία-Μασσαλία). Φεύγει από τη Μασσαλία, περιηγείται 38 νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, την Κωνσταντινούπολη, τις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, περιοχές στην Αρμενία και στη Γεωργία. Επιστρέφει πάλι στη Μασσαλία στις 3 Ιουλίου του 1702.

Το 1703 εξέδωσε το «Corollarium Institutionum Rei Herbariae».

Πολλά από τα φυτά που έφερε μαζί του τα καλλιέργησαν με επιτυχία στον Βασιλικό Βοτανικό Κήπο.

Στην Κρήτη περιγράφει πολλά φυτά, μερικά από τα οποία είναι τα: Hesperis cretica maritima, Chrysanthemum creticum, Thymus capitatus, Stachys cretica latifolia, Orchis cretica, Cistus ladanifera (βγάζει το λάβδανο), Salvia cretica, τον αειθαλή πλάτανο της Κρήτης και άλλα φυτά.

Ο Tournefort, μετά την επάνοδό του στην Γαλλία, αναλαμβάνει και πάλι καθήκοντα καθηγητού Βοτανικής στην Ακαδημία, καθώς και τη θέση του στον Βασιλικό Βοτανικό Κήπο. Συνεχίζει την άσκηση της Ιατρικής και γράφει τα μοναδικά απομνημονεύματά του από το μεγάλο ταξίδι του.

Ο Άγγλος καθηγητής Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης John Sibthorp (1758-1796) επισκέφθηκε μεταξύ άλλων (Χίο, Λέσβο, Ρόδο, Κω, Κύπρο) και την Κρήτη, το 1786. Τα περισσότερα φυτά, όπως αναφέρει, τα βρήκε στα περίχωρα των Χανίων και στα Σφακιά. Συνολικά, όταν επέστρεψε στην Αγγλία, είχε μαζί του 3.000 νέα φυτά.

Στο πρώτο δίτομο έργο του, από τα πολλά που του εξέδωσε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης μετά το θάνατό του (πέθανε το 1796), βρίσκονται κυρίως τα σχετικά με την Κρήτη και τα φυτά που μάζεψε σ` αυτήν. Το έργο Florae Graecae Prodromus Sive plantarum omnium enumeratio, quas in provinciis aut insulis Graeciae invenit (Londini 1806, 18 B), το επιμελήθηκε ο Πρόεδρος της Sociιtι Linιnne του Λονδίνου, J.E. Smith. Αλλά και στο δεύτερο έργο του, που χρειάστηκαν 24 χρόνια για να ολοκληρωθεί, υπάρχουν πολλά για την Ελληνική Χλωρίδα.

Το υλικό που συγκέντρωσε ο Sibthorp για την Ελληνική πανίδα και χλωρίδα, είναι απέραντο. Ζώα, πουλιά, ερπετά, έντομα, ψάρια, καταγράφονται όλα συστηματικά. Το ίδιο και τα κάθε λογής φυτά που μελέτησε ο βοτανολόγος σε κάμπους και βουνά. Στις περιηγήσεις του συνοδεύονταν πάντα από οδηγό, που τον πληροφορούσε για τη νεοελληνική ονομασία των φυτών. Τη σημείωνε και την αναζητούσε στις αρχαίες πηγές. Κάθε τόσο διαπίστωνε έκπληκτος πως ήταν η ίδια η ονομασία που αναφερόταν σε κείμενα του Αριστοτέλη, του Θεόφραστου, του Διοσκουρίδη, του Πλίνιου, του Αιλιανού. Δεν ασχολήθηκε διόλου με τη σύγχρονη Ελληνική ζωή, με τις συνήθειες και τις απασχολήσεις των κατοίκων. Έβλεπε μονάχα τη βλάστηση και το ζωϊκό βασίλειο. Κάπου-κάπου, ωστόσο, σημειώνει και μερικές πληροφορίες που αφορούν και το ανθρώπινο στοιχείο.

Ο F.W. Sieber περιηγήθηκε τη Κρήτη στις αρχές του 19ου αιώνα. Ήταν Αυστριακής καταγωγής. Γεννήθηκε στην Πράγα το 1789. Σπούδασε ιατρική και ασχολήθηκε πολύ με την Βοτανική. Στις 28 Δεκεμβρίου 1816, επιβιβάζεται στην Τεργέστη, στο μαλτέζικο ιστιοφόρο San Giorgio, μαζί με τον κηπουρό του και έναν υπηρέτη. Στις 3 Ιανουαρίου 1817, σε ηλικία 28 ετών, φτάνει στην κατεχόμενη από τους Τούρκους Κρήτη. Ως βάση των περιηγήσεών του στην Κρήτη, θα χρησιμοποιήσει την πόλη των Χανίων και από εκεί θα φύγει για την Αϊγυπτο, στις 26 Νοεμβρίου του 1817, για να συνεχίσει τις έρευνές του.

Τα αποτελέσματα των ταξιδιωτικών του ερευνών θα εμφανισθούν στο δίτομο έργο του που φέρει τον τίτλο Reise nach der Insel Kreta im griechischen Archipelagus im Jabre 1817 (Leipzig und Soran 1823).

Το νησί της Κρήτης αποτέλεσε, αλλά αποτελεί ακόμη και σήμερα, σταθμό μελέτης και έρευνας για πολλούς βοτανικούς, αλλά και για άλλους επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Sieber F.W. Ταξιδεύοντας στην Νήσο Κρήτη το 1817. Ιστορητής, Αθήνα 1994

Joseph Pitton de Tournefor. Ταξίδι στη Κρήτη και στις Νήσους του Αρχιπελάγους. Ηράκλειο 2003. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Σιμόπουλου Κ. Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα. Εκδόσεις Στάχυ. Αθήνα 1999