Η Πάρνηθα είναι ένα από τα ωραιότερα βουνά της Αττικής. Είναι το ψηλότερο βουνό της, με υψόμετρο που φτάνει τα 1413 μέτρα και διαχωρίζει την Αττική από τη Βοιωτία. Οι βουνοκορφές της είναι μοναδικές και πολυάριθμες. Φτάνει να σκεφτούμε ότι 16 κορυφές της ξεπερνούν τα 1000 μέτρα. Ο κύριος όγκος της έχει έκταση 300.000 στρέμματα και βρίσκεται 40 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας. Ένα βουνό με πλούσια χλωρίδα, ενδιαφέρουσα πανίδα και σημαντικούς γεωλογικούς σχηματισμούς. Το 1961, το μαγικό βουνό της Αττικής, κηρύχτηκε Εθνικός Δρυμός.

Η Πάρνηθα εμφανίζεται στα αρχαία κείμενα για πρώτη φορά το 423 π.Χ., στις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη. Αργότερα στον Αντιφάνη και στον Θεόφραστο. Ο Παυσανίας την αναφέρει στα «Αττικά» του, στα 150 μ.Χ. (32,1 – 2): «Όρη δε αθηναίοις εστί Πεντελικόν ένθα λιθοτομαί, και Πάρνης παρεχόμενη θήραν συών άγριων και άρκτων, και Υμηττός ος φύει μέλισσαις επιτηδειότατας πλην της αλαζώνων».

Ξένοι περιηγητές περιέγραψαν την Πάρνηθα. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο περιηγητής William Martin Leak, έκανε περίπατο στην Πάρνηθα, απ’ όπου εφοδιάζονταν με ξυλοκάρβουνα οι Αθηναίοι, και αναφέρθηκε στη πανίδα της. Άφθονα αγριογούρουνα, πέρδικες, λύκοι, λαγοί και σπάνια αρκούδες. Το 1850 επίσης, επισκέφτηκε την Πάρνηθα ο Γάλλος περιηγητής E. About, που έκανε όμορφες ποιητικές περιγραφές για το βουνό: «Απέναντι από τον Υμηττό στέκει το βουνό της Πάρνηθας, το οποίο, μπορεί να πει κανείς πως είναι το έργο ενός τοπογράφου. Τόσο καθαρές είναι οι γραμμές της, τόσο τολμηρό το σχέδιο της, το ίδιο και τα έλατα που την καλύπτουν και οι γκρεμνοί που την σχίζουν στη μέση, δίνοντάς της μια άγρια και απότομη πρωτοτυπία». Μεγάλοι Έλληνες ποιητές εμπνεύστηκαν και έγραψαν για την Πάρνηθα, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, Ο Κωστής Παλαμάς και άλλοι.   

Οι Πάρνηθα έχει σημαντικούς γεωλογικούς σχηματισμούς, λόγω της ασβεστολιθικής δομής της. Στην περιοχή υπάρχουν 20 σπήλαια και βάραθρα. Πολύ γνωστό είναι το σπήλαιο του Πανός ή Λυχνοσπηλιά. Υπάρχουν επίσης, 50 περίπου φυσικές πηγές με συνεχή ροή νερού.

Στη ψηλότερη κορυφή της Πάρνηθας (Καραβόλα, 1413 μέτρα), σύμφωνα με τον Παυσανία λατρευόταν ο Παρνήθιος Ζεύς. Στη κορυφή Άρμα, λατρευόταν ο Σημαλίων Δίας και στη Λυχνοσπηλιά ο Πάνας και οι Νύμφες. Στη περιοχή της Πάρνηθας υπάρχει επίσης το σημαντικό Βυζαντινό μοναστήρι της Μονής Κλειστών αλλά και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Κατά την αρχαιότητα στη περιοχή, υπήρχε σημαντικός αριθμός οικισμών όπως: η Φυλή, οι Αχαρνές, η Δεκέλεια, η Φρυγά, η Αιθαλία, η Χαστιαία, η Κρωπία, η Σφενδάλη, η Παιονίδα κ.ά.

Η Πάρνηθα, βρίσκεται στο δίκτυο Natura 2000, ανήκει στις Important Bird Areas (I.B.A) και έχει ανακηρυχτεί τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλους. Στις 28 Ιουνίου του 2007, ξεκίνησε η μεγαλύτερη πυρκαγιά στην ιστορία της Πάρνηθας. Κατέστρεψε 48.744 στρέμματα γης, μέρος της περιοχής Natura 2000 και μεγάλο μέρος του περίφημου ελατοδάσους της. Αρκετά ζώα έχασαν τη ζωή τους. Το μεγαλύτερο όμως πλήγμα, το δέχτηκε ο πληθυσμός των ελαφιών. Υπολογίζεται ότι εκείνη τη περίοδο, χάθηκαν 30 έως 50 ελάφια.

Η δασική βλάστηση της Πάρνηθας χωρίζεται σε δύο διακεκριμένες ζώνες. Η ζώνη της Κεφαλληνιακής ελάτης (από τα 600 μέτρα και πάνω) που συνοδεύεται από αρκεύθους, άτομα χνοώδους και πλατυφύλλου δρυός, αριές, φράξους, οστριές, πλατάνια, ιτιές κ.ά. Στη ζώνη της Χαλεπίου πεύκης υπάρχουν πουρνάρια, αριές, σπάρτα, κουμαριές, ελαφοκουμαριές, ρείκια, σχίνα, μυρτιές, κουτσουπιές κ.ά.

Η Πάρνηθα, αποτέλεσε πόλος έλξης για πολλούς βοτανικούς, φυσιοδίφες και άλλους ερευνητές. Με τη χλωρίδα της Πάρνηθας ασχολήθηκαν σημαντικοί βοτανικοί, όπως: Rechinger, Heldreich, Halacsy, Mattfeld, Ορφανίδης, Τούντας, Διαπούλης, Απλαδά. Η χλωρίδα της Πάρνηθας περιλαμβάνει σχεδόν 1100 taxa (είδη και υποείδη) από τα οποία τα 92 είναι ενδημικά της Ελλάδας.

Στη Πάρνηθα έχουν καταγραφεί πάνω από 150 είδη πουλιών, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν ο χρυσαετός, το διπλοσάινο, το ξεφτέρι, η ποντικοβαρβακίνα, ο φιδαετός, ο πετρίτης, ο μπούφος, η τυτώ, και πολλά είδη δασόβιων στρουθιόμορφων.

Παλαιότερα στη Πάρνηθα ζούσαν πολλά μεγάλα θηλαστικά, όπως η αρκούδα (υπήρχε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα), ο λύκος, και ο λύγκας (υπήρχε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα). Υπήρχαν ζαρκάδια αλλά και αγριόγατοι που εξαφανίστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Άλλα θηλαστικά που υπάρχουν σήμερα στην περιοχή είναι: οι αλεπούδες, οι ασβοί, οι σκίουροι, οι λαγοί, τα κουνάβια, και διάφορα είδη Χειρόπτερων (νυχτερίδες). Στην περιοχή έχουν καταγραφεί επίσης σπάνια ερπετά και αμφίβια.

Το ελάφι (Cervus elaphus) είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της πανίδας της Πάρνηθας. Παρ’ όλα τα προβλήματα και τις πυρκαγιές, το κόκκινο ελάφι έχει ακόμη εδώ ένα σημαντικό πληθυσμό. Πρέπει να ληφθούν σημαντικά μέτρα για την προστασία του, επειδή υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι που απειλούν την ύπαρξή του. Ο πιο σημαντικός είναι αυτός της λαθροθηρίας. Το κόκκινο ελάφι (Cervus elaphus) ανήκει στη Τάξη Artiodactyla και στην Οικογένεια Cervidae. Είναι από τα πιο μεγάλα ζώα που ζουν στα δάση μας.

Το καλοκαιρινό του τρίχωμα είναι καφέ – κοκκινωπό, ενώ το χειμωνιάτικο γκρίζο – καφέ. Μόνο το αρσενικό έχει κέρατα. Ζει σε ομάδες. Είναι δραστήριο συνήθως το σούρουπο ενώ την ημέρα ξεκουράζεται. Τα ενήλικα αρσενικά ζουν μόνα τους. Κατά τη περίοδο των ερώτων μάχονται μεταξύ τους. Μετά από την περίοδο των ερώτων, την ομάδα την οδηγεί μια πεπειραμένη θηλυκιά. Τρέφεται κυρίως με χόρτα, βελανίδια, μανιτάρια, φύλλα και άγρια φρούτα. Τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο αρχίζει η αναπαραγωγή. Η διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι 33 – 34 εβδομάδες. Γεννάει τον Μάιο – Ιούνιο, ένα με δύο μικρά, που τα θηλάζει για 3 έως 4 μήνες. Είναι αυτόνομα μετά από 9 – 12 μήνες και σεξουαλικά ώριμα μετά από 18 μήνες. Η διάρκεια της ζωής του είναι 15 – 20 χρόνια.

Η Πάρνηθα αν και έχει υποβαθμιστεί μετά από τη μεγάλη πυρκαγιά του 2007, παραμένει πάντοτε ένα βουνό με μεγάλη οικολογική αξία και πολλές ακόμη φυσικές ομορφιές. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να υπάρξει συνεργασία πολλών φορέων για την προστασία και τη σωστή διαχείρισή της.