Γράφει ο Δανιλάκης Βασίλειος

Πολιτικός Επιστήμονας – Πτυχιούχος ΠΜΣ «Ευρωπαϊκές και Διεθνείς Σπουδές», ΠΜΣ «Κράτος και Δημόσια Πολιτική» και ΠΜΣ «Στρατηγικές Διαχείρισης Περιβάλλοντος, Καταστροφών και Κρίσεων στους Διοικητικούς και Αναπτυξιακούς Τομείς»

 

Εισαγωγή

 

Στα πλαίσια της διαχείρισης καταστροφών και κρίσεων σε διεθνές επίπεδο το ζήτημα των περιβαλλοντικών προσφύγων αποτελεί έναν φλέγον τομέα συζήτησης. Τι εννοούμε όμως με τον όρο κρίση; Αναφερόμαστε σε κρίση όταν μια κοινότητα ανθρώπων (ένα κράτος, μια περιφέρεια, μια πόλη, ένα έθνος, ένας διεθνής οργανισμός) αντιλαμβάνεται ότι σε συνθήκες αβεβαιότητας δέχεται απειλή σε βασικές αξίες και ζωτικές λειτουργίες. Αναφερόμαστε σε καταστροφή όταν συμβαίνει ένα γεγονός το οποίο έχει καταστροφικές συνέπειες. (Ανδρεαδάκης & Λέκκας, 2015). Οι παράγοντες της καταστροφής μπορούν να διαφέρουν πολύ, αλλά στους περισσότερους παραδοσιακούς ορισμούς εμπίπτουν στην κατηγορία των δυνάμεων της φύσης (φυσικές καταστροφές). Όταν μιλάμε για καταστροφές μιλάμε για πλημμύρες, τσουνάμι, καταιγίδες, σεισμούς κτλ που έχουν επιφέρει αρνητικές και επιζήμιες επιπτώσεις σε ανθρώπους και υποδομές. Παρόλα αυτά στις καταστροφές περιλαμβάνονται και η τρομοκρατία, οι εθνικές συγκρούσεις, οι οικονομικές καταρρεύσεις, οι πόλεμοι, οι ομηρίες κτλ. Γενικά η καταστροφή είναι μια κρίση με δυσμενή έκβαση αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε κρίση δεν οδηγεί και δεν μπορεί να εξελιχθεί σε καταστροφή. Αντιθέτως όμως, κάθε καταστροφή πληροί τις προδιαγραφές μιας κρίσης.

Στη κατεύθυνση αυτή μια αναδυομένη κρίση σε διεθνές επίπεδο αποτελεί το ζήτημα των περιβαλλοντικών προσφύγων. Σύμφωνα με την Σύμβαση της Γενεύης του 1951 πρόσφυγας ορίζεται αυτός που διώκεται για λόγους φυλής, εθνικότητας, θρησκείας, συμμετοχής σε κοινωνικές ομάδες και πολιτικές πεποιθήσεις. Ο όρος του περιβαλλοντικού πρόσφυγα εμφανίστηκε το 1985 ως μία έννοια κοντά στα χαρακτηριστικά του πρόσφυγα. Το 1985 ο El-Hinnawi (El-Hinnawi, 1985) όρισε τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες σε μία έκθεση του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) ως τους ανθρώπους «που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την παραδοσιακή τους κατοικία, προσωρινά ή μόνιμα, εξαιτίας μιας σημειούμενης περιβαλλοντικής διατάραξης (φυσικής ή/και προκαλούμενης από τον άνθρωπο), η οποία θέτει σε κίνδυνο την ύπαρξή τους ή/και έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής τους». Παρολαυτά όμως, λόγω της κλιματικής αλλαγής ή σοβαρών περιβαλλοντικών καταστροφών και κρίσεων δεν μπορεί κανείς να αιτηθεί άσυλο σε κάποια γειτονική χώρα. Για διάφορες περιβαλλοντικές καταστροφές ισχύει ο όρος των εσωτερικά  εκτοπισμένων αλλά το ζήτημα του ασύλου και της απόκτησης της ιδιότητα του πρόσφυγα λόγω της κλιματικής αλλαγής και των μη αναστρέψιμων αποτελεσμάτων της αποτελεί  κρίσιμο πόλο συζήτησης.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, στο πρώτο Κεφάλαιο αναλύεται η εξέλιξη του όρου και της έννοιας του περιβαλλοντικού πρόσφυγα. Γίνεται μια εκτενής αναφορά και ανάλυση του θεωρητικού και εννοιολογικού περιεχομένου του όρου, η οποία καταλήγει στον τελικό απολογισμό αυτής. Κύριος στόχος είναι να κατανοηθεί η φύση του ζητήματος, η προβληματική, οι τάσεις, οι κοινές συνισταμένες, τα στοιχεία και οι αιτίες που καθόρισαν την εξέλιξη του όρου. Στο δεύτερο Κεφάλαιο, επιχειρείται η ανάλυση της διεθνούς νομικής προστασίας και του ρόλου του νομικού πλαισίου για αυτά τα άτομα, ενώ κύριο μέλημα είναι  να αναδειχτεί και να γίνει κατανοητό το πόσο επιτακτικό είναι να υπάρξει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για αυτό το ζήτημα.

Στο τρίτο Κεφάλαιο, ακολουθεί η ανάλυση της προσπάθειας κατηγοριοποίησης των περιβαλλοντικών προσφύγων που έχει επιχειρηθεί. Ποια είναι λοιπόν τα κριτήρια που σχετίζονται με τους χαρακτήρες των περιβαλλοντικών διαταραχών βάση των οποίον προκρίνεται ο διαχωρισμός των περιβαλλοντικών προσφύγων; Ποιες είναι οι κατηγορίες διαταραχών βάση των οποίων προκύπτουν τα ρεύματα μετανάστευσης; Στη συνέχεια στο τέταρτο Κεφάλαιο εξετάζεται η έννοια του κινδύνου, της τρωτότητας και της διακινδύνευσης ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες του Βορρά και στις αναπτυσσόμενες χώρες του Νότου σε σχέση με το βαθμό της ικανότητάς τους να διαχειριστούν καταστάσεις καταστροφών και κρίσεων. Οφείλει να γίνει κατανοητό ότι πέρα από τα κριτήρια που σχετίζονται με τους χαρακτήρες των περιβαλλοντικών διαταραχών βάση των οποίων προκρίνεται ο διαχωρισμός των περιβαλλοντικών προσφύγων, καίριο ρόλο στον τομέα διαχείρισης καταστροφών και κρίσεων διαδραματίζει το ποσοστό της διακινδύνευσης των κρατών προέλευσης στις αντίστοιχες περιβαλλοντικές διαταραχές. Ποιοι είναι λοιπόν οι βασικοί παράγοντες που διαχωρίζουν το βαθμό ικανότητας των εκάστοτε χωρών να ανταπεξέλθουν σε καταστρεπτικά γεγονότα και κρίσεις; Υφίστανται διαφορές; Ποιο είναι το αντίκτυπό τους ως προς το ζήτημα των περιβαλλοντικών προσφύγων;

Τέλος, η εργασία ολοκληρώνεται με την αποτίμηση των συμπερασμάτων και την κριτική επισκόπηση πάνω στο κρίσιμο, σύνθετο και πολύπλοκο ζήτημα των περιβαλλοντικών προσφύγων.

 

 

  1. Το θεωρητικό πλαίσιο και το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου της έννοιας του περιβαλλοντικού πρόσφυγα

 

Τι εννοούμε με τον όρo περιβαλλοντικός πρόσφυγας; Για να προχωρήσουμε σε περαιτέρω ανάλυση  είναι θεμιτό  να προηγηθεί  μια αποσαφήνιση του εννοιολογικού περιεχομένου του όρου. Στη κατεύθυνση  οφείλουμε να αναλογιστούμε τι εννοούμε με τον όρο πρόσφυγας.   Συγκεκριμένα:

 

  • Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951, περί της «Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων»

 

Τα επόμενα χρόνια μετα το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα το 1948 τα κράτη μέλη του ΟΗΕ ψηφίζουν την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το άρθρο 14 της Διακήρυξης αφορά το δικαίωμα στο άσυλο, και την ορίζει ως μιας βασική αρχή διεθνούς δίκαιου. Στη συνέχεια το 1950 ιδρύθηκε η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες για να βοηθήσει τη μετεγκατάσταση των ανθρώπων, κυρίως Ευρωπαίων, που είχαν μείνει άστεγοι μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ στην συνέχεια επέκτεινε τις δραστηριότητές της.  Το 1951 αποτελεί έτος σταθμό γιατί υπογράφεται η Σύμβαση του ΟΗΕ στη Γενεύη που αφορά το Καθεστώς των Προσφύγων ενώ το 1967 επεκτείνεται το εύρος της παραπάνω Σύμβασης μέσω του Πρωτοκόλλου του 1967 (United Nations High Commissioner for Refugees – UNHCR, 1967).

 

  • Το άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, περί της «Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων»

 

Σύμφωνα με το άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951(United Nations High Commission for Refugees, 1951) (UNHCR, 2002) περί της «Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων» όπως κυρώθηκε με το (Ν.Δ. 3989/1959) και τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης τού 1967, όπως κυρώθηκε με τον Α.Ν. 389/1968 και με το άρθ. 2 στοιχ. (ε), το άρθ. 9 και το άρθ. 10 τού (Π.Δ. 141/2013): «Πρόσφυγας είναι ο αλλοδαπός, ο οποίος συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειας και δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής, ο οποίος ευρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους τους προαναφερθέντες λόγους, δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν» και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθ. 12 του Π.Δ. 141/2013 (αποκλεισμός από το καθεστώς του πρόσφυγα / άρθ. 12 Οδηγίας). Οι πράξεις δίωξης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές, λόγω της φύσης ή της επανάληψής τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ή να συνιστούν σοβαρή σώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων (άρθ. 9 της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ). Γίνεται δεκτό ότι για τη συνδρομή των παραπάνω σωρευτικών προϋποθέσεων δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη, αλλά αρκεί να πιθανολογηθεί η ύπαρξή τους κατά ένα εύλογο βαθμό (UNHCR, 1992).

 

 

 

  • Βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης – Κριτήρια υπαγωγής

 

Προϋπόθεση της εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου της Σύμβασης της Γενεύης είναι η ύπαρξη φόβου δίωξης, τόσο ως ενδιάθετη κατάσταση του αιτούντος (υποκειμενικός φόβος) όσο και ως πραγματική κατάσταση (αντικειμενικός φόβος).

 

  • Η ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου στον αιτούντα

 

Το πρώτο κριτήριο υπαγωγής στον ορισμό του πρόσφυγα είναι η ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου στον αιτούντα. Ο όρος «δικαιολογημένος φόβος δίωξης» περιλαμβάνει ένα υποκειμενικό και ένα αντικειμενικό στοιχείο και προκειμένου να εξακριβωθεί η ύπαρξη δικαιολογημένου φόβου, πρέπει και τα δύο στοιχεία να εκτιμηθούν (UNHCR,1992). Όσον αφορά το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου, η βασιμότητα και ο δικαιολογημένος χαρακτήρας του φόβου πρέπει να αξιολογούνται στο πλαίσιο της κατάστασης που επικρατεί στη χώρα καταγωγής υπό το φως της προσωπικής ιστορίας του εκάστοτε προσώπου.

 

  • Η δίωξη

 

Το δεύτερο κριτήριο υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα είναι η δίωξη.  Σύμφωνα με το άρθ. 9 παρ. 1 του Π.Δ. 141/2013, «μία πράξη για να θεωρηθεί ως πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης πρέπει: α) να είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθ. 15 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ν.Δ. 53/1974, Α΄ 256), ή β) να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται το άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο στοιχείο α΄».

 

  • Φορείς δίωξης

 

Φορείς της δίωξης υπό την έννοια της Σύμβασης μπορεί να είναι είτε κρατικές αρχές είτε ιδιώτες, αν οι κρατικές αρχές ανέχονται ή αρνούνται ή αποδεικνύονται αδύναμες να παρέχουν αποτελεσματική προστασία (UNCHR,1992).

 

  • Λόγοι δίωξης

 

Αναφορικά με τους λόγους δίωξης, για την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, είναι αναγκαίο ο βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης να συνδέεται με έναν, τουλάχιστον, από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης για τους Πρόσφυγες του 1951, ήτοι για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων.  Αξίζει να σημειωθεί ακόμα πως σύμφωνα με το άρθρο 10, παρ.1 (δ). του Π.Δ. 141/ 2013 «Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, οι αρμόδιες αρχές εξέτασης και απόφασης, λαμβάνουν υπόψη ότι: δ) η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν μεταξύ άλλων: i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινό εγγενές χαρακτηριστικό ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν κοινά χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκαστεί να τις αποκηρύξει ή ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.

Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του φύλου, της ηλικίας, της αναπηρίας ή της κατάστασης υγείας ή του σεξουαλικού προσανατολισμού». Ειδικότερα το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης.

Η δίωξη θα πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τις συγκεκριμένες συνθήκες της κάθε περίστασης, διότι μια πράξη που δεν ανάγεται σε δίωξη για κάποιους, μπορεί να συνιστά δίωξη όταν αφορά άλλους και κάτι που σε κάποιους μπορεί να μοιάζει μια απίθανη απειλή, μπορεί σε άλλους, να προκαλεί τρόμο δεδομένων των συνθηκών τους. Επιπλέον, σημειώνεται ότι υπάρχει η απαραίτητη σύνδεση της επαπειλούμενης δίωξης με τους λόγους που απαριθμούνται στη Σύμβαση της Γενεύης, όταν ένας λόγος της Σύμβασης αποτελεί παράγοντα που συμβάλλει στον κίνδυνο δίωξης- δεν είναι απαραίτητο να είναι ο μόνος ή ο κυρίαρχος λόγος (UN High Commissioner for Refugees – UNHCR,2001).Δεν απαιτείται ο κίνδυνος στο σύνολο του να οφείλεται σε έναν από τους πέντε λόγους, αλλά αρκεί το συγκεκριμένο επίπεδο του κινδύνου δίωξης να συνδέεται με έναν από τους αναφερόμενους στη Σύμβαση της Γενεύης λόγους (Hathaway,1991). Επιπλέον, δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι υπήρχε πρόθεση δίωξης, αν το αποτέλεσμα των πράξεων συνίσταται σε σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων μίας ομάδας (University of Michigan Law School,2001).

 

            1.3.     Ορισμοί των περιβαλλοντικών προσφύγων – Η προβληματική του ζητήματος

 

Όπως αναλύθηκε προηγουμένως το άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, περί της «Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων» ορίζει ότι πρόσφυγας είναι αυτός που διώκεται για λόγους φυλής, εθνικότητας, θρησκείας, συμμετοχής σε κοινωνικές ομάδες και πολιτικών πεποιθήσεων. Παρόλα αυτά όμως, λόγω της κλιματικής αλλαγής ή σοβαρών περιβαλλοντικών καταστροφών και κρίσεων δεν μπορεί κανείς να αιτηθεί άσυλο σε κάποια γειτονική χώρα. Για διάφορες περιβαλλοντικές καταστροφές ισχύει ο όρος των εσωτερικών  εκτοπισμένων αλλά το ζήτημα του ασύλου και της απόκτησης της ιδιότητα του πρόσφυγα λόγω της κλιματικής αλλαγής και μη αναστρέψιμων περιβαλλοντικών καταστροφών και κρίσεων αποτελεί κρίσιμο πόλο συζήτησης.

 

 

 

            1.3.1.   Ο διαχωρισμός της έννοιας του Πρόσφυγα και της έννοιας του Μετανάστη

 

Η κύρια προβληματική που πηγάζει από τον ορισμό του πρόσφυγα στο άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης είναι ότι ισχύει για άτομα που έχουν αφήσει τα σύνορα  της πατρίδας τους επειδή διώκονται για λόγους θρησκείας, φυλής, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή κοινωνικής τάξης. Δεν υπάρχει πουθενά αναφορά για άτομα που λόγω της κλιματικής αλλαγής ή περιβαλλοντικών καταστροφών μπορούν να χαρακτηριστούν πρόσφυγες.

Για να μπορέσουμε όμως να κατανοήσουμε καλυτέρα την ουσία της προβληματικής είναι θεμιτό να διαχωρίσουμε την έννοια του πρόσφυγα σε σχέση με την έννοια του μετανάστη. Σύμφωνα με κείμενο του Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου των Η.Ε. (Renaud, 2008), πέρα από το εάν η ζωή ενός ατόμου απειλείται άμεσα, η απόφαση στο να μεταναστεύσει κάποιος προκύπτει από το συνδυασμό παραγόντων ‘έλξης’ και ‘απώθησης’. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο σε αυτή την απόφαση διαδραματίζουν η οικονομική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση τόσο της χώρας προέλευσης όσο και της χώρας υποδοχής, ενώ παράλληλα ιδιαίτερης σημασίας είναι παράγοντες όπως το κοινωνικό κεφάλαιο και τα δίκτυα διασύνδεσης.

Ωστόσο, το ζήτημα των κλιματικών αλλαγών προσθέτει έναν επιπλέον παράγοντα στο ζήτημα της μετανάστευσης τόσο στη διάρκεια της μετατόπισης και της επιστροφής στον αρχικό τόπο διαβίωσης όσο και στη φύση της μετατόπισης, ενδοσυνοριακή ή διασυνοριακή. Αρχικά, ένας μετανάστης ‘έχει τη δυνατότητα’ και ‘επιθυμεί’ να μετακινηθεί είτε εντός είτε εκτός των συνόρων της χώρας του και κυρίως για οικονομικούς ή εργασιακούς λόγους. Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης για τους Πρόσφυγες (1951) και το Πρωτόκολλο του 1967, ένας πρόσφυγας ‘είναι εξαναγκασμένος’ να μετατοπιστεί εκτός της επικράτειας της χώρας προέλευσης ενώ παράλληλα διώκεται από την τελευταία για λόγους πολιτικής, θρησκευτικής, φυλετικής φύσεως καθώς και για λόγους εθνικότητας και κοινωνικής τάξης ενώ μπορεί να επιστρέψει στην πατρίδα του αν οι συνθήκες γίνουν καλύτερες και το επιθυμεί (UNHCR, 2002).

 

 

 

 

            1.3.2.   Το οξύμωρο της έννοιας του περιβαλλοντικού πρόσφυγα

 

Το οξύμωρο στην περίπτωση του περιβαλλοντικού πρόσφυγα είναι ότι ενώ είναι υποχρεωμένος λόγω μια περιβαλλοντικής καταστροφής ή κλιματικής αλλαγής να εκτοπιστεί ενδοσυνοριακά ή διασυνοριακά, παρόλα αυτά δεν διώκεται από τη πατρίδα του και ούτε από αυτές τις εκάστοτε φυσικές ή ανθρωπογενείς καταστροφές. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η πλειονότητα από τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες προέρχονται από λιγότερο αναπτυσσόμενα κράτη με αποτέλεσμα  να μην έχουν την οικονομική δυνατότητα να μετακινηθούν από μονοί τους σε άλλη χώρα ενώ ακόμα και αν συμβεί αυτό δεν έχουν την δυνατότητα να ζητήσουν άσυλο λόγω μη δίωξης βάση της Σύμβασης της Γενεύης. Παράλληλα  οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες αφορούν «άτομα εκτοπισθέντα στο εσωτερικό της χώρας τους» όταν η μετακίνησή της είναι ενδοσυνοριακή – ζήτημα που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, μιας και στην περίπτωση αυτή δεν ζητείται άσυλο σε άλλη χώρα.  Με λίγα λόγια είναι εύκολο να διαπιστωθεί ότι η έννοια του περιβαλλοντικού πρόσφυγα εμπεριέχει στοιχεία και από την έννοια του πρόσφυγα και από την έννοια του μετανάστη.

Τα βασικά ερωτήματα που πηγάζουν είναι:

  1. Οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες έχουν περάσει τα σύνορα της χώρας προέλευσης ή έχουν αναγκαστεί να εκτοπιστούν ενδοσυνοριακά;
  2. Ο εκτοπισμός τους έχει προσωρινό, μόνιμο ή ημι-μόνιμο χαραχτήρα;

III.        Η περιβαλλοντική καταστροφή και οι κρίσεις που οδηγούν αυτά τα άτομα να εγκαταλείψουν τη χώρα τους μπορεί να αποτελέσει μια δικαιολογημένη αιτία δίωξης;

  1. Ποιο είναι το ποσοστό ευθύνης του κράτους προέλευσης για την εκτόπιση αυτών των ατόμων έξω από τα σύνορά του; Ευθύνεται το ίδιο για την εκάστοτε περιβαλλοντική καταστροφή, διαταραρχή ή κλιματική αλλαγή;

 

 

 

 

            1.4.     Το ιστορικό υπόβαθρο και το θεωρητικό πλαίσιο των ορισμών για τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες

 

            1.4.1.   Ο ορισμός του El-Hinnawi (1985)

 

Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 άρχισε η συζήτηση γύρω από το ζήτημα των κλιματικών μεταναστεύσεων με διάφορους ορισμούς που σχετίζονται με τον όρο των περιβαλλοντικών προσφύγων. Ο όρος του περιβαλλοντικού πρόσφυγα εμφανίστηκε το 1985 ως μία έννοια κοντά στα χαρακτηριστικά του πρόσφυγα. Ο Εl- Hinanawi όρισε τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες σε μια έκθεση του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του ΟΗΕ (UNEP) ως τα άτομα  «που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την παραδοσιακή τους κατοικία, προσωρινά ή μόνιμα, εξαιτίας μιας σημειούμενης περιβαλλοντικής διατάραξης (φυσικής ή/και προκαλούμενης από τον άνθρωπο), η οποία θέτει σε κίνδυνο την ύπαρξή τους ή/και έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής τους» (El-Hinnawi, 1985).

 

            1.4.2.   Ο ορισμός του Myers N. (1993)

 

Στη συνέχεια το 1993 ο Μyers Norman πρότεινε δίνονας ιδιαίτερη έμφαση στη διασυνοριακή διάσταση του ζητήματος και στην διάρκεια της μετατόπισης αυτών των ανθρώπων έδωσε ένα διαφορετικό ορισμό.  Σύμφωνα με τον Norman αφορά: «Άτομα που δεν μπορούν πλέον να κερδίσουν ασφαλές εισόδημα στις πατρίδες τους λόγω της ξηρασίας, της διάβρωσης του εδάφους, της ερημοποίησης, της αποδάσωσης και άλλων περιβαλλοντικών προβλημάτων. Μέσα στην απελπισία τους, νιώθουν ότι δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση από το να αναζητήσουν αλλού καταφύγιο, όσο επικίνδυνο και αν είναι αυτό το εγχείρημα. Δεν εγκατέλειψαν όλοι βιαστικά τη χώρα τους∙ πολλοί έχουν μετατοπιστεί εντός των συνόρων. Παρόλα αυτά όλοι έχουν εγκαταλείψει τους βιοτόπους τους σε ημι-μόνιμη, αν όχι, μόνιμη βάση, με πολύ λίγες ελπίδες να επιστρέψουν στο εγγύς μέλλον» (Myers, 1993).

           

 

            1.4.3.   O ορισμός της Jacobson J. (1998)

 

H Jacobson L. Jodi προσπάθησε να διαχωρίσει τους πρόσφυγες σε τύπους. Στη κατεύθυνση αυτή πρότεινε πως οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες διαχωρίζονται σε:

  1. αυτούς που εκτοπίστηκαν προσωρινά λόγω μιας τοπικής περιβαλλοντικής καταστροφής ή διαταραχής,
  2. αυτούς που αναγκάζονται να μεταναστεύσουν λόγω οικονομικής πίεσης και απειλής των ζωών τους εξαιτίας μιας καταστροφής στο περιβάλλον,

III.        αυτούς που εκτοπιζίνται και αναγκαζονται να εγκατασταθούν σε μόνιμη βάση σε άλλο μέρος είτε εξαιτίας της διάβρωσης, της ερημοποίησης, της αποδάσωσης, είτε εξαιτίας άλλων περιβαλλοντικών καταστροφών λόγω της κλιματικής αλλαγής (Jacobson,1988).

Αξίζει να σημειώσουμε ότι βάση αυτού του ορισμού μπορούμε να παρατηρήσουμε πόσο περισσότερη βαρύτητα δίνεται στη χρονική διαρκεια της εκτόπισης σε σχέση με αυτά που πρότεινε ο Εl-Hinnawi. Παρόλο που δεν διευκρινίζετε επακριβως αν τα εκτοπισμένα άτομα έχουν ξεπεράσει τα σύνορα των χωρών τους, υφίσταται καινοτομία στο γεγονός ότι η φύση και το μέγεθος των περιβαλλοντικών καταστροφών συνδέονται με την διάρκεια της εκτόπισης. Συγκεκριμένα:

  1. εκτόπιση προσωρινού χαρακτήρα – φυσικές καταστροφές,
  2. εκτοπισμός ημι-μόνιμου χαρακτήρα – οικονομική πίεση στο εισόδημα εισοδήμα και στις συνθήκες διαβίωσης,

III.        εκτοπισμός μόνιμος – κλιματική αλλαγή.

 

            1.4.4.   Ο ορισμός του Renaud F. (2007)

 

Σύμφωνα με τον Renaud F. (Renaud, 2007) προτείνονται οι εξής ορισμοί αναφορικά με τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες. Ένας ‘περιβαλλοντικά υποκινούμενος μετανάστης’ «πιθανότατα θα εγκαταλείψει» ένα σταδιακά επιδεινώμενο περιβάλλον σε σταδιακή ή μόνιμη βάση ώστε να αποφύγει χειρότερες καταστάσεις (π.χ. ξηρασίες). Αντίθετα, ένας ‘περιβαλλοντικά εξαναγκασμένος μετανάστης’ «πρέπει» να εγκαταλείψει τον τόπο διαβίωσής του συνήθως σε μόνιμη βάση λόγω π.χ. της ανόδου της στάθμης των υδάτων ή της ερημοποίησης. Όπως παρατηρούμε και στoν Πίνακα της Εικόνας 1.1 ο όρος ‘περιβαλλοντικοί πρόσφυγες’ συνδέεται με γεγονότα που συνδέονται με άμεσες και ξαφνικές φυσικές καταστροφές όπως πλημμύρες, τυφώνες κλπ, ενώ η μετατόπιση μπορεί να είναι είτε προσωρινή ή μόνιμη. Ωστόσο, δεν γίνεται καμία αναφορά στο ενδεχόμενο να ξεπεράσουν τα γεωγραφικά σύνορα της πατρίδας τους.

Ορισμοί περιβαλλοντικού πρόσφυγα, περιβαλλοντικά υποκινούμενου μετανάστη, περιβαλλοντικά εξαναγκασμένου μετανάστη (Renaud, 2007, σελ. 31)
Ορισμοί περιβαλλοντικού πρόσφυγα, περιβαλλοντικά υποκινούμενου μετανάστη, περιβαλλοντικά εξαναγκασμένου μετανάστη (Renaud, 2007, σελ. 31)

Σύμφωνα με τους παραπάνω ορισμούς, γίνεται σαφές ότι υπάρχουν διάφορες κατηγορίες, κριτήρια και κλιματικά φαινόμενα που καθορίζουν τη φύση αυτών των μεταναστεύσεων. Οι ‘περιβαλλοντικά υποκινούμενοι μετανάστες’ φαίνεται να επηρεάζονται κυρίως από μακροπρόθεσμα κλιματικά φαινόμενα όπως η καταστροφή του εδάφους, η άνοδος της στάθμης των υδάτων κλπ. ανεξάρτητα από το είδος της βοήθειας που θα λάβουν. Έπειτα, οι ‘περιβαλλοντικά εξαναγκασμένοι μετανάστες’ επηρεάζονται τόσο από μακροχρόνια κλιματικά φαινόμενα όσο και από ξαφνικές καταστροφές δεχόμενοι παράλληλα μία συγκεκριμένη βοήθεια από το κράτος ή από τη διεθνή κοινότητα. Η διαφορά αυτού του ορισμού με τους ‘περιβαλλοντικούς πρόσφυγες’ έγκειται τόσο στο ότι αυτά τα άτομα πρόκειται να πληγούν σε εξαιρετικό βαθμό μόνο από ξαφνικά φυσικά φαινόμενα ενώ ταυτόχρονα οι πιθανότητες να τύχουν βοήθειας είναι πολύ περιορισμένες.

Ως συμπέρασμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα διάφορα κλιματικά γεγονότα όπως τυφώνες, πλημμύρες αντικατοπτρίζουν περισσότερο τις κατηγορίες των ‘περιβαλλοντικών προσφύγων’ και των ‘περιβαλλοντικά εξαναγκασμένων μεταναστών’. Ενώ αντίθετα κλιματικές διαδικασίες – όπως η άνοδος της στάθμης των υδάτων και η διάβρωση του εδάφους – αποτελούν μακροχρόνιες διαδικασίες κατά τις οποίες ένας εν δυνάμει μετανάστης ‘έχει τη δυνατότητα’ να μετατοπιστεί με μεγαλύτερη ευχέρεια σε μια άλλη περιοχή είτε ενδοσυνοριακά ή διασυνοριακά. Βέβαια, δε θα πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι και οι τρεις αυτές ομάδες κλιματικών μεταναστών αυξάνουν τις πιθανότητες μετατόπισής τους εάν π.χ. διαμένουν σε περιοχές υψηλής κλιματικής επικινδυνότητας σε συνδυασμό με τις ανεπαρκείς πρακτικές του κράτους σε περίπτωση τέτοιων φαινομένων.

 

            1.4.5.   Ο ορισμός από τον Παγκόσμιο Οργανισμό για τη Μετανάστευση (ΙΟΜ) (2007)

 

Επιπλέον, σε κείμενο του Παγκόσμιου Οργανισμού για τη Μετανάστεστευση (IOM) προτείνεται ο ορισμός ‘περιβαλλοντικοί μετανάστες’ ως εξής: «Πρόκεινται για άτομα ή ομάδες ατόμων οι οποίοι, εξ’αιτίας επιτακτικών λόγων από ξαφνικές ή σταδιακές αλλαγές στο περιβάλλον που δυσμενώς επηρεάζουν τις ζωές τους ή τις συνθήκες διαβίωσής τους, είναι αναγκασμένοι ή κατ’επιλογήν να εγκαταλείψουν τους βιοτόπους τους, προσωρινά ή μόνιμα, και οι οποίοι μετατοπίζονται είτε ενδοσυνοριακά ή διασυνοριακά» (International Organisation for Migration, 2007).

Όπως παρατηρούμε σε αυτή την περίπτωση δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη πρόσφυγας αλλά αντιθέτως δημιουργούνται ασάφειες και αυτό διότι έχει επιλεγεί ο όρος περιβαλλοντικός μετανάστης αλλά παράλληλα αναφέρονται φράσεις όπως «εξαιτίας επιτακτικών λόγων» και «είναι αναγκασμένοι ή κατ’επιλογήν να εγκαταλείψουν», οπου προκαλείται σύγχυση ανάμεσα στα χαρακτηριστικά που κάνουν καποιον πρόσφυγα ή μετανάστη.

 

            1.4.6.   Ομοιότητες και διαφορές μεταξυ των ορισμών για τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες

 

Από τους παραπάνω ορισμούς μπορούμε να διακρίνουμε διάφορες ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους. Αναφορικά με τις ομοιότητες θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι:

  1. Το μεγαλύτερο ποσοστό των περιβαλλοντικών προσφύγων αναγκάζονται να εγκαταλείψουν προσωρινά ή μόνιμα την χώρα τους,
  2. Η εκτόπισή τους είναι είτε ενδοσυνοριακή είτε διασυνοριακή,

III.        Η οποιαδήποτε φυσική ή ανθρωπογενής καταστροφή ή κρίση που παρουσιάζεται και η οποία ωθεί αυτά τα άτομα να εγκαταλείψουν τις εστίες τους αποτελεί τον βασικό και κύριο παράγοντα της εκτόπισής τους,

  1. Η οποιαδήποτε φυσική ή ανθρωπογενής καταστροφή ή κρίση που παρουσιάζεται αποτελεί εμμέσως έναν «sui generis» δικαιολογημένο φόβο δίωξης από τη χώρα προέλευσης,
  2. Η οποιαδήποτε φυσική ή ανθρωπογενής καταστροφή ή κρίση που παρουσιάζεται επιδρά αρνητικά στο εισόδημα αυτών των ατόμων είτε καταστρέφοντας τελείως τις υποδομές του μέρους που κατοικούσαν είτε καθιστώντας την διαβίωση στις υπάρχουσες εστίες τους και την συνέχιση των οικονομικών δραστηριοτητήτων τους αδύνατες.

Από την άλλη πλευρά αναφορικά με τις διαφορές που μπορούμε να εντοπίσουμε είναι ότι υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες όπου υπάρχει σύγχυση μεταξύ της έννοιας του μετανάστη και της έννοιας του πρόσφυγα.  Άλλοι ορισμοί είναι είτε πιο γενικοί και εμπίμπτουν στις δύο έννοιες και άλλοι πιο εξειδικευμένοι και εμπιμπτουν σε μια από αυτές τις έννοιες. Παρόλα αυτά σε κανέναν ορισμό δεν υπάρχει αναφορά  για το ποσοστό ευθύνης της χώρας προέλευσης ως προς τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες. Αυτός ο παράγοντας είναι ιδιαίτερα σημαντικός και αυτό διότι δεν μπορεί η αιτία και ο λόγος του εκτοπισμού των περιβαλλοντικών προσφύγων να είναι μόνο μια φυσική ή ανθρωπογενής καταστροφή ή γενικά οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής αλλα την ευθύνη μπορεί να την έχει και το ίδιο το κράτος προέλευσης. Ενδέχεται το κρατος προέλευσης μέσα από διάφορες πολιτικές αποφάσεις και ζημιογόνες πρακτικές στο περιβάλλον ή στον βιότοπο μιας περιφέρειας να προκαλεί άμεσα ή έμμεσα αυτό το κύμα των εκτοπίσεων.

 

  1. Το νομικό πλαίσιο και η διεθνής νομική προστασία των περιβαλλοντικών προσφύγων: Προβλήματα, προκλήσεις, προοπτικές

 

            2.1 Κριτική επισκόπηση των ορισμών για τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες και διεθνής νομική προστασία

 

Το ζήτημα της έννοιας των περιβαλλοντικών προσφύγων έχει προκαλέσει μια σειρά σκεπτικιστικών απόψεων σχετικά με το ζήτημα τόσο των ορισμών όπως αναλύθηκε στο Κεφάλαιο 1 όσο και των κριτηρίων των κλιματικών – περιβαλλοντικών μεταναστεύσεων. Σύμφωνα με τους Castles S. και συν είναι δύσκολο να ορισθεί κάποιος ως ‘περιβαλλοντικός μετατοπισθείς’ ή να ποσοτικοποιήσει κανείς αυτή την κατηγορία, καθώς η έμφαση στους περιβαλλοντικούς παράγοντες μπορεί να μας παραπλανήσει σε σχέση με παράγοντες όπως η ανάπτυξη, η ανισότητα και η επίλυση συγκρούσεων (Castles, 2005).

Ωστόσο, αναφορικά με τον  Black R. αν και δεν αποτελεί κύριο παράγοντα, η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι ένας ενισχυτικός παράγοντας που ωθεί αυτά τα άτομα στο να μετατοπιστούν. Επιπλέον, σε σχέση με τον ορισμό των προσφύγων από την Σύμβαση της Γενεύης θεωρεί ότι σε περιπτώσεις που ένα άτομο πληροί τα κριτήρια ενός πρόσφυγα, ο όρος ‘περιβαλλοντικός’ είναι περιττός (Black, 2001).

Στη συνέχεια, ο Kibreab G. θεωρεί ότι η λογική των περιβαλλοντικών προσφύγων χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο από κράτη που θέλουν να δικαιολογήσουν περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές, την ίδια στιγμή που η πολυ-αιτιότητα των μεταναστεύσεων είναι δύσκολο να ορισθεί και να αποδειχθεί από τη διεθνή κοινότητα (Kibreab,1997). Με αυτή την άποψη, ο Kibreab θεωρεί ότι ο όρος ‘περιβαλλοντικοί πρόσφυγες’ αποτελεί ένα άλλοθι για τη Δύση ώστε να ανακόψει την πορεία αυτών των ατόμων προς το Βορρά και εν μέρει να υποβαθμίσει τη σημασία και τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο για λόγους κυρίως πολιτικών πεποιθήσεων.

Ως προς τους περιβαλλοντικά εξαναγκασμένους και υποκινούμενους μετανάστες, ο O. Brown θεωρεί ότι οι εν λόγω όροι υποδηλώνουν κυρίως την έλξη προορισμού και όχι τόσο την απώθηση από τη χώρα προέλευσης, ενώ παράλληλα υπονοείται η μειωμένη ευθύνη της διεθνούς κοινότητας για τα άτομα αυτά (Brown, 2008).

Εντούτοις, καμία ομάδα κλιματικών μεταναστών από τις παραπάνω δεν απολαμβάνει μέχρι σήμερα νομικής προστασίας. Το ζήτημα περιπλέκεται και με την προσθήκη του ζητήματος των ‘ατόμων που έχουν μετατοπισθεί ενδοσυνοριακά’ (“internally displaced persons”).  Αν και με αυτόν τον όρο προστατεύονται εκείνοι που έχουν επηρεαστεί από ένοπλες συγκρούσεις ή ανθρωπογενείς καταστροφές και έχουν μετατοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας, ωστόσο πρόκειται για έναν μη δεσμευτικό ορισμό που εναπόκειται στο κάθε κράτος καλή τη πίστη να τον εφαρμόσει (UΝ Office for the Coordination of Humanitarian Affairs, 1998).

Ακόμη, με βάση τη Σύμβαση της Γενεύης δεν μπορεί να απονεμηθεί δικαίωμα για αίτηση προς άσυλο σε άτομα που έχουν πληγεί από τις κλιματικές αλλαγές καθώς δεν περιλαμβάνεται δεδικαιολογημένος φόβος δίωξης από το κράτος λόγω κλιματικών αλλαγών. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Οδηγό της Ύπατης Αρμοστείας των Η.Ε. για τη Διαδικασίες και τον Καθορισμό των Προσφύγων αναφέρεται ότι «η έκφραση ‘δεδικαιολογημένου φόβου διώξεως’[…] αποκλείει άτομα όπως θύματα από πείνα ή φυσικές καταστροφές, εκτός εάν υπάρχει δεδικαιολογημένος φόβος διώξεως για έναν από τους δεδηλωμένους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης» (UNHCR, 1992).

 

            2.2.     Ο ρόλος του διεθνούς νομικού συστήματος για τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες

 

Η διεθνής κοινότητα ενώ έχει παράγει αρκετό αριθμό διεθνών συνθηκών που ρυθμίζουν διάφορα περιβαλλοντικά ζητήματα όσο και το ζήτημα των προσφύγων παρόλα αυτά δεν υπάρχει κάποιο διεθνές νομικό κείμενο που να συνδυάζει τα δυο ζητήματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα διεθνή νομικά κείμενα που αναφέρονται στο σχετικό ζήτημα δεν είναι δεσμευτικά αλλά βασίζονται στην διακριτική ευχέρεια των εκάστοτε χωρών να αντιμετωπίσουν το ζήτημα. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποιο διεθνές δεσμευτικό κείμενο που να συγκεντρώνει το σύνολο των ζητημάτων που καθορίζουν το ζήτημα, αλλά αντιθέτως διάσπαρτες διατάξεις σε διεθνή κείμενα δεσμευτικά ή μη που αναιρούν τις όποιες προσπάθειες των περιβαλλοντικών μεταναστών για κάποιο ελάχιστο επίπεδο νομικής προστασίας. Συγκεκριμένα:

 

            2.2.1.   Η Ατζέντα 21 της Συνόδου Κορυφής του ΟΗΕ που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας το 1992 για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη

 

Στην «Agenta 21» της Οικουμενικής Διακήρυξης του Ρίο για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη  (United Nations Conference on Environment & Development,1992), στο Τμήμα 2 παράγραφο 12 με τον τίτλο “Combating desertification and drought”, αναφέρεται ότι “[…] for inhabitants whose perilously adapted livelihoods are threatened or erased, resettlement and adaptation to new life ways must be assisted”. Στο κείμενο αυτό γίνεται αναφορά για τις εκτοπίσεις που μπορεί να προκαλέσει μια φυσική ή ανθρωπογενής καταστροφή αλλά δεν γίνεται καμία αναφορά στη φύση αυτών των ατόμων που κατοικούσαν σε αυτές τις περιοχές και αναγκάζονται να τις εγκαταλείψουν. Παράλληλα δεν γίνεται καμία αναφορά στο είδος της εκτόπισης και αν είναι ενδοσυνοριακή ή διασυνοριακή με άλλες προεκτάσεις. Αναφέρεται ένα στοιχείο του όρου πρόσφυγας χωρίς να ονομάζονται έτσι, λέγοντας ότι είναι υποχρέωση των εκάστοτε κρατών να μεριμνήσουν για την μετεγκατάσταση και την προσαρμογή αυτών των κατοίκων στον αρχικό τόπο διαβίωσής τους.

 

            2.2.2.   Το Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (UNHCR) για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος του Πρόσφυγα

 

Εξίσου σημαντικό έγγραφο αποτελεί το Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (UNHCR) για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος του Πρόσφυγα στο οποίο τονίζεται ότι ‘The expression “owing to well-founded fear of being persecuted” – for the reasons stated – by indicating a specific motive automatically makes all other reasons for escape irrelevant to the definition. It rules out such persons as victims of famine or natural disaster, unless they also have well-founded fear of persecution for one of the reasons stated’(UNHCR, 1992).

Yπογραμμίζεται δηλαδή πως για να μπορέσει κάποιος να αιτηθεί άσυλο σε μια χώρα θα πρέπει να συντρέχει ένας τουλάχιστον από τους πέντε δικαιολογημένους φόβους δίωξης σύμφωνα με την Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και να συνδέεται ταυτόχρονα με τις περιβαλλοντικές φυσικές καταστροφές και τη πείνα. Παράλληλα με τη φράση φυσικές καταστροφές δεν γίνεται κάποια περαιτέρω ανάλυση αν δηλαδή προκύπτει από την κλιματική αλλαγή ή από κάποιο μετεωρολογικό φαινόμενο.

 

            2.2.3.   Το Γραφείο του ΟΗΕ για τον συντονισμό των Ανθρωπιστικών Υποθέσεων και οι Βασικές Αρχές για τις ενδοσυνοριακές εκτοπίσεις

 

Αξίζει να σημειωθεί πως στις κατευθυντήριες αρχές για τις ενδοσυνοριακές εκτοπίσεις του γραφείου του ΟΗΕ για τον συντονισμό των ανθρωπιστικών υποθέσεων αναφέρεται πως «Internally displaced persons are persons or groups of persons who have been forced or obliged to flee or to leave their homes or places of habitual residence, in particular as a result of or in order to avoid the effects of armed conflict, situations of generalized violence, violations of human rights or natural or human-made disasters, and who have not crossed an internationally recognized State border» (UN Office for the Coordination of Humanitarian Affairs, 1998). Παρατηρούμε ότι γίνεται αναφορά σε φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές ενώ κατά βάση το κείμενο αφορά τη διεθνή νομική προστασία που παρέχεται σε άτομα που προέρχονται από πολεμικές συγκρούσεις. Επιπλέον, σύμφωνα με τους McDowell C. & Morrell G. ασκείται κριτική στον παραπάνω ορισμό τονίζοντας ότι τα κράτη δεν δεσμεύονται μιας και «οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν την πρωταρχική ευθύνη για τους κατοίκους που διαμένουν στην επικράτειά τους». Τονίζεται επίσης ότι πολλές κοινότητες που έχουν εκτοπιστεί λόγω περιβαλλοντικής καταστροφής αντιμετωπίζουν τις ίδιες προκλήσεις και τα ίδια προβλήματα με αυτούς που εκτοπίστηκαν λόγω ένοπλων συγκρούσεων (McDowell C. & Morrell G., 2007).

 

            2.2.4.   Το κείμενο των Πρασίνων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τον τίτλο «Declaration on climate migrations» 11 Ιουνίου 2008 σ.1 (Παρ. 8)

 

Άξιο αναφοράς αποτελεί το κείμενο που εξέδωσε σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το πολιτικό κόμμα των Πρασίνων με τον τίτλο «Declaration on climate migrations» στις 11 Ιουνίου του 2008 σ.1 (Παρ. 8) στο οποίο εμπεριέχεται σαφής αναφορά σχετικά με την φύση και τη συμπεριφορά εκτοπισμένων ατόμων από την αλλαγή του κλίματος. Αναφέρεται ότι : “[…] these displaced people can be defined as people forced to leave their homes, temporarily or permanently, due to the impacts of climate change that put their existence at risk or seriously affect their living conditions”. (European Parliament, 2008). Επιπλέον υπογραμμίζεται το εξείς: “the population movements created can be diffuse and continuous as in the case of desertification […]” ενώ  αναφέρονται ότι: “The participants in the present seminar on environmental migrations invite the European and international institutions […] to organize legal protection for the victims of climate disruptions and of possible displaced persons (current or future) who do not benefit today from any recognition”.

Στον ορισμό αυτό δεν γίνεται προσπάθεια να κατονομαστεί το είδος αυτών εκτοπισμένων πληθυσμών (πχ αν είναι πρόσφυγες ή μετανάστες ή άτομα εκτοπισμένα στο εσωτερικό της χώρας τους) αλλά προτείνεται η θέσπιση διεθνούς νομικού πλαισίου και η διεθνής συνεργασία για να καλύψει τα θύματα οσο και τα εκτοπισμένα άτομα που έχουν πληγεί από την κλιματική αλλαγή και απαιτούν να αναγνωριστεί το ζήτημά τους διεθνώς. Παράλληλα παρέχονται στοιχεία από διεθνή φόρα («Διακήρυξη των Η.Ε. για τα δικαιώματα των ιθαγενών πληθυσμών», «4η Αναφορά Αξιολόγησης του IPCC, 2007») για τις επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος ενώ θίγονται θέματα ασφάλειας, τα οποία θα είχαν σοβαρές αρνητικές συνέπειες στις χώρες υποδοχής (“climate migrations are in line with climatic and geopolitical regional problems”) (European Parliament, 2008).

 

 

 

            2.2.5.   Το Ψήφισμα 124 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (Resolution 124 of the UN General Assembly, 2008)

 

Άξιο αναφοράς αποτελεί το ψήφισμα 124 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (Resolution 124 of the UN General Assembly, 2008) : “UN calls upon the Office of the High Commissioner […] to address the root causes as well as the economic, environmental and social impact of large-scale refugee populations in developing countries […]”. Αξίζει να τονιστεί ότι για πρώτη φορά δημιουργείται ένας συνεκτικός δεσμό ανάμεσα στους πρόσφυγες και την κλιματική αλλαγή.  (Resolution 124 of the UN General Assembly, 2008).

 

            2.2.6.   Η Υπόθεση Budayeva κατά Ρωσίας και η Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων

 

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων υφίσταται η υπόθεση Budayeva κατά Ρωσίας όπου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε ότι σύμφωνα με το  άρθρο 2 (Δικαίωμα στη ζωή) το Συμβαλλόμενο Κράτος δεν είχε πάρει τα μέτρα που όφειλε για να προστατεύσει τους πολίτες του απο τις περιβαλλοντικές καταστροφές (European Court of Human Rights, 2008). Η απόφαση αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πολύ σημαντική γιατί για πρώτη φορά δίνεται η δυνατότητα σε αυτούς που έχουν πληγεί απο φυσικές καταστροφές να ζητήσουν απο την εκάστοτε κρατική αρχή αντίστοιχες αποζημιώσεις όσο και να ληφθούν μέτρα για να αποτραπούν αντίστοιχες καταστροφές με θανάτους.

 

 

 

 

 

 

 

  1. Οι Κατηγορίες των περιβαλλοντικών προσφύγων

 

Στο τρίτο μέρος της εργασίας ακολουθούν οι κατηγορίες στις οποίες προκρίνεται ο διαχωρισμός των περιβαλλοντικών προσφύγων.  Ποια είναι λοιπόν τα κριτήρια που σχετίζονται με τους χαρακτήρες των περιβαλλοντικών διαταραχών βάση των οποίων προκρίνεται ο διαχωρισμός των περιβαλλοντικών προσφύγων; Ποιες είναι οι κατηγορίες διαταραχών βάση των οποίων προκύπτουν τα ρεύματα περιβαλλοντικής μετανάστευσης;

 

            3.1      Ο διαχωρισμός των περιβαλλοντικών προσφύγων κατά τον Εl-Hinnawi (1985)

 

Το 1985 ο El-Hinnawi E. (El-Hinnawi,1985) όρισε αρχικά τους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες σε 3 κατηγορίες οι οποίες υιοθετήθηκαν απο το UNEP. Συγκεκριμένα:

  1. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τα άτομα που μετατοπίζονται προσωρινά εξαιτίας μιας προσωρινής περιβαλλοντικής πίεσης (π.χ ξηρασία, πλημύρα).
  2. Η δεύτερη περιλαμβάνει τα άτομα που μετατοπίζονται μόνιμα από μια περιοχή μέσα στα όρια της χώρας τους εξαιτίας μιας μόνιμης περιβαλλοντικής διατάραξης (π.χ κατασκευή φραγμάτων, ορυχείων).

III.        Η τρίτη περιλαμβάνει τα άτομα που μετεγκαθίστανται προσωρινά ή μόνιμα εξαιτίας μιας σταδιακής υποβάθμισης του περιβάλλοντος (π.χ ερημοποίηση, άνοδος της στάθμης της θάλασσας) καθώς επίσης και τα άτομα που μετακινούνται λόγω ανθρωπογενών καταστροφών  (π.χ  Τσερνόμπιλ) ή τα άτομα που μετατοπίστηκαν λόγω πολεμικών συγκρούσεων (Εl-Hinnawi 1985).

 

 

 

            3.2      O διαχωρισμός των περιβαλλοντικών προσφύγων βάσει κριτηρίων που σχετίζονται με τους χαρακτήρες των περιβαλλοντικών διαταραχών κατά την Bates C. Diane (2002)

 

Η συζήτηση που αναπτύχθηκε μετά  1985 διατήρησε το ασαφές El-Hinnawi σύστημα ταξινόμησης. Στη συνέχεια όμως το 2002 προκρίνεται ο διαχωρισμός των περιβαλλοντικών προσφύγων βάσει κριτηρίων που σχετίζονται με τους χαρακτήρες των περιβαλλοντικών διαταραχών: η πηγή της προέλευσή τους (φυσική ή τεχνολογική), η διάρκεια (οξεία ή βαθμιαία) και εάν η μετανάστευση ήταν προγραμματισμένη (εκ προθέσεως ή όχι). Τα ρεύματα μετανάστευσης που προκύπτουν από αυτές τις διαταραχές μπορούν να διακριθούν από τρεις κατηγορίες διαταραχών: καταστροφές, απαλλοτριώσεις και υποβάθμιση (Bates, 2002). Συγκεκριμένα:

  1. Πρώτον, οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες από καταστροφές προέρχονται από οξεία γεγονότα  που δεν έχουν σχεδιαστεί για να παράγουν μετανάστευση. Αυτά μπορεί να χωριστούν μεταξύ  γεγονότων που προκαλούνται από φυσικά φαινόμενα και εκείνα που προκαλούνται από την τεχνολογικά ατυχήματα.
  2. Δεύτερον, οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες από απαλλοτριώσεις είναι αποτέλεσμα οξείας ανθρωπογενούς παρέμβασης που προκαλεί  διαταραχές στο περιβάλλον με αποτέλεσμα τον εκτοπισμό του πληθυσμού σκόπιμα η όχι. Αυτά μπορεί να χωριστούν περαιτέρω σε δύο ομάδες με βάση το εάν καταστροφικό γεγονός προκλήθηκε από την οικονομική ανάπτυξη ή τον πόλεμο.

III.        Τρίτον, οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες που προκύπτουν ως αποτέλεσμα σταδιακών, ανθρωπογενών αλλαγών στο περιβάλλον. Σταδιακή υποβάθμιση του περιβάλλοντος η οποία προκαλεί σταδιακά συνθήκες μετανάστευσης καθώς επηρεάζει τον οικονομικό παράγοντα αλλά και με αιφνίδιο τρόπο όταν οι αλλαγές ξεπερνούν κάποια οικοσυστημικά όρια. Οι πρόσφυγες τείνουν να προέρχονται από οικοσυστήματα τα οποία έχουν βαθμιαία υποβαθμιστεί σε ένα σημείο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιβιώσουν στην τοπική βάση πόρων. Αυτός ο τύπος του πρόσφυγα μπορεί να χωριστεί αναλυτικά σε υποομάδες από την πηγή της υποβάθμισης όσον αφορά τη ρύπανση και την εξάντληση.

 

            3.2.1.   Καταστροφές που προέρχονται από οξεία γεγονότα (Φυσικές καταστροφές ή Τεχνολογικά ατυχήματα ή Νatech Kαταστροφές)

 

Ως τέτοιες καταστροφές θεωρούνται  (Brown,2008) ξαφνικά κλιματολογικά ή φυσικά φαινόμενα όπως ξαφνικές πλημμύρες, τυφώνες, τσουνάμι, σεισμοί κλπ όπου οδήγησαν σε προσωρινή μετατόπιση ή απώλεια της μόνιμης κατοικίας. Στην κατηγορία αυτή εμφανίζονται και Νatech Φυσικο Τεχνολογικές Καταστροφές με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τυφώνα Κατρίνα του 2005 στη Νέα Ορλεάνη όπου παραπάνω από 1,5 εκατομμύρια κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να μετατοπιστούν σε ασφαλέστερες περιοχές (Grier, 2005).

Άλλο παράδειγμα αποτελεί το βιομηχανικό ατυχήματα στο εργοστάσιο φυτοφαρμάκων το 1984 στο Βhopal της Ινδίας όπου κατέληξε στον θάνατο 7.000 ανθρώπων και σε μαζική έξοδο χιλιάδων ανθρώπων (Eckerman, 2006), το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ (Baker, 2000) ενώ το τσουνάμι του 2004 στην Ινδονησία, οδήγησε παραπάνω από 1,5 εκατομμύρια κατοίκους να εγκαταλείψουν τη μόνιμη κατοικία τους (Aidwatch, 2006). Άλλα χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η έκρηξη του ηφαιστείου Πινατούμπο στις Φιλιππίνες το 1991, όπου πέραν των 800 νεκρών οδήγησε 75000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους πριν την καταστροφή σε μια ζώνη ακτίνας 30 χιλιομέτρων ενώ συνολικά 2,1 εκατομμύρια άνθρωποι επηρεάστηκαν από την δεύτερη πιο ισχυρή ηφαιστειακή έκρηξη του 20ο αιώνα (Self S. et all, 1999).  Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και ο κυκλώνας «Ναργκίς» που τον Μάιο του 2008 χτύπησε την Μυανμάρ και προκάλεσε 140.000 χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενος,  1.5  εκατομμύριο σχεδόν άστεγους ενώ η εκτιμώμενη ζημιά ανέρχεται σε παραπάνω από  4 δισεκατομμύρια δολάρια καθώς οι πιο πολλές υποδομές της χώρας διαλύθηκαν. (United Nations Environment Programme – UNEP, 2009).

 

 

 

            3.2.2.   Απαλλοτριώσεις του περιβάλλοντος από αποτέλεσμα οξείας ανθρωπογενούς παρέμβασης

 

Στην κατηγορία αυτή έχουμε δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις:

  1. Οι απαλλοτριώσεις περιβάλλοντος αποτελούν είτε εκφάνσεις της αναπτυξιακής διαδικασίας που στοχεύουν σε αλλαγές χρήσης μεγάλων εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες οδηγούν σε αναγκαστικές μετατοπίσεις. Βασικός στόχος είναι ότι επιδιώκεται η οικονομική ανάπτυξη και βάση της ιδεολογίας, της νομιμότητας και του γενικότερου καλού για την οικονομία των αναπτυσσόμενων χωρών οι εκάστοτε κυβερνήσεις προχωρούν σε κατασκευή φραγμάτων, δημιουργία εθνικών πάρκων και προστατευόμενων περιοχών κτλ. για να εκμεταλλευτούν τους εθνικούς τους πόρους στο έπακρο.  Αυτές όμως οι πολιτικές οδηγούν σε άμεση, αναγκαστική, χωρίς αξιόλογη χρονική προειδοποίηση και διαβούλευση μετατόπιση πληθυσμών.
  2. Οι απαλλοτριώσεις περιβάλλοντος μπορούν να παρουσιαστούν και σε μια διαφορετική πέραν οικονομικής αναπτυξιακής δραστηριότητάς. Μπορούν να προκληθούν μέσα από ένοπλες συγκρούσεις και πολεμικά γεγονότα όπου καταστρέφεται το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον. Κυρίο αποτέλεσμα αυτών των πολεμικών συγκρούσεων είναι η μετακίνησή ενός μέρος του πληθυσμού, μιας και το μέρος που κατοικούσαν καθίστανται αφιλόξενο. Ο  πόλεμος του Βιετνάμ (1967-1973) αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μιας και ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποίησε μεγάλες ποσότητες χημικών (χρήση ζιζανιοκτόνων) για να καταστραφούν σοδιές και δασικές εκτάσεις, αναγκάζοντας τον αγροτικό πληθυσμό να μεταναστεύσει (Bates,2002).

 

            3.2.3.   Υποβάθμιση του περιβάλλοντος

 

Στην κατηγορία αυτή διακρίνουμε δυο κατηγορίες. Συγκεκριμένα:

 

I. Υποβάθμιση των φυσικών πόρων όπως μείωση της παραγωγικότητας του εδάφους, ερημοποίηση, αποδάσωση κτλ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν η αποδάσωση (Zuckerman, Koenig, 2016) και οι καταστροφικές πυρκαγιές στην Αμαζονία (Margulis, 2004) όπου ευθύνονται για την μετανάστευση κοινοτήτων καθώς επίσης και η επέκταση της ερήμου της Σαχάρας στην Αφρική όπου πυροδοτεί αλυσιδωτές καταστάσεις εκτοπισμού. Σήμερα, ολόκληρη η περιοχή  Σαχέλ θεωρείται ζώνη που απειλείται με εξαφάνιση λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας και της ξηρότητας. Αξίζει να αναφέρουμε ότι Σαχέλ ονομάζεται η στεπική λωρίδα γης νότια της ερήμου Σαχάρα στην Αφρική. Εκτείνεται, από δυτικά προς ανατολικά, από την βόρεια Σενεγάλη, συνεχίζει νότια Μαυριτανία, κεντρικό Μάλι, βόρεια Μπουρκίνα Φάσο, κεντρικό Νίγηρα, βόρεια Νιγηρία, κεντρικό Τσαντ, κεντρικό Σουδάν, μια μικρή έκταση στα βόρεια του Νότιου Σουδάν και καταλήγει στην βόρεια Ερυθραία στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας (Epule et al, 2012) & (Gonzalez et al, 2012). Λόγω των πολύ σκληρών συνθηκών, υπάρχουν λιγότερα από 2 εκατομμύρια κατοίκους που κατοικούν σε ολόκληρη την έρημο της Σαχάρας, και ο χαμηλός πληθυσμός και η δυσκολία καθορισμού των συνόρων καθιστούν την έρημο μια ευάλωτη κατάσταση (World Bank, 2012). Οι άνθρωποι τείνουν να διαμένουν περισσότερο στην περιοχή του Σαχέλ από τη Σαχάρα, επειδή υπάρχουν περισσότερες γόνιμες εκτάσεις λόγω της μεγαλύτερης βροχόπτωσης. Η έρημος αυτή τη στιγμή επεκτείνεται νότια, στο Σαχέλ με ρυθμό έως 48 χιλιόμετρα το χρόνο, γι ‘αυτό η περιοχη του Σαχελ θεωρείται απειλούμενη ζώνη (Epule et al, 2014).

Η περιοχή Σαχέλ της Αφρικής: μια ζώνη πλάτους 1.000 χλμ. (620 μίλια) που εκτείνεται σε 5.400 χλμ. (3.360 μίλια) από τον Ατλαντικό Ωκεανό μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα (Sahel, https://en.wikipedia.org/wiki/Sahel)
Η περιοχή Σαχέλ της Αφρικής: μια ζώνη πλάτους 1.000 χλμ. (620 μίλια) που εκτείνεται σε 5.400 χλμ. (3.360 μίλια) από τον Ατλαντικό Ωκεανό μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα (Sahel, https://en.wikipedia.org/wiki/Sahel)

Το μέλλον της ερήμου της Σαχάρας δεν φαίνεται να είναι πολλά υποσχόμενο. Η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι ο κύριος λόγος για το συνεχές ακραίο κλίμα, το οποίο επηρεάζει αρνητικά την έρημο (Otunnu,1992), (Hui et al, 2008). Λόγω της συνεχιζόμενης ξηρότητας, των ελάχιστων βροχοπτώσεων και της υπερβόσκησης που προκαλείται από τον υπερβολικό πληθυσμό, θα επέλθει περαιτερω απερήμωση και θα επεκταθεί η έρημος της Σαχάρας. Αν δεν βελτιωθεί η αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπου και οικοσυστήματος, δεν θα υπάρξει αλλαγή (Nicholson, 2001).

Παρόλα αυτά όμως δεν είναι μόνο οι η ανασφάλεια και οι συγκρούσεις που ωθούν τον πληθυσμό του Σαχέλ σε εκτοπισμό. Το ζήτημα των περιβαλλοντικών προσφύγων και της επέκτασης της ερήμου της Σαχάρας προκαλεί περαιτέρω εκτοπισμό του πληθυσμού. Τα ελάχιστα ποσοστά βροχόπτωσης έχουν ως αποτέλεσμα να παρουσιαστεί σοβαρή έλλειψη νερού στη Μαυριτανία, στο Μάλι, στη Μπουρκίνα Φάσο, στο Τσάντ, στο Νίγηρα και στη Σενεγάλη. Πολλές ποιμενικές κοινότητες, που συγκροτούν το 30%του πληθυσμού του Σαχέλ, άρχισαν να μεταναστεύουν νωριτερα με μειωμένους πόρους καθιστώντας την διαβίωσή τους δύσκολη.  Ο υποσιτισμός παραμένει διαδεδομένος και αναμένεται να επιδεινωθεί εάν ληφθούν έγκαιρες και συνεχείς δράσεις (Myers et al, 2001). Η ανεπαρκής πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, το νερό, την αποχέτευση, την εκπαίδευση και άλλες βασικές υπηρεσίες επηρεάζουν εκατομμύρια παιδιά που πάσχουν από οξύ υποσιτισμό. Παγκόσμια και σοβαρά οξύ ποσοστά υποσιτισμού έχουν ξεπεράσει το όριο έκτακτης ανάγκης σε μέρη της Μπουρκίνα Φάσο, Τσαντ, Μάλι, Μαυριτανία, Νίγηρα, Νιγηρία και Σενεγάλη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ερημοποίηση, το λιώσιμο των πάγων και η διάβρωση του εδάφους καθώς και η αποδάσωση μεγάλων περιοχών αποτελούν φυσικές καταστροφές με μακροχρόνια αποτελέσματα και παγκόσμιες προεκτάσεις (Bates,2002). Αξίζει να σημειωθεί ότι η περίπτωση χωριών της Αλάσκας όπου το λιώσιμο των πάγων και η διάβρωση οδηγούν τους κατοίκους στην αναζήτηση νέας γής (Dance, Cage, Goldenberg, 2013) (D’Oro, 2008) (U.S. Army Corps of Engineers: Alaska District, CEPOA-EN-CW-PF,2009).

 

II. Υποβάθμιση του περιβάλλοντος με κύριο αντίκτυπο το λιώσιμο των πάγων και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας στα πλαίσια της κλιματικής αλλαγής. Αποτέλεσμα είναι περιοχές όπως δέλτα ποταμών, μικρά νησιώτικα κράτη στον Ειρηνικό και Ινδικό Ωκεανό καθώς επίσης και παραθαλάσσιες περιοχές κάτω από το επίπεδο της θάλασσας να κινδυνεύουν.  Βασικό αντίκτυπο θα αποτελεί η ανάγκη να μετατοπιστούν πληθυσμοί των περιοχών, μιας και οι εστίες τους θα εξαφανιστούν.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελεί το Μπαγκλαντές το οποίο τόσο από την βαθμιαία περιβαλλοντική αλλαγή της ανόδου της θαλάσσιας στάθμης, όσο και από τις συχνές καταστροφικές επιπτώσεις κυκλώνων και πλημμυρών στα ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένα εκτεθειμένα τμήματα του πληθυσμού υπολογίζεται ότι έξι εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ήδη εκτοπιστεί από τις επιπτώσεις του κλίματος (Association for Climate Refugees, 2010). Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας από την κλιματική αλλαγή αναμένεται να επιδεινώσει πολλές από αυτές τις διαδικασίες και να υπονομεύσει μέχρι το 2080, έως το 13% της παράκτιας γης του Μπαγκλαντές (Friends of the Earth, 2017). Ο επικεφαλής σύμβουλος της κυβέρνησης του Μπαγκλαντές δήλωσε ότι «η άνοδος της στάθμης της θάλασσας κατά ένα μέτρο θα βυθίσει περίπου το ένα τρίτο της συνολικής έκτασης του Μπαγκλαντές, εκριζώνοντας έτσι τα 25-30 εκατομμύρια του λαού μας» (Statement by His Excellency Dr. Fakhruddin Ahmed, 2007).

Ευάλωτες περιοχές του Μπαγκλαντές σε πλημμύρες από μουσώνες και σε διάβρωση ποταμών (Center for Environmental and Geographic Information Services, 2014)
Ευάλωτες περιοχές του Μπαγκλαντές σε πλημμύρες από μουσώνες και σε διάβρωση ποταμών (Center for Environmental and Geographic Information Services, 2014)

Ωστόσο, καθώς όλες οι κύριες αιτίες που προκαλούν εκτοπισμούς πληθυσμού αναμένεται να αυξηθούν τόσο σε συχνότητα όσο και σε ένταση, είναι πολύ πιθανό να συνεχιστεί αλλά και να αυξηθεί ο αριθμός των εκτοπισμένων λόγω των κλιματικών συνθηκών στο Μπαγκλαντές. Επιπλέον, ο αριθμός των εκτοπισμένων λόγω των κλιματικών συνθηκών ενδέχεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο σε δευτερεύουσες και μέχρι τώρα απρόβλεπτες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Ανεξάρτητα από τη δυσκολία στην ακριβή πρόβλεψη του μελλοντικού αριθμού των εκτοπισθέντων λόγω των κλιματικών συνθηκών υπάρχει ήδη επείγουσα ανάγκη να εξευρεθούν λύσεις για τη στέγαση, τη γη και την ιδιοκτησία για τους ήδη εκτοπισμένους πληθυσμούς του Μπαγκλαντές (Displacement Solutions,2009). Αυτή η ανάγκη είναι επιτακτική και κρίσιμη, μιας και θα καταστεί ζωτική όσο  ο αριθμός των εκτοπισμένων λόγω των περιβαλλοντικών αλλαγών θα πολλαπλασιάζεται στο μέλλον (UN Human Rights Council, 2009).

Ευάλωτες περιοχές του Μπαγκλαντές στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας και στoν κορεσμό του εδάφους με νερό (Center for Environmental and Geographic Information Services, 2014)
Ευάλωτες περιοχές του Μπαγκλαντές στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας και στoν κορεσμό του εδάφους με νερό (Center for Environmental and Geographic Information Services, 2014)

Επιπλέον πολλά νησιωτικά συμπλέγματα οπως το Τουβαλού, το τέταρτο μικρότερο κράτος του κόσμου με έκταση που βρίσκεται λίγο κάτω από τον Ισημερινό στον Ειρηνικό ωκεανό, έχει κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Συνολικά η χερσαία έκταση του Τουβαλού είναι μόλις 25 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το υψηλότερο σημείο του βρίσκεται πέντε μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Είναι ένα κράτος – νησί από τα πιο ευάλωτα στην κλιματική αλλαγή και στην άνοδο της στάθμης των ωκεανών (Corlew, 2012).

 

  1. Κίνδυνος, Τρωτότητα, Ικανότητα και Διακινδύνευση στα Κράτη προέλευσης των περιβαλλοντικών προσφύγων

 

Στο τέταρτο Κεφάλαιο της εργασίας εξετάζονται τα διαφορετικά είδη των καταστροφών και των κρίσεων που εμφανίζονται σε διεθνές επίπεδο ενώ αναλύεται η έννοια του κινδύνου, της τρωτότητας και της διακινδύνευσης ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες του Βορρά και στις αναπτυσσόμενες χώρες του Νότου σε σχέση με το βαθμό της ικανότητάάς τους να διαχειριστούν καταστάσεις καταστροφών και κρίσεων. Οφείλει να γίνει κατανοητό ότι πέρα από τα κριτήρια που σχετίζονται με τους χαρακτήρες των περιβαλλοντικών διαταραχών βάση των οποίων προκρίνεται ο διαχωρισμός των περιβαλλοντικών προσφύγων, καίριο ρόλο στον τομέα διαχείρισης καταστροφών και κρίσεων διαδραματίζει η ιδιά η έννοια της διακινδύνευσης των κρατών προέλευσης στις αντίστοιχες περιβαλλοντικές διαταραχές. Ποιοι είναι λοιπόν οι βασικοί παράγοντες που διαχωρίζουν το βαθμό ικανότητας των εκάστοτε χωρών να ανταπεξέλθουν σε καταστροφικά γεγονότα και στις κρίσεις; Υφίστανται διαφορές; Ποιο είναι το αντίκτυπό τους ως προς το ζήτημα των περιβαλλοντικών προσφύγων;

 

  • Καταστροφές και κρίσεις: Ορισμοί, είδη και κατηγορίες

 

Μια καταστροφή τυπικά ορίζεται με όρους ενός επεισοδίου το οποίο γίνεται συλλογικά αντιληπτό ως πολύ βλαβερό/επιζήμιο (Perry et al, 2005) Όπως έχει αναφερθεί οι δυο μεγάλες κατηγορίες όπου μπορούμε να διαχωρίσουμε τις καταστροφές με βάση τον γενεσιουργό μηχανισμό τους και τον τρόπο εκδήλωσής τους είναι σε φυσικές καταστροφές και σε ανθρωπογενείς καταστροφές (Steinberg et al, 2008).

Συγκεκριμένα στις φυσικές καταστροφές, όπου ο γενεσιουργός μηχανισμός έγκειται σε διεργασίες που γίνονται στην φύση με ή χωρίς την παρουσία του ανθρώπου και στις ανθρωπογενείς καταστροφές όπου ο γενεσιουργός μηχανισμός έγκειται στην τεχνολογική ανάπτυξη ή/και την επιθετική συμπεριφορά του ανθρώπου (Ανδρεαδάκης, Λέκκας , 2015).    Αυτές διαχωρίζονται σε:

  1. Γεωδυναμικά φαινόμενα (πχ. σεισμοί, κατολισθήσεις, τσουνάμι, παράκτια διάβρωση, ηφαιστειακές εκρήξεις κ.λπ),
  2. Υδρομετερωρολογικά φαινόμενα και κλιματικές αλλαγές (πχ. τυφώνες, πλημμύρες, χιονοθύελλες, δασικές πυρκαγιές, ερημοποίηση, καύσωνες, ξηρασία κ.λπ),
  3. Αστρονομικά φαινόμενα (μετεωρίτες, αναστροφή του μαγνητικού πεδίου της γης κ.λπ),
  4. Βιολογικές προσβολές (επιδημίες, επιδρομές τρωκτικών ή εντόμων κ.λπ).

Στις ανθρωπογενείς καταστροφές, όπου ο γενεσιουργός μηχανισμός έγκειται στην τεχνολογική ανάπτυξη ή/και την επιθετική συμπεριφορά του ανθρώπου (Ανδρεαδάκης & Λέκκας, 2015). Αυτές διαχωρίζονται σε τεχνολογικές καταστροφές, όπως πχ:

  1. Βιομηχανικά ατυχήματα μεγάλης εμβέλειας,
  2. Μεγάλα ατυχήματα μεταφοράς,
  3. Αστικές πυρκαγιές,
  4. Διαρροή ραδιενέργειας,
  5. Διαρροή χημικών ουσιών στο περιβάλλον (τοξικά, κ.λπ.),
  6. Αστοχία πληροφοριακών δικτύων,
  7. Διαφυγή επικίνδυνων βιολογικών παραγόντων (ιοί, βακτήρια κ.λπ.),

Και σε επιθέσεις όπως πχ:

  1. Χρήση συμβατικών όπλων,
  2. Χρήση χημικών όπλων,
  3. Χρήση βιολογικών όπλων,
  4. Χρήση πυρηνικών όπλων,
  5. Προπαγάνδα και πληροφοριακές επιθέσεις μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και του διαδικτύου.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρουσιάζονται όλο και περισσότερα καταστροφικά συμβάντα που σχετίζονται με μια νέα κατηγορία καταστροφών, τις λεγόμενες φυσικό-τεχνολογικές/Natechs καταστροφές. Τεχνολογική καταστροφή είναι η καταστροφή που προκαλείται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και έχει επιπτώσεις στην ανθρώπινη ζωή, στην δημόσια υγεία, στο περιβάλλον και στις περιουσίες  και μπορεί να είναι να προκληθεί από τυχαία μη σκόπιμη διαρροή επικίνδυνου υγρού ή αερίου, παράνομη ή κακώς σχεδιασμένη περιοχή διακίνησης ή αποθήκευσης επικίνδυνων υλικών (Λέκκας, 2000). Τις τεχνολογικές καταστροφές όμως που σαν γενεσιουργό μηχανισμό τους δεν έχουν τον άνθρωπο αλλά τα φυσικά φαινόμενα είναι που ονομάζουμε φυσικό-τεχνολογικές/Katechis καταστροφές. Πως όμως προκύπτουν τελευταία ολοένα και περισσότερες τέτοιες καταστροφές;

Ζώντας σε ένα ολοένα και πιο αστικοποιημένο περιβάλλον με ολοένα μεγαλύτερη αύξηση του πληθυσμού που συνεπάγεται με επακόλουθη οικιστική ανάπτυξη παρατηρούμε το φαινόμενο οι αστικές περιοχές να περιλαμβάνουν βιομηχανίες που κάνουν χρήση, αποθηκεύουν ή παράγουν επικίνδυνες ουσίες για την δημόσια υγεία. Είναι δε συχνό το φαινόμενο, η αστική ανάπτυξη μιας περιοχής να ακολουθεί τη βιομηχανική. Έτσι ο αστικός ιστός που έχει δημιουργηθεί, αναπτύσσεται συχνά σε περιοχές με εξαρχής αυξημένο κίνδυνο τεχνολογικής καταστροφής. Η αστική ανάπτυξη που ακολουθεί με όλες τις υποδομές, τις συγκοινωνίες και τα συστήματα πληροφοριών αυξάνουν την τρωτότητα της αστικής περιοχής και κατά συνέπεια την επικινδυνότητα σε σχέση με τα τεχνολογικά ατυχήματα (Ανδρεαδάκης & Λέκκας, 2015).  Το ενδεχόμενο εκρήξεων ή διαρροής τοξικών ουσιών από βιομηχανικές εγκαταστάσεις ως αποτέλεσμα φυσικών καταστροφών αποτελεί πλέον εφικτό σενάριο και περιπλέκει πολύ την διαχείριση καταστροφών και τον σχεδιασμό σε επίπεδο μετριασμού για τις φυσικές καταστροφές και αυξάνει σημαντικά την τρωτότητα της ανθρώπινης ασφάλειας και υγείας. Οι φυσικές καταστροφές (σεισμοί, πλημμύρες, τσουνάμι, αστραπές, κυκλώνες, ανεμοστρόβιλοι, τυφώνες κ.λπ.), έχουν την δυνατότητα και μπορούν να προκαλέσουν περαιτέρω τεχνολογικές καταστροφές και ο συνδυασμός αυτών των γεγονότων είναι που ονομάζουμε φυσικό-τεχνολογικές/Katechis καταστροφές (Μουζάκης, 2018). Οι Natechs καταστροφές αποτελούν  μεγάλη απειλή και μπορούν να θέσουν σε τεράστιους κινδύνους τις περιοχές που είναι απροετοίμαστες για τέτοια γεγονότα. Υπάρχει γενική συναίνεση ότι η πιθανότητα για καταστροφές NaTechs είναι υπαρκτή και ότι αυτές μπορούν να έχουν πολύ χειρότερες συνέπειες από αυτές που αναμένονται από κάθε έναν από τους φυσικούς ή τεχνολογικούς κινδύνους ξεχωριστά (Steinberg et al, 2003).

Πότε όμως μιλάμε για κρίση; Μιλάμε για κρίση όταν μια κοινότητα ανθρώπων (ένας οργανισμός, μια πόλη, ένα έθνος) αντιλαμβάνεται μια επείγουσα απειλή σε θεμελιώδεις αξίες ή ζωτικές λειτουργίες, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί υπό συνθήκες αβεβαιότητας. Παρόλα αυτά αξίζει να σημειωθεί, ότι ενώ η καταστροφή είναι μια κρίση με δυσμενή έκβαση (Boin, 2005) και ότι ενώ η κάθε καταστροφή πληροί τις προδιαγραφές της κρίσης απεναντίας δεν εξελίσσεται η κάθε κρίση σε καταστροφή (Ανδρεαδάκης & Λέκκας, 2015).

 

  • Οι έννοιες του κινδύνου, της τρωτότητας και της ικανότητας – Εννοιολογική αποσαφήνιση

 

Οι περιστάσεις σε κάθε χώρα – αρχικά κλιματολογικές, κοινωνικοοικονομικές και αναπτυξιακές προοπτικές καθορίζουν την κλίμακα των κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών επιδράσεων των περιβαλλοντικών καταστροφών (Stern Review on the Economics of Climate Change, 2006).Παράλληλα, το κατά πόσο μία χώρα είναι τρωτή από τις κλιματικές αλλαγές και τις περιβαλλοντικές καταστροφές μπορεί να ταξινομηθεί σε τρεις κατηγορίες:

  1. Έκθεση σε κίνδυνο από τις κλιματικές αλλαγές,
  2. Βαθμός ευπάθειας και
  3. Δυνατότητα προσαρμοστικότητας.

Τι ορίζουμε όμως ως κίνδυνο, ως τρωτότητα και ως ικανότητα; Ως Κίνδυνο (Hazard) ορίζουμε ένα δυνητικά καταστροφικό γεγονός, ανθρωπιστική δραστηριότητα ή φαινόμενο που μπορεί να προκαλέσει απώλειες ζωής ή τραυματισμούς, ζημιές σε περιουσίες, κοινωνικές και οικονομικές διαταραχές ή περιβαλλοντική υποβάθμιση (Ανδρεαδάκης & Λέκκας, 2015). Η Τρωτότητα  (Vulnerability) oρίζεται ως οι συνθήκες που καθορίζονται από φυσικούς , κοινωνικούς, οικονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες ή διεργασίες, οι οποίοι αυξάνουν την ευπάθεια μιας κοινωνίας στις επιπτώσεις των κινδύνων. Ουσιαστικά η τρωτότητα αντιπροσωπεύει το βαθμό κατά τον οποίο ένας πληθυσμός, ένα κράτος ή ένα άτομο αδυνατεί να προβλέψει, να αντέξει, να αντισταθεί και να ανακάμψει από τις επιπτώσεις μιας καταστροφής. Εναλλακτικά, η τρωτότητα μπορεί να προσδιοριστεί ως: «Τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου ή μιας ομάδας ανθρώπων, βάσει των ικανοτήτων τους να ανταπεξέλθουν και να αντιμετωπίσουν μια καταστροφή και να ανακάμψουν από τις επιπτώσεις της. Η τρωτότητα περιλαμβάνει ένα συνδυασμό παραγόντων που καθορίζουν το βαθμό κατά τον οποίο η ζωή και το περιβάλλον ενός ατόμου εκτίθεται σε κίνδυνο από ένα διακριτό και αναγνωρίσιμο γεγονός της φύσης ή της κοινωνίας» (Blaikie et al, 1994).

Η τρωτότητα βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την ευπάθεια δηλαδή τους παράγοντες που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη εξέλιξη ενός κινδύνου σε καταστροφή και με την ικανότητα της αντίστασης στις επιπτώσεις μιας καταστροφής και στην συνέχεια της ανάκαμψης. Η Ευπάθεια (Susceptibility), αφορά τους λειτουργικούς παράγοντες μιας κοινωνίας που επιτρέπουν σε ένα κίνδυνο να προκαλέσει μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης (καταστροφή), π.χ. εγγύτητα στον κίνδυνο ή επίπεδο ανάπτυξης. Η Ικανότητα (Capacity) αποτελεί ένα συνδυασμό όλων των δυνάμεων και των διαθέσιμων πόρων μιας κοινωνίας που μπορεί να μειώσει τον βαθμό της διακινδύνευσης ή των επιπτώσεων μιας καταστροφής. Περιλαμβάνει φυσικά, θεσμικά ή οικονομικά μέσα καθώς και ειδικευμένο προσωπικό ή κοινωνικά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά όπως καθοδήγηση και διαχείριση (Ανδρεαδάκης & Λέκκας, 2015).

 

  • Συγκριτική επισκόπηση του βαθμού διακινδύνευσης ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες του Βορρά και στις αναπτυσσόμενες χώρες του Νότου στα πλαίσια της διαχείρισης περιβαλλοντικών καταστροφών και κρίσεων

 

            4.3.1.   Η έννοια της διακινδύνευσης

 

Σύμφωνα με διάφορες μελέτες (Brown, 2008) (Stern Review (Part II), 2007), ο αναπτυσσόμενος Νότος παρουσιάζει διαφορετικό βαθμό διακινδύνευσης και αντιμετωπίζει μεγαλύτερα προβλήματα από τον ανεπτυγμένο Βορρά αναφορικά με τις περιβαλλοντικές καταστροφές και τις εν δύναμη κλιματικές αλλαγές. Τι ορίζουμε όμως ως διακινδύνευση;

Η Διακινδύνευση (Risk) ορίζεται ως η πιθανότητα επιζήμιων συνεπειών ή οι αναμενόμενων απωλειών (θάνατοι, τραυματισμοί, περιουσία, συνθήκες διαβίωσης, οικονομική δραστηριότητα που διαταράχτηκε ή ζημιές στο περιβάλλον) που μπορεί να προκύψουν από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στους φυσικούς και ανθρωπογενείς κινδύνους στις εκάστοτε συνθήκες τρωτότητας (Ανδρεαδάκης & Λέκκας, 2015). Τα δύο βασικά στοιχεία της έκφρασης της διακινδύνευσης (R), είναι

  1. η πιθανότητα εκδήλωσης ενός γεγονότος – Κίνδυνος (H),
  2. ο βαθμός της ευπάθειας (τρωτότητα) του εκτιθέμενου στοιχείου – Τρωτότητα (V),

III.        η τρωτότητα αντισταθμίζεται από την ικανότητα (capacity,C) της κοινωνίας να αντιμετωπίσει το καταστροφικό γεγονός.

 

            4.3.2.   Ο παράγοντας της διακινδύνευσης στις αναπτυσσόμενες χώρες στα πλαίσια της διαχείρισης περιβαλλοντικών καταστροφών και κρίσεων

 

Περιοχές της νοτιοανατολικής Ασίας έχουν υποστεί και ενδέχεται να υποστούν μεγάλες μετατοπίσεις πληθυσμών, ενώ μεγαλουπόλεις που βρίσκονται σε παράκτιες περιοχές (π.χ. Τζακάρτα, Σαγκάη, Τόκυο, Μανίλα, Μπανγκόκ και Βομβάη) είναι πολύ πιθανό να πληγούν από την άνοδο από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας (Dupont & Pearman, 2006). Περιοχές της υπο-Σαχάριας Αφρικής πρόκειται να πληγούν τόσο από την έλλειψη υδάτινων πόρων (π.χ. Δέλτα του Νείλου) όσο και από το φαινόμενο της ερημοποίησης, την ίδια στιγμή που το 64% του πληθυσμού απασχολείται με τον αγροτικό τομέα (Stern Review, 2006). Τέλος, νησιωτικά αρχιπελάγη είναι πιθανότατα οι πιο ευπαθείς περιοχές από τις συνέπειες των κλιματικών αλλαγών λόγω τόσο της ανόδου της στάθμης των υδάτων όσο και της υφαλμύρωσης των υδάτινων πόρων αλλά και της καταστροφής του κοραλλιογενούς υποστρώματος τους. Όλα αυτά μας κάνουν σαφές ότι η κλιματική αλλαγή και οι περιβαλλοντικές κρίσεις επηρεάζουν τη γεωργία, τα εισοδήματα των ατόμων, τις υποδομές, την προσαρμοστικότητα και ολόκληρο τον ρυθμό ανάπτυξης αυτών των χωρών.

Αναφορικά με την έκθεση σε κίνδυνο από τις περιβαλλοντικές καταστροφές και τις κλιματικές αλλαγές, πολλές αναπτυσσόμενες χώρες δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα έτσι ώστε να προστατευτούν από ενδεχόμενα κλιματικά γεγονότα ή διαδικασίες. Επιπλέον, δεν υφίσταται σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης σε περίπτωση ενδεχόμενων ακραίων καιρικών φαινομένων αλλά και η απαραίτητη ευαισθητοποίηση από το κράτος προς τους πολίτες. Ακόμη, μέρος των γεωργικών εκτάσεων ενδέχεται να πληγεί λόγω παρατεταμένης ξηρασίας (π.χ. υπο-Σαχάρια Αφρική) και να προκαλέσει μείωση του εισοδήματος με παράλληλη μεγάλες μετατοπίσεις πληθυσμών.

Αναφορικά με το βαθμό ευπάθειας μιας χώρας από τις περιβαλλοντικές καταστροφές και τις κλιματικές αλλαγές, πολλές από τις αναπτυσσόμενες χώρες στηρίζονται στη γεωργία. Αλλαγές στο κλίμα θα μπορούν να προκαλέσουν ακόμα περισσότερο πρόβλημα για αυτούς τους πληθυσμούς ώστε να μετατρέψουν την απασχόλησή τους σε λιγότερο κλιματικά επηρεαζόμενες δραστηριότητες όπως πχ. Υπηρεσίες ή κλωστοϋφαντουργία(Stern (Part II), 2006). Η μετατόπιση σε μεγαλουπόλεις θα αποτελεί μονόδρομο για ανεύρεση εργασίας. Ωστόσο, πολλοί από αυτούς τους πληθυσμούς καταλήγουν σε εγκαταλελειμμένα κτίρια και παράγκες θέτοντας σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. Παραδείγματος χάριν, στην Ινδία η μη προσχεδιασμένη αστικοποίηση είχε συνδεθεί με την εξάπλωση του δάγκειου πυρετού (Brown, 2008).

Σε αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες οι κατοικοι διαθετους χαμηλά εισοδήματα για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις επιπτώσεις των περιβαλλοντικών κρίσεων, ενώ την ίδια στιγμή διαθέτουν περιορισμένη πρόσβαση σε ασφαλιστική κάλυψη. Σε εθνικό επίπεδο, τα ίδια τα κράτη δεν είναι σε θέση να διαθέσουν μεγάλο μέρος του ΑΕΠ για την αποκατάσταση των ζημιών την ίδια στιγμή που διαθέτουν περιορισμένες αγορές και χαμηλή πρόσβαση σε διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Αξίζει να αναφέρουμε ότι λιγότερο από το 1% των συνολικών ζημιών από φυσικές καταστροφές είχαν ασφαλιστεί στις χώρες με το χαμηλότερο ΑΕΠ κατά την περίοδο 1985 – 1999 (Stern Review (Part II), 2006).

Τέλος, σε σχέση με τη δυνατότητα προσαρμοστικότητας, οι αναπτυσσόμενες χώρες δε διαθέτουν τις απαραίτητες τεχνολογικές και δημόσιες υποδομές ώστε να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενες επιπτώσεις περιβαλλοντικών καταστροφών και κρίσεων. Κυρίως στον τομέα διαχείρισης των υδάτινων πόρων, υπάρχει χαμηλή επενδυτικότητα αλλά και αλόγιστη χρήση αυτών. Ωστόσο, θα πρέπει να υπάρξει διάκριση μεταξύ οικονομικής και φυσικής έλλειψης υδάτινων πόρων καθώς και κατά πόσο οι ξηρασίες και άλλες καταστροφές είναι ανθρωπογενείς ή όχι (Kolmannskog, 2008, Χάρτης 4.2). Εκτιμάται ότι προβλήματα από τη διαχείριση των υδάτων θα επηρεάσουν 74 με 250 εκατομμύρια άτομα στην Αφρική μέχρι το 2020 και περισσότερο από 1 δισεκατομμύριο άτομα στην Ασία μέχρι το 2050.

 

            4.3.3.   Ο παράγοντας της διακινδύνευσης στις αναπτυγμένες χώρες στα πλαίσια της διαχείρισης περιβαλλοντικών καταστροφών και κρίσεων

 

Ως προς τις ανεπτυγμένες χώρες, οι οικονομικές επιπτώσεις από τις περιβαλλοντικές καταστροφές είναι μικρότερης κλίμακας καθώς το ποσοστό που ασχολείται με το γεωργικό τομέα είναι πολλαπλάσια μικρότερο σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα προσαρμοστικότητας σε τέτοιου είδους ασύμμετρα σοκ, ενώ οι δημόσιες υπηρεσίες προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια και αρωγή στους πολίτες αυτών των χωρών. Ωστόσο, λόγω της παγκόσμιας εμβέλειας των επιπτώσεων των κλιματικών αλλαγών, οι τιμές και οι εμπορικές συναλλαγές αγαθών από τις ανεπτυγμένες προς τις αναπτυσσόμενες χώρες και αντιστρόφως μπορούν να επηρεαστούν σημαντικά, ιδιαίτερα ο τομέας των πρώτων υλών και των τροφίμων προκαλώντας έτσι στρεβλώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο και την ασφάλεια των συναλλαγών.

Παρόλα αυτά, αναφορικά με την Νότια Ευρώπη (Intergovernmental Panel on Climate Change, 2007) λόγω της αύξησης των ξηρών περιόδων και της σταδιακής ανόδου της θερμοκρασίας, θα υπάρξουν επιπτώσεις τόσο στους υδάτινους πόρους όσο και στον τομέα του τουρισμού. Όπως αναφέρεται, η Ισπανία και η Ελλάδα θα υποστούν μία επιμήκυνση (‘lengthening’) και μία κάμψη (‘flattening’) κατά τις τουριστικές περιόδους μέχρι και το 2030.

Συμπεράσματα – Κριτική Επισκόπηση

 

Το ζήτημα των περιβαλλοντικών προσφύγων αποτελεί μια αμφιλεγόμενη συζήτηση παγκοσμίως και συνιστά μια σημαντική συνιστώσα και ένα κρίσιμο τομέα στην διαχείριση των περιβαλλοντικών καταστροφών και κρίσεων. Παρόλα αυτά όμως, όπως αναλύθηκαν στην εργασία υπάρχουν βασικές αδυναμίες, νομικά κενά και ελλείματα μιας και οι άνθρωποι που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα παραδοσιακά εδάφη τους δεν το πράττουν από προσωπική επιλογή αλλά από περιβαλλοντική πίεση και ανασφάλεια. Υπάρχει αρκετός δρόμος που πρέπει να διανυθεί ακόμα έτσι ώστε αυτοί οι άνθρωποι να μπορούν να θεωρούνται πρόσφυγες. Όπως είδαμε στην αρχή της εργασίας, βάση της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρηθούν πρόσφυγες διότι δεν διώκονται λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

Ως εκ τούτου δεν νοούνται ως πρόσφυγες και δεν μπορούν να αιτηθούν άσυλο σε γειτονική χώρα λόγω οποιαδήποτε περιβαλλοντικής κρίσης ή καταστροφής. Αυτό και μόνο το γεγονός συνιστά κρίσιμο παράγοντα που πρέπει να διερευνηθεί ακόμα περισσότερο με κύριο στόχο να παρουσιαστεί η προβληματική και να τοποθετηθεί το ζήτημα ψηλά στην διεθνή περιβαλλοντική ατζέντα συζήτησης. Στην παρούσα εργασία παρουσιάστηκαν διεξοδικά όλες οι αιτίες και οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε εκτοπισμό πληθυσμού και σε περιβαλλοντικούς πρόσφυγες. Όπως αναφέρθηκε διάφορες φυσικές, τεχνολογικές, φυσικο-τεχνολογικές (Νatech) καταστροφές, απαλλοτριώσεις περιβάλλοντος και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος με τις επιμέρους εκφάνσεις της (άνοδος της στάθμης της θάλασσας, παράκτιες πλημμύρες, διάβρωση των ακτών, ερημοποίηση, αποδάσωση κτλ.) μπορούν να αποτελέσουν έμπρακτα τις βασικές αιτίες δημιουργίας περιβαλλοντικής ανασφάλειας και ανάγκης εγκατάλειψης των εδαφών τους (Intergovernmental Panel on Climate Change, 2007).

Τριάντα χρόνια πριν, το 1990 η Διακυβερνητική Ομάδα για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) σημείωσε ότι η μεγαλύτερη επίδραση της αλλαγής του κλίματος μπορεί να είναι η δημιουργία εκατομμυρίων προσφύγων, οι οποίοι θα εκτοπιστούν εξαιτίας διαφόρων καταστροφών και κρίσεων. Το 1993 ο Νorman Myers σημείωσε πως το φαινόμενο των περιβαλλοντικών προσφύγων ενδέχεται να πάρει μεγάλες διαστάσεις στο μέλλον και επηρεαζόμενο από το φαινόμενο του θερμοκηπίου να ξεπεράσει και τα 150 εκατομμύρια άτομα (Myers,1993). Αυτό το νούμερο μπορεί να φάνταζε μια υπερβολή τότε, παρόλα αυτά πλέον είναι απολυτά κατανοητό πως η υποβάθμιση του περιβάλλοντος και συγκεκριμένα η αύξηση της στάθμης της θάλασσας σε συνδυασμό με τις ισχυρές παράκτιες πλημμύρες θα απαιτήσουν σημαντική προσαρμογή από αρκετές χώρες. Ιδιαίτερα αυτών που έχουν μεγάλους πληθυσμούς που ζουν κοντά στο ένα μέτρο από την στάθμη της θάλασσας ενώ υπολογίζεται να επηρεαστούν έως και 360.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής. Το Μπαγκλαντές όπως μελετήθηκε διεξοδικά στην εργασία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση τέτοιας χώρας με το 28% του πληθυσμού του να ζει σε παράκτιες ευάλωτες περιοχές.

Αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι το ζήτημα των περιβαλλοντικών προσφύγων είναι πολύ πιο σύνθετο. Πολύ πιο πολύπλοκο. Στις μέρες μας καμία από τις εκτιμήσεις της μετανάστευσης που σχετίζονται με την υπερθέρμανση του πλανήτη δίνει οποιαδήποτε προσοχή στην προσαρμογή των μηχανισμών αντίδρασης. Τονίζεται ότι ενώ μπορεί να υπάρχουν σημαντικές επιπτώσεις σε ορισμένες περιοχές, αυτές οι αλλαγές θα συμβούν αργά και οι περισσότερες κοινότητες και περιφέρειες θα είναι σε θέση να προσαρμοστούν χωρίς ουσιαστικές κοινωνικές ή οικονομικές συνέπειες. Οι πιο ευάλωτοι θα είναι οι φτωχοί, με λίγες επιλογές ενόψει των περιβαλλοντικών αλλαγών (Parnwell, 1993).

Στις μέρες μας ο μεγαλύτερος παράγοντας στην απόφαση των ανθρώπων να εγκαταλείψουν τα παραδοσιακά εδάφη τους είναι η υποβάθμιση της γης, μέσω της αποψίλωσης, της ερημοποίησης,  της διάβρωσης των ακτών, της ανόδου της στάθμης της θάλασσας και των ακατάλληλων γεωργικών πρακτικών. Η αλάτωση, η ερημοποίηση και η υδάτωση των αρδευόμενων εκτάσεων μπορούν να μειώσουν τις σοδειές τους και να αυξήσουν τις οικονομικές αποκλίσεις μεταξύ των περιφερειών. Παράλληλα η έλλειψη νερού και η κακή ποιότητα του αέρα είναι άλλα προβλήματα που έρχονται στο προσκήνιο. Πχ  το Αμάν,  στην Ιορδανία (Wolf, 1995) με την πιο σοβαρή έλλειψη νερού και η Πόλη του Μεξικού με τα χειρότερα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης στον κόσμο αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα ώθησης περιβαλλοντικών προσφύγων στο μέλλον.

Αναλύοντας την σχετική βιβλιογραφία και εξετάζοντας το ζήτημα των περιβαλλοντικών προσφύγων στον τομέα της διαχείρισης καταστροφών και κρίσεων μπορούμε να οδηγηθούμε σε τέσσερα βασικά συμπεράσματα.

  1. Οι γενικεύσεις σχετικά με τη σχέση μεταξύ περιβαλλοντικής υποβάθμισης και μετακίνησης του πληθυσμού αποτελούν ένα χρυσό παράδειγμα της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για τη περιβαλλοντική εκτόπιση. Μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας υποδηλώνει μια ντετερμινιστική αιτία και ένα μοντέλο επιπτώσεων όπου ένα σύνολο περιβαλλοντικών κρίσεων και καταστροφών οδηγούν σε μια παρόμοια ανάγκη για εγκατάλειψη παραδοσιακών εδαφών από άτομα και κοινότητες. Αυτό μπορεί να συμβεί με ορισμένες μορφές περιβαλλοντικής καταστροφής, όπου δεν υπάρχει άλλη επιλογή πάρα η εγκατάλειψη. Αλλά γενικά ένα τέτοιο  μοντέλο είναι παραπλανητικό. Τα επίπεδα εσωτερικής διαφοροποίησης μεταξύ των χωρών και ακόμα και εντός των κοινοτήτων είναι υψηλά και έτσι οι άνθρωποι θα έχουν διαφορετικά επίπεδα ικανότητας αντιμετώπισης διαφόρων περιβαλλοντικών κρίσεων και καταστροφών. Επιπλέον, τα «όρια ανοχής» των ανθρώπων διαφέρουν μιας και αλλού είναι μεταβλητά (ίσως στα περισσότερα μέλη της αγροτικής κοινότητας) και είναι σχεδόν ανυπέρβλητα σε άλλους (για παράδειγμα, οι ηλικιωμένοι που έχουν μια ισχυρή προσκόλληση στην περιοχή του σπιτιού και μια ενσωματωμένη αδράνεια). Μια σωστή εκτίμηση και κατανόηση της πολυπλοκότητας και της ποικιλομορφίας των ανθρώπινων αντιδράσεων στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος είναι απαραίτητη για να προσδιορίσουμε την πλήρη έκταση του φαινομένου. (Suhrke, 1994).
  2. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να απομονωθεί η συγκεκριμένη συμβολή των περιβαλλοντικών αλλαγών σε πολλές μορφές πληθυσμιακού εκτοπισμού, ειδικά σε αυτούς που είναι περισσότερο «εθελοντικοί» σε φύση. Μπορεί να είναι σχετικά εύκολο να εντοπιστεί ο παράλληλος συσχετισμός ανάμεσα στην  περιβαλλοντική υποβάθμιση και στην μετακίνηση του πληθυσμού, αλλά μπορεί αυτή η υπόθεση αιτιώδους συνάφειας να είναι παραπλανητική. Στην πραγματικότητα, η μετακίνηση του εκάστοτε πληθυσμού αποτελεί την αντίδραση σε έναν συνδυασμό περιβαλλοντικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών (συμπεριλαμβανομένων των ένοπλων συγκρούσεων) αιτίων. Διαχωρίζοντας λοιπόν τις περιβαλλοντικές διαδικασίες από τις δομές μέσα στις οποίες είναι ενσωματωμένες μπορεί να οδηγούμαστε ακόμα και σε μια παραμόρφωση της ίδιας της πραγματικότητας.
  3. Υπάρχει μια σιωπηρή παραδοχή ότι η μετακίνηση του πληθυσμού αποτελεί ένα μέσο απόκτησης ανακούφισης και σωτηρίας από τις διάφορες περιβαλλοντικές κρίσης και καταστροφές. Και ενώ όπως επισημαίνει μια αρχαία κινεζική παροιμία που δηλώνει ότι «Οι τριάντα τρόποι για να ξεφύγουμε από τον κίνδυνο, το τρέξιμο είναι το καλύτερο» (El-Hinnawi, 1985), δεν είναι απαραίτητα σίγουρο ότι η περιβαλλοντική μετακίνηση θα μειώσει τον κίνδυνο των ανθρώπων αυτών. Στην πραγματικότητα, η κίνηση μπορεί να οδηγήσει στην αντικατάσταση ενός συνόλου τάσεων (περιβαλλοντικών) σε άλλους (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και / ή περαιτέρω περιβαλλοντικό άγχος).
  4. Ένα σημαντικό ερώτημα – που συχνά παραβλέπεται – αφορά τις μελλοντικές προθέσεις των εκτοπισμένων. Οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες σκοπεύουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, εάν αυτή η επιλογή είναι διαθέσιμη ή θα παραμείνουν στη νέα τους θέση εφόσον αυτή τους δοθεί; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στις ενέργειες και τη συμπεριφορά τους και είναι επίσης ζωτικής σημασίας για τη διαδικασία του διεθνούς σχεδιασμού. Υπάρχουν τρία σημαντικά στάδια στη διαδικασία της κίνησης των περιβαλλοντικών προσφύγων: α) επιβίωση – κίνηση που χρησιμοποιείται για την απόκτηση ανακούφισης από περιβαλλοντικές πιέσεις, β) ανάκτηση – οι μετακινούμενοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν την κίνηση τους για να ανακάμψουν από το πρόβλημα και να εδραιώσουν τη θέση τους και γ) βελτίωση – όπου ένα άτομο είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει τη μετακίνηση του ως ένα μέσο ενίσχυσης της θέσης και των προοπτικών του, οπότε η επιστροφή στον τόπο καταγωγής ενδέχεται να είναι λιγότερο πιθανό να συμβεί. Οι προοπτικές του φτάνοντας σε οποιοδήποτε από αυτά τα τρία στάδια θα είναι μια αλληλουχία της σοβαρότητας της περιβαλλοντικής κρίσης και των ευκαιριών που θα προσφέρονται στους εκτοπισμένους μέσω της κίνησής τους.

Αυτά τα τέσσερα συμπεράσματα υπογραμμίζουν τη πολυπλοκότητα του ζητήματος των περιβαλλοντικών προσφύγων και την δυσκολία στην ανάπτυξη συστάσεων πολιτικής που πρέπει να εφαρμοστούν για την αντιμετώπιση του ζητήματος της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και της μετακίνησης του πληθυσμού. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο, και είναι δύσκολο να απομονώσουμε το περιβάλλον από άλλους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες. Μια περιβαλλοντική καταστροφή και κρίση αναγκάζει τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα εδάφη τους δίνοντας τους μη άλλη επιλογή. Αυτός όμως ο αναγκασμός βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με την ικανότητα αντίδρασής τους. Και εδώ εμπίπτει ο κρίσιμος παράγοντας της ικανότητας της κάθε περιοχής, του κάθε κράτους να ανταπεξέλθει σε αντίστοιχες περιβαλλοντικές κρίσεις και καταστροφές. Υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω μελέτη του παράγοντα της ικανότητας του κάθε κράτους και των μηχανισμών αντίδρασης και προσαρμογής που είναι διαθέσιμοι. Στόχος πρέπει πάντα να είναι η ενίσχυση του συνδυασμό όλων των φυσικών, θεσμικών ή οικονομικών μέσων, όλων των υπαρχουσών δυνάμεων και πόρων της κοινωνίας ώστε να μειωθεί ο βαθμός της διακινδύνευσης.

Υπάρχει μια σοβαρή έλλειψη έρευνας που επικεντρώνεται σε ατομικές ή συλλογικές ανθρώπινες αντιλήψεις και αξιολογήσεις των πραγματικών και αναμενόμενων συνθηκών του περιβάλλοντος ως πηγή ανασφάλειας, στρες και μετανάστευσης. Ως εκ τούτου είναι δύσκολο να αναπτυχθούν προτάσεις – συστάσεις πολιτικής σε αυτό το πλαίσιο. Ωστόσο με την αποδοχή αυτών των δυσκολιών, προκρίνονται δύο δέσμες συστάσεων. Το πρώτο σετ παρουσιάζει γενικά συστάσεις πολιτικής για την παροχή βοήθειας στις κοινότητες και στις περιοχές με περιβαλλοντικές κρίσεις, ιδίως όπου η περιβαλλοντική ανασφάλεια – πίεση μπορεί να συμβάλει στην κίνηση του πληθυσμού. Το δεύτερο σετ παρέχει ειδικές συστάσεις πολιτικής για τους οργανισμούς που συμμετέχουν στον καθορισμό της πολιτικής για τους πρόσφυγες.

Τι είδους συστάσεις πολιτικής προτείνονται σε διεθνές επίπεδο; Παρά τη σύνθετη φύση του ζητήματος και τη συνεχιζόμενη συζήτηση σχετικά με τον ρόλο της υποβάθμισης του περιβάλλοντος ως αιτία ή τη συμβολή στη μετακίνηση πληθυσμού δεν αμφισβητείται ότι πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την έλλειψη πόρων στις δραστηριότητες αναπτυξιακής βοήθειας. Αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη έμφαση στην προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, περισσότερες οικολογικές, οικονομικές και κοινωνικές ενέργειες για την εξασφάλιση της ανθρώπινης ασφάλειας.

Συγκεκριμένες συστάσεις περιλαμβάνουν:

  1. Ανάπτυξη ενός συστήματος για την πρόβλεψη των μεταναστεύσεων που μπορεί να προκληθούν από περιβαλλοντικές διαταραχές,
  2. Εστίαση των προσπαθειών στον προσδιορισμό των μηχανισμών προσαρμογής, και το πώς μπορούν να ενισχυθούν αυτοί οι μηχανισμοί σε ευάλωτες κοινότητες και περιοχές,
  3. Ανάπτυξη περιπτωσιολογικών μελετών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η περιβαλλοντική υποβάθμιση επηρεάζει τη μετανάστευση, με ιδιαίτερη προσοχή την ανάπτυξη διαδικασιών για να βοηθήσουν τους θιγόμενους από τις περιβαλλοντικές διαταραχές,
  4. Ανάπτυξη καλύτερων εργασιακών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπινων δικαιωμάτων, του περιβάλλοντος, του πληθυσμού και των μεταναστευτικών – προσφυγικών οργανώσεων,
  5. Ανάπτυξη προγραμμάτων που θα βοηθήσουν όσους επηρεάζονται από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και προσπάθεια άμεσης συμμέτοχης των μεταναστών και των προσφύγων σε αυτά,
  6. Άμεση αναγνώριση από την διεθνή κοινότητα της σωρευτικής αιτιότητας της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και της μετακίνησης του πληθυσμού και ενίσχυση της βοήθειας στις περιφέρειες υποδοχής για την εξασφάλιση ελάχιστης περιβαλλοντικής προστασίας από τις επιπτώσεις των προσφυγικών ροών (Black, 1994),
  7. Παροχή βοήθειας στις χώρες που είναι πιο ευάλωτες στις μελλοντικές περιβαλλοντικές κρίσεις και καταστροφές,
  8. Αναγνώριση του ανθρώπινου δικαιώματος στο περιβάλλον – συγκεκριμένα της ανθρώπινης ασφάλειας και όλων των συνιστώσεών της. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο των πολιτικών δράσης.

Όπως προαναφέρθηκε, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος και οι φυσικές καταστροφές αποτελούν μόνο  κάποιους από τους παράγοντες που μπορεί να συμβάλουν στην ανασφάλεια και στην μετακίνηση του πληθυσμού. Τονίζεται ότι η αύξηση του πληθυσμού και η άδικη κατανομή των εισοδημάτων ή / και των πόρων  (που συχνά συνδέονται με την εξαθλίωση) θα μπορούσαν να αποτελέσουν νέους παράγοντες στο μέλλον. Άρα καθίσταται κατανοητό ότι οι πολιτικές προδιαγραφές πρέπει να επικεντρώνονται στην προώθηση της βιώσιμης χρήσης των πόρων, στη μείωση των ποσοστών πληθυσμιακής ανάπτυξης και στην αντιμετώπιση της άδικης κατανομής των εσόδων και της πρόσβασης στους πόρους μεταξύ και εντός των χωρών. Τέτοιες πολιτικές πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης δραστηριότητες που θα βοηθήσουν στη μείωση τόσο της βιοφυσικής όσο και της κοινωνικής ευπάθειας των ατόμων και των κοινοτήτων στην περιβαλλοντική αλλαγή. Συγκεκριμένα περιλαμβάνονται:

  1. Αύξηση της στήριξης του οικογενειακού προγραμματισμού στις αναπτυσσόμενες χώρες (Westing, 1994),
  2. Έμφαση στις γεωργικές δραστηριότητες στις αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτό θα πρέπει να επικεντρωθεί στη μείωση της διάβρωσης και της αποψίλωσης και στην αύξηση της βιωσιμότητας των μικρών εκμεταλλεύσεων σε περιθωριακές περιοχές,
  3. Μεγαλύτερες προσπάθειες για τη βελτίωση της εκπαίδευσης και την ευαισθητοποίηση του πληθυσμού σχετικά με το περιβάλλον. Αυτό περιλαμβάνει τη φροντίδα για το περιβάλλον και τη βιώσιμη χρήση των πόρων,
  4. Μέτρα για την επαρκή παροχή του γλυκού νερού είναι κρίσιμα. Είναι επίσης επιτακτικό να ανακυκλώνεται το επεξεργασμένο νερό σε γεωργικές χρήσεις. Η ανεπαρκής χρήση του νερού, η απώλεια του νερού στις αστικές περιοχές και  η έλλειψη συστημάτων στη χρήση ανακυκλωμένου νερού επηρεάζουν αρνητικά την κοινωνική ευημερία.
  5. Μεγαλύτερη ανάπτυξη ικανοτήτων στη διαχείριση περιβαλλοντικών προγραμμάτων. Αυτό κυμαίνεται από την αυξημένη υποστήριξη των ΜΚΟ στον τομέα του περιβάλλοντος έως στην ανάπτυξη κυβερνητικών υπηρεσιών που θα μπορούν να συμμετάσχουν στη παγκόσμια περιβαλλοντική συζήτηση για τη διαχείριση κρίσεων και καταστροφών.

Είναι προφανές ότι η υποβάθμιση του περιβάλλοντος διαδραματίζει βασικό ρόλο στη μετακίνηση  πληθυσμών, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζεται σε περιοχές με χαμηλή ικανότητα αντίδρασής και όταν ενισχύεται από την φτώχεια και την ανισότητα. Μέχρι να αναπτυχθεί  μια πιο ολοκληρωμένη και συνοπτική ατζέντα πολιτικής, είναι επιτακτική ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στους δεσμούς μεταξύ περιβάλλοντος, πληθυσμού και φτώχειας και να διερευνηθούν τα ακόλουθα: α)ποιες ομάδες είναι πιο ευάλωτες στις περιβαλλοντικές μεταβολές; β) ποιες είναι οι πιο ευάλωτες περιοχές και τα μελλοντικά «καυτά σημεία» που θα μπορούσαν να αποτελούν πηγές περιβαλλοντικής ανασφάλειας και πιθανού εκτοπισμού;

Στις μέρες μας, εν όψει του ότι διαμορφώνεται ένα ευνοϊκό, από θεσμικής άποψης, περιβάλλον για την ανάπτυξη δράσεων προστασίας του περιβάλλοντος, δεν υπάρχει λόγος για χρονοτριβή. Είναι καιρός η κοινωνία των πολιτών, σε όλες τις εκφάνσεις της, να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες που παρέχονται. Πλέον το περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως ο κατ’ εξοχή τόπος δυνητικής ανάπτυξης ενεργητικών και συμμετοχικών από μέρους της κοινωνίας δράσεων. Βέβαια το δικαίωμα στην προστασία του περιβάλλοντος δεν θα μπορούσε να κατοχυρωθεί χωρίς μια καλύτερη και αποτελεσματικότερη διάδοση της πληροφορίας, πραγματική συμμετοχή των ενδιαφερομένων και αποτελεσματική δικαστική προστασία (Νικολόπουλος, 2000). Ασφαλώς βέβαια χρειάζεται να καλυφθεί πολύ έδαφος, τόσο νομοθετικά όσο και σ’ επίπεδο αντιλήψεων, ώστε να θεωρήσουμε ότι είναι ρεαλιστικός ο στόχος της ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών σε περιβαλλοντικές αποφάσεις. Η ενεργός συμμετοχή των πολιτών εμπλουτίζει τις διαδικασίες που δρομολογούν τις περιβαλλοντικές εξελίξεις.

Σε κάθε περίπτωση όμως, στις μέρες μας αποτελεί άτυπο συλλογικό «κεκτημένο» ότι για την ουσιαστική μετάβαση στο καθεστώς της περιβαλλοντικής δημοκρατίας, δηλαδή ένα καθεστώς που θα θέτει τις βάσεις για μια άλλη, βιώσιμη, σχέση με το φυσικό περιβάλλον αλλά και την κοινωνία εν γένει, απαραίτητη είναι η πλήρωση και των τριών προϋποθέσεων δηλαδή και της πρόσβασης στην πληροφορία και της συμμετοχής στο σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων περιβαλλοντικού χαρακτήρα και στην κατοχύρωση δικονομικού χαρακτήρα εγγυήσεων σε σχέση με τα παραπάνω (Καριψιάδης, 2003). Το –άτυπο ή μη– κοινωνικό δικαίωμα στο περιβάλλον διαφυλάσσεται και διευρύνεται μέσα από την ενεργητική δράση της κοινωνίας, μέσα από την εκδήλωση όσο το δυνατόν περισσότερων θετικών ενεργειών εκ μέρους των πολιτών και των ενώσεών τους. Η καλύτερη αντίδραση θα ήταν η ενίσχυση της ικανότητας, η μείωση της διακινδύνευσης, η πρόληψη των περιβαλλοντικών κρίσεων και καταστροφών και η εξάλειψη της ανάγκης μετακίνησης οποιαδήποτε πληθυσμού λόγω περιβαλλοντικής ανασφάλειας.

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

ΑidWatch, (2006). ‘UN Office of the Special Envoy for Tsunami Recovery’, In: Reuters Alert Net, December 26th URL: www.alertnet.org/printable.htm?URL=/db/crisisprofiles/SA_TID.htm Ανακτήθηκε στις 14.10.2019

Αssociation for Climate Refugees, (2010)., ‘Climate Refugees in Bangladesh – Answering the Basics: The Where, How, Who and How Many?” URL: http://displacementsolutions.org/?p=547 Ανακτήθηκε στις 15.09.2019

Baker, Robert J.; Chesser, Roland K (2000). «The Chernobyl Nuclear Disaster and Subsequent Creation of a Wildlife Preserve.» Environmental Toxicology and Chemistry, Vol.19, No.5, pp.1231-1232

Bates C. Diane, (2002). “Environmental Refugees? Classifying Human Migrations Caused by Environmental Change ”, Population and Environment, Vol. 23, No. 5 (May), pp. 465-477, Springer

Black R., (1994), ‘Forced migration and environmental change: the impact of refugees on host environments.’ Journal of Environmental Management, 42: 261-77.

Black R., (2001). ‘Environmental Refugees: Myth or Reality?’, University of Sussex, working paper no. 34

Blaikie, P., Cannon, T., Davis, I., & Wisner, B. (1994). ‘At Risk: Natural Hazards, People’s Vulnerability, and Disasters’. Routledge, London

Boin R.A. (2005). ‘From crisis to disaster: Towards an integrative perspective’. In R.W. Perry & E.L. Quarantelli (Eds.), What is a disaster? New answers to old questions (pp. 153–172). Philadelphia: Xlibris.

Braun, David Maxwell (2010). ‘Bangladesh, India Most Threatened by Climate Change, Risk Study Finds’. National Geographic.

Brown O., (2008). “Climate Change and Migration”, IOM, no. 31

Castles S. et al., (2005). “Developing DFID’s Approach to Refugees and Internally Displaced Persons”, Refugee Studies Center, Oxford University, February, p. 14.

Corlew Laura (2012). «The cultural impacts of climate change: sense of place and sense of community in Tuvalu, a country threatened by sea level rise» (PDF). PhD dissertation, University of Hawaiʻi at Mānoa.

Dance, Gabriel; Cage, Feilding; Goldenberg, Suzanne (2013). «Alaska on the edge: Newtok’s residents race to stop village falling into the sea». The Guardian.

Displacement Solutions, (2009). «Climate Change Displaced Persons and Housing, Land and Property Rights: Preliminary Strategies for Planning and Programming to Resolve Climate-Induced Displacement», URL: http://displacementsolutions.org/files/documents/DS_Climate_change_strategies.pdf Ανακτήθηκε στις 15.09.2019

D’Oro Rachel (2008). «State gives $ 3 million to fight Newtok erosion». Alaska Dispatch News. The Associated Press

Dupont, (2008). “The Strategic Implications of Climate Change”, Survival, vol. 50, issue 3, 2008,. p. 46

Eckerman Ingrid (2006). «The Bhopal Disaster 1984 – Working Conditions and the Role of Trade Unions» (PDF). Asian Pacific Newsletter on Occupational Health and Safety. 13 (2)

El-Hinnawi E., (1985). “Environmental Refugees”, United Nations Environmental Program, Nairobi, p. 4

Epule, T. E., Peng, C., Lepage, L., & Chen, Z. (2012). ‘Rainfall and deforestation dilemma for cereal production in the Sudano-Sahel of Cameroon.’ Journal of Agricultural Science, 4 (2), 1–9.

Epule, T. E., Peng, C., Lepage, L., & Chen, Z. (2012). ‘Rainfall and deforestation dilemma for cereal production in the Sudano-Sahel of Cameroon.’ Journal of Agricultural Science, 4 (2), 1–9.

Epule, T. E., Peng, C., Lepage, L., Chen, Z. (2014). The causes, effects and challenges of Sahelian droughts: a critical review. Regional Environmental Change, 14 (1), 145–156.

Epule, T. E., Peng, C., Lepage, L., Chen, Z. (2014). The causes, effects and challenges of Sahelian droughts: a critical review. Regional Environmental Change, 14 (1), 145–156.

European Court of Human Rights, (2008) Budayeva and others v. Russia, St. Petersburg 15339/02, 21166/02, 20058/02, 11673/02 and 15343/02, judgment of March 20th, https://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?item=1&portal=hbkm&action=html&highlight = & sessionid = 49135262 & skin = hudoc-en Ανακτήθηκε στις 10.10.2019

Friends of the Earth (2017), “A Citizen’s Guide to Climate Refugees, Fact Sheet 4: Predictions of Climate Refugees to 2050”

Gonzalez, P., Tucker, C. J., & Sy, H. (2012). ‘Tree density and species decline in the African Sahel attributable to climate.’ Journal of Arid Environments, 78 (1), 55–64.

Hathaway James C. and Foster Michelle (1991). ‘The Law of Refugee Status: Second Edition,’ Cambridge University Press

Hui, W. J., Cook, B., Ravi, S., Fuentes, J. D., & D’Odorico, P. (2008). ‘Dust-rainfall feedbacks in the West African Sahel.’ Water Resource Research, 44 (5), W05202.

Intergovernmental Panel on Climate Change, (2007). «Working Group II: Impacts, Adaption and Vulnerability», Fourth Assessment Report: Climate Change 2007, URL: http://www.ipcc.ch/publications_and_data/ar4/wg2/en/ch19s19-3-6.html Retrieved on 17.10 .2019

International Organization for Migration, (2007). “Discussion note: Migration and the Environment”, MC / INF / 288, 94th Session, p. 1-2.

Jacobson L. Jodi., (1988). “Environmental Refugees: A yardstick of habitability”, Worldwatch Paper 86, Worldwatch Institute, Washington D.C., p. 37-38.

Kibreab G. (1997). “Environmental Causes and Impacts of Refugee Movements: A Critique of the Current Debate”, Disasters, vol. 21, issue 1, p. 20-38.

Kolmannskog V.O, (2008). “Future Floods of Refugees: A Commentary on Climate Change, Conflict and Forced Migration”, Norwegian Refugee Council, Oslo, April, p.16

Kreft, S., Eckstein, D., & Melchior, I. (2017). » Global Climate Risk Index 2017 » (PDF). Bonn: Germanwatch e.V.

Leckie S., Simperingham E., & Bakker J., (2011), » Bangladesh’s Climate Displacement Nightmare », The Ecologist

Margulis Sergio (2004). » Causes of Deforestation of the Brazilian Amazon ». World Bank Working Paper No. 22. Washington D.C.: The World Bank.

McAdam J., & Saul B., (2010). «Displacement with Dignity: International Law and Policy Responses to Climate Change Migration and Security in Bangladesh», University of New South Wales Faculty of Law Research Series, Paper 63 URL: https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm ? abstract_id = 1720788 Ανακτήθηκε στις 20.11.2019

McDowell C & Morrell G. (2007). ‘Non-conflict Displacement: A Thematic Literature and Organizational Review’, Internal Displacement Monitoring Center of the Norwegian Refugee Council (IDMC)

McKenna, James T. (2016). «Chernobyl Anniversary Recalls Helo Pilots’ Bravery». Rotor & Wing International

Myers N. (1993). “Environmental refugees in a globally warmed world”, Bioscience, vol. 43, p. 752.

Myers N., & Kent, J. (2001). ‘Food and Hunger in Sub-Saharan Africa.’ The Environmentalist, 21 (1), p. 41–69.

Nicholson, S. E. (2001). ‘Climate and environmental change in Africa during the last two centuries.’ Climate Research, 14 (2), p.123–144.

Nicholson, S. E. (2001). ‘Climate and environmental change in Africa during the last two centuries.’ Climate Research, 14 (2), p.123–144.

Orejas Tonette (2009). «Official: Pinatubo is now owned by Aetas», Philippine Daily

Otunnu O. (1992). ‘Environmental Refugees in Sub-Saharan Africa: Causes and Effects.’ Refugee, 12 (1), 11–14.

Parnwell M., (1993), » Population Movements and the Third World ». London: Routledge

Perry, R.W., & Quarantelli, E.L. (2005). ‘What’s a disaster? New answers to old questions. ‘Philadelphia: Xlibris.

Quarantelli, E. L., Patrick Lagadec, and Arjen Boin (2006). “A Heuristic Approach to Future Disasters and Crises: New, Old and In-Between Types.” Pp. 16–41 in Havidan Rodriguez, Enrico L. Quarantelli and Rus- sell R. Dynes, eds., Handbook of Disaster Research. New York: Springer URL: https://www.researchgate.net/publication/227097947_A_Heuristic_Approach_to_Future_Disasters_and_Crises_New_Old_and_In-Between_Types Ανακτήθηκε στις 02.12.2019

Renaud F. et al., (2007). «Control, Adapt of Flee: How to face environmental migration?», UNU-EHS, Working Paper no. 5

Resolution 124 of the UN General Assembly, (2008). Office of the United Nations High Commissioner for Refugees (on the Report of the Third Committee A / 62/431), A / RES / 62/124, January 24

Response and Prevention Branch Oil Team (May 2006). «Murphy Oil USA Refinery Spill, Chalmette & Meraux, LA Presentation» (.PDF). U.S. Environmental Protection Agency, Region 6 URL: https://archive.epa.gov/emergencies/content/fss/web/pdf/franklin_2.pdf Ανακτήθηκε στις 03.11.2019

Self S.,; Zhao Jing-Xia., Holasek R., Torres R. & McTaggart J. (1999). «The Atmospheric Impact of the 1991 Mount Pinatubo Eruption».

Statement by His Excellency Dr. Fakhruddin Ahmed, (2007). Honorable Chief Adviser to the Government of the People’s Republic of Bangladesh at the High-Level Event on Climate Change, New York, September 24, 2007, http://www.un.int/wcm/content/site/bangladesh/pid/8224 Ανακτήθηκε στις 19.11.2019

Steinberg, L. J.; and A. M. Cruz, (2003). «When Natural and Technological Disasters Collide: Emergency Management Lessons From Turkey Earthquake of August 17, 1999». In Press in Natural Hazards Review.

Stern Review on the Economics of Climate Change, (2006) HM Treasury, p. 77 (Part II) https://www.hm-treasury.gov.uk/d/Part_II_Introduction_group.pdf Ανακτήθηκε στις 20.11.2019

Suhrke Astri, (1994), “Environmental degradation, and population flows.” Journal of International Affairs, 47 (2).

U.S. Army Corps of Engineers: Alaska District, CEPOA-EN-CW-PF (2009). «Alaska Baseline Erosion Assessment: Study Findings and Technical Report» (PDF). U.S. Army Corps of Engineers. Elmendorf Air Force Base, Alaska.

UN High Commissioner for Refugees – UNHCR, (2001). Interpreting Article 1 of the 1951 Convention Relating to the Status of Refugees, April 2001, paragraph 23. https://www.refworld.org/docid/3b20a3914.html Ανακτήθηκε στις 25.11.2019

UN Human Rights Council, (2009). «Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights on the relationship between climate change and human rights», 15 January 2009, UN Doc. A / HRC / 10/61.

UN Office for the Coordination of Humanitarian Affairs, (1998), “Guiding Principles on Internal Displacement”, p. 1.

UN Office for the Coordination of Humanitarian Affairs, (1998). ‘Guiding Principles on Internal Displacement’, Geneva, p. 1.

UNHCR (1992). ‘UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status under the 1951 Convention and the 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees’, Geneva

UNHCR (1996). UNHCR publication for CIS Conference – Disasters: the human cost https://www.unhcr.org/publications/refugeemag/3b5584c24/unhcr-publication-cis-conference-displacement-cis-ecological-disasters. html Ανακτήθηκε στις 29.11.2019

UNHCR (2002). ‘Guidelines on International Protection No. 1: Gender-Related Persecution Within the Context of Article 1A (2) of the 1951 Convention and / or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees’, May, HCR / GIP / 02/01, http: //www.refworld. org / docid / 3d36f1c64.html Ανακτήθηκε στις 15.10.2019

United Nations Conference on Environment & Development, (1992). AGENDA 21, Rio de Janerio, Brazil, 3 to 14 June 1992 https://sustainabledevelopment.un.org/content/documents/Agenda21.pdf

United Nations Environment Program (UNEP), (2009). » Learning from Cyclone Nargis: Investing in Livelihoods and Disaster Risk Reduction ‘, URL: https://wedocs.unep.org/bitstream/handle/20.500.11822/14116/myanmar_cyclonenargis_case_study.pdf?sequence=1&isAllowed= y Ανακτήθηκε στις 10.12.2019

United Nations High Commission for Refugees. (1951). ‘Convention Relating to the Status of Refugees’ 28 July 1951. Geneva, Switzerland.

United Nations High Commissioner for Refugees – UNHCR, (1967). ‘Convention and Protocol on the Status of Refugees’, Communications and Public Information Service, Geneva, Switzerland,

University of Michigan Law School, (2001). ‘International Refugee Law: The Michigan Guidelines on Nexus to a Convention Ground’, March 25, http://www.refworld.org/docid/3dca7b439.html, paragraphs 9-10 Ανακτήθηκε στις 15.11.2019

Vidal John (2014). «Botswana bushmen: ‘If you deny us the right to hunt, you are killing us'». The Guardian.

Westing, Arthur H., (1994), “Population, desertification and migration.” Environmental Conservation, 21 (2), p.110-14

Wolf A., (1995), »Hydropolitics Along the Jordan River: Water Scarce and its Impact on the Arab-Israeli Conflict ». Tokyo: United Nations University Press

World Bank, (2007). “Dhaka: Improving Living Conditions for the Urban Poor”, Bangladesh Development, Series Paper No. 17

World Bank. (2012). World Bank Indicators- Sub Saharan Africa-Population. URL: http://www.data.worldbank.org/region/sub-saharan-africa.

Zuckerman, Adam; Koenig, Kevin (2016). » From Well to Wheel: The Social, Environmental, and Climate Costs of Amazon Crude », Oakland, CA, USA: Amazon Watch

Ανδρεαδάκης Ε. & Λέκκας Ε., (2015) .- ‘Εισαγωγή στην Θεωρία της Διαχείρισης Καταστροφών και Κρίσεων’

Καριψιάδης Γ., (2003). ‘Περιβαλλοντική Δημοκρατία’, Νόμος και Φύση, URL: https://nomosphysis.org.gr/8083/periballontiki-dimokratia-augoustos-2003/ Ανακτήθηκε στις 01.12.2019

Λέκκας Ευθύμιος, (2000). «ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ», Αθήνα

Μουζάκης Γιώργος (2018). «ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ NATECH ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ», ΠΜΣ Διαχείριση Καταστροφών και Κρίσεων, ΕΚΠΑ, Αθήνα

Ν.Δ. 53/1974 – ΦΕΚ 256, τ. Α όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2400/1996 – ΦΕΚ 96, τ. Α και το Ν. 3344/2005 – ΦΕΚ 133, τ. Α. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)

Νικολόπουλος Τ. (2000), «Οι αρχές του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος», Νόμος και Φύση, URL: http://www.nomosphysis.org.gr/articles.php?artid=34&lang=1&catpid=1 Ανακτήθηκε στις 01.12.2019

Νομοθετικό Διάταγμα (3989/1959) – ΦΕΚ 201 / Α / 26-9-1959, σχετικά με την κύρωση της πολυμερούς Σύμβασης για τη Νομική Κατάσταση των Προσφύγων, https://www.e-nomothesia.gr/kat-allodback/prosphuges-politiko -asulo / nomothetiko-diatagma-3989-1959.html Ανακτήθηκε στις 14.10.2019

Οδηγία 2004/83 / ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 29ης Απριλίου 2004. για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους, https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri= CELEX: 32004L0083: EL: HTML Ανακτήθηκε στις 14.10.2019

Π.Δ. (141/2013) – «Προϋποθέσεις για την αναγνώριση και το καθεστώς των δικαιούχων διεθνούς προστασίας https://www.synigoros.gr/?i=foreigner.el.politikoi-pdya.131245 Ανακτήθηκε στις 14.10.2019