Γράφει ο Μιχαήλ – Εμμανουήλ Δημάκας*

                    Αιγαίο: Γεωγραφία-Γεωμορφολογία

Το Αιγαίο Πέλαγος[1], η «Ελληνίς Θάλασσα» κατά τον Ηρόδοτο[2], το αποκαλούμενο «αρχιπέλαγος», υπήρξε από την αρχαιότητα κέντρο ανάπτυξης πολιτισμών, συνδέοντας δύο ηπείρους, Ευρώπη και Ασία, και δύο θάλασσες, Μεσόγειο και Εύξεινο Πόντο. Αποτελεί μια θαλάσσια λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία εκτείνεται μεταξύ της Πελοποννήσου και της ηπειρώτικής Ελλάδας στα δυτικά, της Μακεδονίας και της Θράκης στα βόρεια, της Τουρκίας στα ανατολικά και των νησιών Κρήτη, Κάρπαθος, Ρόδος, καθώς και το σύμπλεγμα του Καστελορίζου στα νότια. Με μήκος περίπου 609 χλμ. και πλάτος 300 χλμ., όπως αυτά καθορίστηκαν από το Διεθνές Υδρογραφικό Συνέδριο το 1919 στο Λονδίνο[3], αποτελεί το συνδετικό κρίκο της Ανατολής με τη Δύση, ενώ το πολυνησιακό περιβάλλον του με την ύπαρξη 7.000 και πλέον νησιών, προσδίδουν στο αρχιπέλαγος ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα, ένα ξεχωριστό «γεωστρατηγικό σκηνικό», το οποίο εξυπηρετεί γεωστρατηγικούς σκοπούς.

Τα σπουδαιότερα νησιωτικά συμπλέγματα του Αιγαίου Πελάγους είναι οι Βόρειες Σποράδες, οι Κυκλάδες και η Δωδεκάνησος. Διοικητικά σήμερα τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους που ανήκουν στην Ελλάδα, χωρίζονται στις περιφέρειες του Βορείου Αιγαίου (με τους νομούς Λέσβου, Σάμου και Χίου) και του Νοτίου Αιγαίου (με τους νομούς Δωδεκανήσου και Κυκλάδων).

Το ανάγλυφο του πυθμένα του Αιγαίου Πελάγους, παρουσιάζει μια ιδιαίτερα σημαντική ποικιλία με τους αυχένες, τις αύλακες και τις τάφρους του, από τις οποίες μεγαλύτερη είναι η κρητική τάφρος, με βάθος 2.500 μέτρων. Υπάρχουν ακόμα η τάφρος του Βορείου Αιγαίου που αποτελείται από τις λεκάνες του Άθω και των Σποράδων (1.500 μέτρων) και η λεκάνη της Χίου (1.100 μέτρων).[4]

 

       Η Αλιεία στο Αιγαίο και οι Τουρκικές Προκλήσεις

Η αλιεία θεωρείται ένας από τους πυλώνες ανάπτυξης σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συμβολή του κλάδου της αλιείας στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην οικονομική μεγέθυνση ενός κράτους είναι δεδομένη. Επίσης, αποτελεί τρόπο προβολής ισχύος μιας χώρας στο εξωτερικό. Σε ό,τι αφορά στην Τουρκία, η αλιεία αποτελεί ενέργεια προβολής της και στο Αιγαίο Πέλαγος. Παράλληλα, η Τουρκία σύμφωνα με δήλωσή της, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Τρίτης Συνδιάσκεψης του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας[5], αποτελεί γεωγραφικώς μειονεκτούν κράτος.

Η έννοια και ο ορισμός των περίκλειστων και γεωγραφικώς μειονεκτούντων κρατών εμπεριέχονται στο Άρθρο 124 της νέας σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Και ενώ ως «περίκλειστα κράτη» χαρακτηρίζονται εκείνα τα οποία στερούνται θαλασσίων ακτών, ως γεωγραφικώς μειονεκτούντα, σύμφωνα με το Άρθρο 70 της ως άνω σύμβασης, είναι τα παράκτια εκείνα κράτη τα οποία αν και βρέχονται από κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες, εντούτοις λόγω της γεωγραφικής μορφολογίας τους δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τις διατροφικές τους ανάγκες σε ψάρια, μέρους ή του συνόλου του πληθυσμού τους, εξαρτώμενα ως εκ τούτου άμεσα από την αλιεία στις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες[6] άλλων κρατών της περιοχής ή της υποπεριοχής στην οποία βρίσκονται. Επίσης, στην κατηγορία αυτή κατατάσσονται και κράτη τα οποία δεν μπορούν να διεκδικήσουν δικές τους Α.Ο.Ζ..[7] Στην κατηγορία λοιπόν των γεωγραφικώς μειονεκτούντων κρατών υπάγονται τόσο η Ελλάδα και η Βουλγαρία, όσο και η Τουρκία.[8] Η υπαγωγή των κρατών στην κατηγορία των γεωγραφικώς μειονεκτούντων κρατών δημιουργεί τόσο δικαιώματα, όσο δικαιοδοσίες και υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους κατά τρόπο αμφίδρομο και οι ενέργειές τους πρέπει να συνάδουν με τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Επιγραμματικά, αναφέρονται ως δικαιώματα του παράκτιου κράτους, η άσκηση των οποίων αποσκοπεί στην εξερεύνηση, εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση όλων των φυσικών πόρων που εντοπίζονται εντός της Α.Ο.Ζ., η παροχή αδειών αλιείας, ο προσδιορισμός των επιτρεπόμενων αλιευμάτων σε ό,τι αφορά στο είδος, στα αποθέματα, στα μέσα αλίευσης, στις αλιευτικές περιόδους κλπ.. Οι δε υποχρεώσεις συνίστανται κυρίως στον προσδιορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων σε συσχετισμό πάντα με τον καθορισμό του ορίου αλίευσης ως επιτρεπόμενο ποσό επί του πλεονάσματος στο οποίο έχουν πρόσβαση τα άλλα κράτη στην Α.Ο.Ζ. των άλλων κρατών. Στόχος δε των διατάξεων που έχουν σχέση με τη διατήρηση των βιολογικών πόρων, είναι αφενός μεν, η επίτευξη της «μεγίστης πάγιας απόδοσης», αφετέρου δε η προστασία του περιβάλλοντος. Για το λόγο αυτό τα παράκτια κράτη οφείλουν και πρέπει να κάνουν έλλογη χρήση των αρμοδιοτήτων τους, αποφεύγοντας την υπερεκμετάλλευση προκειμένου να επιτευχθεί «ένα ουσιαστικό καθεστώς προστασίας των θαλασσών». Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση ότι έχει καθοριστεί Α.Ο.Ζ. προκειμένου το παράκτιο κράτος να έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις σε ό,τι αφορά μεταξύ των άλλων στην εκμετάλλευση και των αλιευμάτων. Ωστόσο, στο Αιγαίο δεν έχει καθοριστεί Α.Ο.Ζ. λόγω της σθεναρής αντίστασης της Τουρκίας, η οποία χαρακτηρίζει το Αιγαίο ως «ημίκλειστη θάλασσα με ιδιαίτερα γεωγραφικά και γεωλογικά χαρακτηριστικά», αφού αρνήθηκε την αποδοχή της σύμβασης την οποία έκτοτε αντιμετωπίζει ως res inter alias acta[9], και η αλιευτική της δραστηριότητα στο Αιγαίο είναι ελεύθερη, όπως προκύπτει από την Σύμβαση της Γενεύης για την Αιγιαλίτιδα Ζώνη και τη Συνορεύουσα Ζώνη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1958. Το ζήτημα όμως το οποίο προκύπτει με την αλιευτική δραστηριότητα της Τουρκίας στο Αιγαίο έγκειται τόσο στο γεγονός της παραβίασης των χωρικών υδάτων της χώρας μας κυρίως στην περιοχή του Βορείου Αιγαίου, όσο και στην αλόγιστη αλίευση των ιχθυοαποθεμάτων που υπάρχουν εκεί.

Έτσι τα τελευταία χρόνια στην περιοχή του Βορείου Αιγαίου διεξάγεται ένας ακήρυκτος πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων αλιέων που αλιεύουν σε κοινή αλιευτική περιοχή. Αποτέλεσμα αυτής της έντονης και ενίοτε παράνομης, σε ό,τι αφορά την παραβίαση των ελληνικών χωρικών υδάτων, αλιευτικής δραστηριότητας των Τούρκων είναι να αυξηθεί το ποσοστό των αλιευμάτων από 10% στη δεκαετία του ’70 σε 30% σήμερα με αυξητικές τάσεις στο άμεσο μέλλον. Η δραστηριότητα αυτή των Τούρκων αλιέων και ουσιαστικά της Τουρκίας στο Αιγαίο, βρίσκεται ως γνωστόν σε πλήρη αναντιστοιχία με τις αλιευτικές της δραστηριότητες στη Μαύρη Θάλασσα, όπου έχει καθοριστεί Α.Ο.Ζ.[10] και κινείται στο πλαίσιο των κανόνων του Δικαίου της Θάλασσας, λόγω προφανώς της εκεί παρουσίας του ρωσικού παράγοντα.

Με αφορμή δε τόσο της δεδομένης τουρκικής αλιευτικής δραστηριότητας στο Αιγαίο, όσο και της υπεραλίευσης που παρατηρείται γενικότερα στο χώρο, βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος της Ελλάδας[11], αλλά και άλλων κομμάτων, κατέθεσαν ερώτηση στη Βουλή προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων[12], σχετικά με την άδεια αλιείας στα διεθνή ύδατα σε μια προσπάθεια δημιουργίας «ενός ενιαίου εθνικού πλαισίου διαχείρισης και ελέγχου της αλιείας», στη βάση διαμόρφωσης ενός «πλαισίου ορθολογικής διαχείρισης για την εξασφάλιση των αλιευτικών αποθεμάτων και την αειφορία». Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο διενεργείται η αλιεία γενικώς, είναι εκείνος ο οποίος προκαλεί καταστροφές στα θαλάσσια οικοσυστήματα και τα ιχθυοαποθέματα.

Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί και η χρήση διαφόρων εκρηκτικών υλών, οι οποίες χρησιμοποιούνται από τους αλιείς, αλλά κυρίως η διενέργεια πολλών στρατιωτικών ασκήσεων στην περιοχή του Αιγαίου, τόσο από την Ελλάδα, όσο και από την Τουρκία και το ΝΑΤΟ με πραγματικά πυρά, τα οποία προκαλούν τεράστια υποβρύχια ηχορρύπανση, αφού θανατώνονται εκατομμύρια ζωντανοί οργανισμοί και προκαλείται παράλληλα απελευθέρωση τοξικών ουσιών στο θαλάσσιο περιβάλλον γενικότερα.

                                                        Συμπεράσματα

Η δραστηριότητα των παράκτιων κρατών στην ανοικτή θάλασσα, αρχίζει από το σημείο που «περατούται το πεδίο εφαρμογής της αρχής της κυριαρχίας ενός κράτους», όπως αυτή καθορίζεται από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Ωστόσο, το παράκτιο κράτος δεν μπορεί να έχει την αποκλειστικότητα εκμετάλλευσης των «ζώντων πόρων» των υδάτων, όπως αυτό συμβαίνει για τους πόρους της υφαλοκρηπίδας. Αυτό συμβαίνει διότι, τα άλλα κράτη και εν προκειμένω, τα παράκτια, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και στη βάση του δικαιώματος της ελευθερίας των ανοικτών θαλασσών, μπορεί να έχουν δυνατότητα συμμετοχής στο πλεόνασμα των αλιευτικών αποθεμάτων της ζώνης στο πλαίσιο της υποχρέωσης του παράκτιου κράτους, διατήρησης και λελογισμένης χρησιμοποίησης αυτών. Στην περίπτωση αυτή δεν αναιρείται η αποκλειστικότητα των δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους, σε ό,τι αφορά στην εκμετάλλευση των βιολογικών πόρων και εν προκειμένω των αλιευμάτων. Και τούτο διότι, η συμμετοχή του παράκτιου κράτους στα ιχθυοπλεονάσματα, δεν αποτελεί «αυτοτελές δικαίωμα των άλλων κρατών, αλλά δυνητική υποχρέωση του παράκτιου κράτους», η οποία όμως, παύει να υφίσταται σε περίπτωση ύπαρξης Α.Ο.Ζ., όπου έχει τη δυνατότητα αλίευσης όλων των επιτρεπόμενων αλιευμάτων, σε κάθε δε περίπτωση η συμμετοχή του παράκτιου κράτους καθορίζεται από τις εκατέρωθεν συμφωνίες.[13]

Στο πλαίσιο αυτό της δυνητικής αλιευτικής δραστηριότητας, η Τουρκία η  οποία σημειωτέον αποτελεί συμβαλλόμενο μέλος της Γ.Ε.Α.Μ.[14] προβάλλει την ισχύ της στο Αιγαίο, χωρίς όμως όπως έχει διαπιστωθεί κατά κόρον, να τηρεί τους κανόνες καλής γειτονίας και να συμβαδίζει με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πρέπει να διέπουν τις δραστηριότητες των παράκτιων κρατών. Είναι γνωστές οι κατά καιρούς, «παραβιάσεις» των ελληνικών χωρικών υδάτων από τουρκικά αλιευτικά σκάφη και ακταιωρούς, καθώς και η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής σε ισότιμη βάση σε ό,τι αφορά στην εκμετάλλευση «προσήκοντος μέρους του πλεονάσματος πόρων», έστω και αν αυτά δεν αφορούν σε Α.Ο.Ζ. που ούτως ή άλλως δεν έχουν καθοριστεί στην περιοχή του Αιγαίου, καταστρατηγώντας έτσι τόσο τον κανονισμό της Γ.Ε.Α.Μ., όσο και την κοινοτική νομοθεσία[15], έστω και αν αυτή χρήζει αναθεώρησης ή προσαρμογής, που καθορίζει τις διαδικασίες αλίευσης στη Μεσόγειο και εν προκειμένω στο Αιγαίο Πέλαγος.

Επιβάλλεται ως εκ τούτου στη βάση διαμόρφωσης ενός πλαισίου «ορθολογικής διαχείρισης και εξασφάλισης των αλιευτικών αποθεμάτων», η δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού πλαισίου διαχείρισης και ελέγχου της αλιείας, προκειμένου να περιοριστεί η αλόγιστη και εν πολλοίς παράνομη αλιεία στο Αιγαίο από όλους τους εμπλεκόμενους, ούτως ώστε να περιοριστούν στο ελάχιστο οι καταστροφές στο αιγαιακό οικοσύστημα και στα ιχθυοαποθέματά του.[16]

 

[1]. Σύμφωνα με τη μυθολογία, το όνομα του προέρχεται από τον Αιγέα, βασιλιά της Αθήνας και πατέρα του Θησέα, ο οποίος έπεσε και πνίγηκε στα νερά του πελάγους από το ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Βλ. Πέτρος Σιούσιουρας- Δημήτριος Δαλακλής, Παγκόσμια Γεωγραφία Ο Κομβικός Ρόλος της Μεσογείου για την Ενέργεια, τις Μεταφορές και το Θαλάσσιο Περιβάλλον, (Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2016), σελ.150.

[2]. Ο αρχαιότερος Έλληνας ιστοριογράφος, αποκαλούμενος και «Πατέρας της Ιστορίας». Συνέγραψε την «Ιστορία» του (που διαιρέθηκε από τους Αλεξανδρινούς γραμματικούς σε εννέα βιβλία, στα οποία δόθηκαν τα ονόματα των Εννέα Μουσών), που αποτελεί κύρια πηγή για τη μελέτη των Μηδικών Πολέμων. Φώτισε την αντίθεση του βαρβαρικού κόσμου (Αιγύπτιων, Μήδων, Περσών) με τον ελληνικό πολιτισμό. Βλ. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι (Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2003), σελ.665.

[3]. Ο Διεθνής Υδρογραφικός Οργανισμός (Δ.Υ.Ο.) (Αγγλικά (IHO): International Hydrographic Organization) είναι ένας διακυβερνητικός διεθνής οργανισμός που ιδρύθηκε το 1921, με έδρα το Μονακό. O κύριος ρόλος του Δ.Υ.Ο. είναι η μελέτη και καταγραφή των θαλασσών, ωκεανών και πλωτών υδάτων παγκοσμίως. Ο Δ.Υ.Ο. έχει θέση παρατηρητή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και αποτελεί τον αναγνωρισμένο αρμόδιο οργανισμό για υδρογραφικές μελέτες και ναυτική χαρτογράφηση. Διαθέσιμο στο: www.iho.int/srv1/index.php?lang=en.

[4]. Βλ. Ιωάννης Παρίσης, Η Καθ’ Ημάς Θάλασσα Γεωστρατηγική Ανάλυση της Μεσογείου, (Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, 2013), σελ.48.

[5].  Η Τρίτη Συνδιάσκεψη για Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS III) πραγματοποιήθηκε το 1973 στη Νέα Υόρκη. Τα αποτελέσματα της Συνεδρίασης υπεγράφησαν στις 10 Δεκεμβρίου του 1982 στο Montego Bay της Τζαμάικας και ετέθη σε ισχύ στις 16 Νοεμβρίου του 1994. Βλέπε Text of the treaty, διαθέσιμο στο: www.un.org/Depts/los/convention_agreements/texts/unclos/closindx.htm.

[6].  Εφεξής Α.Ο.Ζ..

[7]. Βλ. Γρηγόριος Ι. Τσάλτας- Μαριάνθη Κλάδη-Ευσταθοπούλου, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών Διεθνής Πολιτική Διεθνές Δίκαιο Διεθνής Οργάνωση, Τόμος Πρώτος, (Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα,2003), σελ.289-292.

[8]. Σύμφωνα με τις Συνδιασκέψεις του 1973 και του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα κράτη τα οποία θεωρήθηκαν ως γεωγραφικώς μειονεκτούντα είναι τα εξής: i) Αφρική: Αλγερία, Αιθιοπία, Γκάμπια, Αίγυπτος, Σουδάν, Ηνωμένη Δημοκρατία του Καμερούν (Καμερούν), Ζαΐρ (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό). ii) Καραϊβική: Τζαμάικα.  iii) Ασία: Σιγκαπούρη. iv) Ευρώπη: Βέλγιο, Βουλγαρία, Φινλανδία, Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (πρώην Ανατολική Γερμανία), Ελλάδα, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (πρώην Δυτική Γερμανία), Ολλανδία, Ρουμανία, Πολωνία, Σουηδία, Τουρκία. v) Μέση Ανατολή: Μπαχρέιν, Ιράκ, Ιορδανία, Κουβέιτ, Κατάρ, Συρία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Διαθέσιμο στο: www.bernaerts-sealaw.com.

[9].  Σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, «μια συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα για τρίτες χώρες».

[10]. Με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου αριθ.86/11264 της 17ης Νοεμβρίου 1986, η Τουρκία ανακήρυξε Α.Ο.Ζ. 200 ν.μ. στη Μαύρη Θάλασσα. Το Άρθρο 1 του διατάγματος προέβλεπε τη σύναψη συμφωνιών οριοθέτησης στη Μαύρη Θάλασσα με τα κράτη στα οποία ανήκαν οι παρακείμενες ακτές, μέσω διαπραγματεύσεων και την εφαρμογή δίκαιων αρχών για την επίτευξη δίκαιων λύσεων. Μια ανταλλαγή σημειώσεων μεταξύ της Τουρκίας και της Ε.Σ.Σ.Δ., καθιέρωσε την Α.Ο.Ζ., όπως αυτή οριοθετείται από το τουρκικό διάταγμα της 17ης Νοεμβρίου του 1986. Οι σημειώσεις επιβεβαίωσαν επίσης, ότι τα όρια της Α.Ο.Ζ., θα ήταν τα ίδια με εκείνα που είχαν συμφωνηθεί από την Τουρκία και την Ε.Σ.Σ.Δ. για την υφαλοκρηπίδα, από την Συμφωνία της 23ης Ιουνίου 1978. Βλέπε Summary of EEZ Zones in the Black Sea, διαθέσιμο στο: www.blacksea-commission.org/_socio-economy-eez.asp.

[11].  Εννοούμε τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

[12].  Ευάγγελος Αποστόλου.

[13].  Βλ. Πέτρος Σιούσιουρας- Δημήτριος Δαλακλής, Παγκόσμια Γεωγραφία…, ό.π., σελ.189-190.

[14].  Γενική Επιτροπή Αλιείας της Μεσογείου. Αγγλικά (GFCM): General Fisheries Commission for the Mediterranean.

[15]. Αναφορικά με το ζήτημα της αλιείας στη Μεσόγειο και στο Αιγαίο Πέλαγος, η Κοινοτική Νομοθεσία της Ε.Κ. αναφέρει τα εξής: «Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν νέα τεχνικά µέτρα για την αλιεία προς αντικατάσταση των µέτρων που θεσπίζονται µε τον κανονισµό (ΕΚ) αριθ.1626/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994 για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών µέτρων για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων στη Μεσόγειο προκειµένου να ληφθούν υπόψη νέα επιστημονικά στοιχεία. Θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα βασικά στοιχεία του σχεδίου δράσης για τη διατήρηση και βιώσιµη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στη Μεσόγειο Θάλασσα στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής». Για περαιτέρω πληροφορίες βλέπε: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ.1967/2006 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 21ης ∆εκεµβρίου 2006, διαθέσιμο στο: www.hcg.gr/alieia/NOMOTHESIA/1967-2006.pdf.

[16]. Βλ. Γρηγόριος Ι. Τσάλτας- Χρήστος Λ. Αναγνώστου, Αιγαίο και Νοτιοανατολική Μεσόγειος Σύγχρονες Προκλήσεις & Προοπτικές Εκμετάλλευσης Υποθαλάσσιων Ενεργειακών Φυσικών Πόρων, (Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2014), σελ.199-202.

Βιβλιογραφία

  1. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα,2003.
  2. Παρίσης, Ιωάννης, Η Καθ’ Ημάς Θάλασσα Γεωστρατηγική Ανάλυση της Μεσογείου, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, 2013.
  3. Σιούσιουρας, Πέτρος- Δαλακλής, Δημήτριος, Παγκόσμια Γεωγραφία Ο Κομβικός Ρόλος της Μεσογείου για την Ενέργεια, τις Μεταφορές και το Θαλάσσιο Περιβάλλον, Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2016.
  4. Τσάλτας, Γρηγόριος, Ι.,-Κλάδη-Ευσταθοπούλου, Μαριάνθη, Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών Διεθνής Πολιτική Διεθνές Δίκαιο Διεθνής Οργάνωση, Τόμος Πρώτος, Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2003.
  5. Τσάλτας, Γρηγόριος, Ι.,-Αναγνώστου, Χρήστος, Λ., Αιγαίο και Νοτιοανατολική Μεσόγειος Σύγχρονες Προκλήσεις & Προοπτικές Εκμετάλλευσης Υποθαλάσσιων Ενεργειακών Φυσικών Πόρων, Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2014.

*Ο Μιχαήλ – Εμμανουήλ Δημάκας είναι Υποψήφιος Διδάκτορας στο Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Δόκιμος Ερευνητής Ευρωπαϊκού Κέντρου Περιβαλλοντικής Έρευνας και Κατάρτισης (Ε.Κε.Π.Ε.Κ.).