Όλοι γνωρίζουμε το Δίστομο, την όμορφη κωμόπολη του Δήμου Λιβαδειάς, που έγινε παγκόσμια γνωστή όταν ο ραδιοφωνικός σταθμός του Λονδίνου, τον Ιούνιο του 1944 μετέδωσε είδηση που συντάραξε την ανθρωπότητα: «Γερμανικά στρατεύματα ισοπέδωσαν την κωμόπολη και κατέσφαξαν τους κατοίκους της». Τι είχε συμβεί;
Το πρωί της 10ης Ιουνίου μια Γερμανική φάλαγγα αναχώρησε από τη Λιβαδειά με προορισμό την Αράχοβα. Μπροστά πήγαιναν δυο φορτηγά στα οποία επέβαιναν 20 Γερμανοί στρατιώτες ντυμένοι με ρούχα κρατουμένων του στρατοπέδου συγκέντρωσης της Λιβαδειάς. Στην πορεία τους συνέλαβαν 12 χωρικούς, ως ομήρους, και άρχισαν να πυροβολούν όποιον έβρισκαν στο δρόμο και στα χωράφια. Έφτασαν στο Δίστομο, το λεηλάτησαν και κακοποίησαν τους κατοίκους του. Όταν προχώρησαν, στη θέση Καταβόθρα τους επιτέθηκαν αντάρτες του ΕΛ.ΑΣ. Ακολούθησε συμπλοκή κατά την οποία σκοτώθηκαν 25 αντάρτες και άλλοι τόσοι Γερμανοί.
Ύστερα, η γερμανική φάλαγγα ξαναγύρισε στο Δίστομο και μετά από συνεννόηση με το Γερμανό διοικητή της Λιβαδειάς ταγματάρχη των Ες Ες, Ρίκερτ, ο υπολοχαγός Ζάμπελ έκαψε το Δίστομο απ` άκρη σ` άκρη και σκότωσε τους κατοίκους του αδιάκριτα από φύλο και ηλικία. Εκτέλεσαν 111 ενήλικες, 42 γέρους, 45 παιδιά, 20 βρέφη και επιστρέφοντας στη Λιβαδειά σκότωσαν άλλους που καλλιεργούσαν τα χωράφια τους.
Μετά τη λήξη του πολέμου, ο διοικητής του απάνθρωπου αυτού εγκλήματος Ζάμπελ συνελήφθη και, ενώ ετοιμάστηκε η δίκη του στο Παρίσι ως εγκληματία πολέμου, τον ζήτησε η Γερμανία για παράλληλη ανάκριση και δεν ξαναγύρισε. Ο Ελβετός καθηγητής Στούρε Λιννέρ, που υπηρετούσε στον Ερυθρό Σταυρό εκείνη την εποχή με τη γυναίκα του Κλειώ, που τότε παντρεύτηκε, πήγε στο Δίστομο, γιατί είχε αρμοδιότητα να τροφοδοτήσει τους κατοίκους και να τους προσφέρει φαρμακευτική βοήθεια. Ας αφήσουμε να μιλήσει ο ίδιος:
«Παντρευτήκαμε στις 14 Ιουνίου. Ο υπεύθυνος της ελληνικής επιτροπής, Έμιλ Σάντστρομ, παρέθεσε γαμήλιο γεύμα προς τιμήν μας. Αργά το βράδυ με πλησίασε και με απομάκρυνε από τα γέλια και τις φωνές, προς μια γωνιά όπου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε οι δυο μας.
Μου έδειξε ένα τηλεγράφημα που μόλις είχε λάβει: οι Γερμανοί έσφαζαν για τρεις ημέρες τον πληθυσμό του Διστόμου στην περιοχή των Δελφών και στη συνέχεια πυρπόλησαν το χωριό. Πιθανοί επιζώντες είχαν ανάγκη άμεσης βοήθειας.
Το Δίστομο ήταν μέσα στα όρια της περιοχής την οποία, την εποχή εκείνη, είχα την αρμοδιότητα να τροφοδοτώ με τρόφιμα και φάρμακα. Έδωσα με τη σειρά μου το τηλεγράφημα στην Κλειώ να το διαβάσει, εκείνη έγνεψε και έτσι αποχωρήσαμε διακριτικά από τη χαρούμενη γιορτή. Περίπου μια ώρα αργότερα ήμασταν καθ` οδόν, μέσα στη νύχτα.
Απαιτήθηκε ανυπόφορα μεγάλο χρονικό διάστημα έως ότου διασχίσουμε τους χαλασμένους δρόμους και τα πολλά μπλόκα για να φτάσουμε χαράματα πια στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στο Δίστομο. Από τις άκρες του δρόμου ανασηκώνονταν γύπες από χαμηλό ύψος αργά και απρόθυμα όταν μας άκουγαν που πλησιάζαμε. Σε κάθε δέντρο, κατά μήκος του δρόμου και για εκατοντάδες μέτρα, κρεμόντουσαν ανθρώπινα σώματα, σταθεροποιημένα με ξιφολόγχες, κάποια εκ των οποίων ήταν ακόμη ζωντανά. Ήταν οι κάτοικοι του χωριού που τιμωρήθηκαν με αυτόν τον τρόπο. Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη.
Μέσα στο χωριό σιγόκαιγε ακόμη φωτιά στα αποκαΐδια των σπιτιών. Στο χώμα κείτονταν διασκορπισμένοι εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, από υπερήλικες έως νεογέννητα. Σε πολλές γυναίκες είχαν σχίσει τη μήτρα με την ξιφολόγχη και αφαίρεσαν τα στήθη, άλλες  κείτονταν στραγγαλισμένες, με τα εντόσθια τυλιγμένα γύρω από το λαιμό.
Φαινόταν σα να μην είχε επιζήσει κανείς. Μα ναι, ένας παππούς στην άκρη του χωριού από θαύμα είχε καταφέρει να γλιτώσει τη σφαγή. Ήταν σοκαρισμένος από τον τρόμο, με άδειο βλέμμα, τα λόγια του πλέον μη κατανοητά (ακαταλαβίστικα). Κατεβήκαμε στη μέση της συμφοράς και φωνάζαμε στα ελληνικά «Ερυθρός Σταυρός! Ερυθρός Σταυρός! Ήρθαμε να βοηθήσουμε». Από μακριά μας πλησίασε διστακτικά μια γυναίκα. Μας αφηγήθηκε ότι ένας μικρός αριθμός χωρικών πρόλαβε να διαφύγει πριν ξεκινήσει η επίθεση. Μαζί με εκείνη αρχίσαμε να τους ψάχνουμε. Αφού ξεκινήσαμε οι τρεις μας διαπιστώσαμε ότι (η γυναίκα) είχε πυροβοληθεί στο χέρι. Τη χειρουργήσαμε αμέσως με χειρούργο την Κλειώ. Ήταν το ταξίδι του μέλιτός μας.
Όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, μια γερμανική μονάδα περικυκλώθηκε από αντάρτες ακριβώς στην περιοχή του Διστόμου. Σκέφτηκα ότι αυτό ίσως θεωρηθεί από τους Έλληνες ως ευκαιρία για αιματηρή εκδίκηση. Επειδή η περιοχή εδώ και καιρό είχε αποκοπεί από κάθε παροχή βοήθειας σε τρόφιμα, έστειλα μήνυμα στο Δίστομο για την άφιξή μας και έτσι βρεθήκαμε στο δρόμο για εκεί, για άλλη μια φορά η Κλειώ και εγώ.
Όταν φτάσαμε στα όρια του χωριού, μας συνάντησε μια επιτροπή, με τον παπά στη μέση. Έναν παλαιών αρχών, έμοιαζε με πατριάρχη με μακριά, κυματιστή, λευκή γενειάδα. Ο παπάς πήρε το λόγο και μας ευχαρίστησε εκ μέρους όλων που ήρθαμε με τρόφιμα. Επιπλέον πρόσθεσε: «Εδώ είμαστε όλοι πεινασμένοι, τόσο εμείς όσο και οι Γερμανοί αιχμάλωτοι. Εάν εμείς λιμοκτονούμε, είμαστε τουλάχιστο στο τόπο μας. Οι Γερμανοί δεν έχουν χάσει μόνον τον πόλεμο, είναι επιπλέον και μακριά από την πατρίδα τους. Δώστε τους το φαγητό που έχετε μαζί σας, έχουν μακρύ δρόμο μπροστά τους».
Σε αυτή του τη φράση, γύρισε η Κλειώ το βλέμμα της και με κοίταξε. Υποψιαζόμουν τι ήθελε να μου πει με αυτό το βλέμμα, αλλά δεν έβλεπα πλέον καθαρά. Απλά στεκόμουν και έκλαιγα.
Αυτό είναι το μεγαλείο μας!

(Στοιχεία από το Αρχείο του «Μουσείου Εθνικής Αντίστασης 1940-45» του Πλάτανου Ναυπακτίας)