Τριχωνίδα, μια μεγάλη “θάλασσα” στην άκρη της Δυτικής Ελλάδας. Στη μέση του Αιτωλικού πεδίου κάτω από τα βλέμματα της Κυρά-Βγένας και του Αράκυνθου.
Στη σκέψη μου, μου έρχονται πολλές εικόνες. Εικόνες μαγικές!
Την εποχή των παιδικών μας χρόνων η Τριχωνίδα ήταν η μεγάλη “θάλασσα” μας, η Μεσόγειος, το Αιγαίο μας.
Κρεμόμασταν απ` τα χείλια του πατέρα ή των γεροντότερων όταν ακούγαμε μύθους και θρύλους για νεράιδες, λάμιες και ξωτικά που καθρεπτίζονταν στα νερά της.


Ακούγαμε για μάχες και για θυσίες που έγιναν μες στα περιβόλια της.
Για νέους ήρωες που έχαναν τη ζωή τους την ώρα που οι μέλισσες τρυγούσαν τους ανθούς από τις λεμονοπορτοκαλιές.
Η Τριχωνίδα για μας ήταν το κέντρο της γης. Πιστεύαμε ότι εδώ κοντά, γύρω από τη μεγάλη λίμνη, ο Ηρακλής έκανε τα κατορθώματά του. Στο βάθος προς τα δυτικά διακρίνουμε με τα παιδικά μας μάτια τη Χώρα των Εσπερίδων, ενώ προς τα ανατολικά είχαμε την εντύπωση ότι είχε παραπλανηθεί ο Οδυσσέας μέσα στα γαλαζοπράσινα νερά της, στο γυρισμό του για την Ιθάκη.
Οι βάρκες που κάθε τόσο έκαναν την εμφάνισή τους, φάνταζαν σε μας κουρσάρικες γαλέρες, Ιστιοφόρα και Τρεχαντήρια.


Τριγύρω μας κάστρα αιτωλικά, αρχαίοι ναοί και οικισμοί, βυζαντινές εκκλησίες και μοναστήρια, στοιχεία ενός μεγάλου πολιτισμού που γεννήθηκε ανδρειώθηκε και έσβησε σε τούτη εδώ την κλειστή “θάλασσα”. Σε τούτη εδώ τη μεγάλη λίμνη.
Ψαράδες, ψαροκάικα ψαρεύουν στην αγκαλιά της λίμνης που φτιάξαν με το πέρασμα του χρόνου τα δύο βουνά, με τις φλέβες ζωής που ‘χουν στα σωθικά της γης, το Παναιτωλικό και ο Αράκυνθος.
Μου έρχονται στο νου, τα καλοκαιριάτικα παιχνίδια μας κάτω απ` τα πλατάνια στο Ντουγρή, ενώ οι γονείς μας δούλευαν στα γύρω καπνοτόπια εμείς λουζόμασταν και πλατσουρίζαμε στις άκρες της λίμνης και στ` αυλάκια μαζί με τα καβούρια, τα βατράχια, τις νεροχελώνες και τα νερόφιδα.
Ο φόβος για τις λάμιες, που ίσως μας έπαιρναν μαζί τους δεν μας άφηνε να ξανοιχτούμε στη βαθειά αγκαλιά της.
Κι όταν φυσούσε το μελτεμάκι, η λίμνη αγρίευε, άφριζε απ` το κακό της και τάραζε τις ψυχές μας!
Τις ψυχές μας τάραζε κι η Φύση, όταν άνθιζε κι όταν καρποφορούσε. Τότε τα μάτια των μικρών αγοριών τα κοριτσίστικα παράξενα κοιτούσαν.  Την Άνοιξη, οι πεταλούδες πετούσαν ανάλαφρες στις γύρω δροσερές και σκιερές κοιλάδες.


Οι αράχνες έστηναν μαγευτικούς ιστούς κα οι λιβελούλες λαμπύριζαν στον ήλιο καθώς φιλούσαν τα χείλια του νερού.
Οι ερωδιοί και οι τσικνιάδες, τριγύρω μας έστηναν όμορφους ερωτικούς χορούς μέσα στις καλαμιές και στα σαμάκια. Εδώ άφηναν τα αυγά τους και μεγάλωναν με στοργή τα μικρά τους. Κι εμείς, εκεί, κρυμμένοι δίπλα στις κίτρινες Ίριδες σχεδόν σε απόσταση αναπνοής, προσπαθούσαμε να δούμε τα καμώματά τους.
Στην άκρη πάνω στις ιτιές, κρυφολαλούσαν τα αηδονάκια, κι η αλκυόνη σαν γαλαζοπράσινη αστραπή βούταγε στα νερά της. Και την περιμέναμε να δούμε αν θα βγει με το ψαράκι ανάμεσα στο κίτρινο-κόκκινο ράμφος της.
Μου `ρχονται στο νου, τα εκτεταμένα υγρολίβαδα, τα ρηχά νερά, οι καλαμιώνες και οι βαλτότοποι. Εδώ δύο φορές το χρόνο κατά τη διάρκεια της αποδημίας των πουλιών (Άνοιξη και Φθινόπωρο) γίνονταν σημείο ξεκούρασης και διατροφής των αποδημητικών.


Εκείνες τις στιγμές η Τριχωνίδα έβριθε από ζωή.
Το ίδιο γινόταν και το Χειμώνα. Η λίμνη δεχόταν στα νερά της χιλιάδες παπιά, φαλαρίδες και βουταλίδια που έρχονταν από τις πιο βόρειες περιοχές για να ξεχειμωνιάσουν εδώ που ο ήλιος έλαμπε περισσότερο.
Αργά το απόγευμα όταν ο ήλιος χανόταν, πίσω από τα βουνά της Ακαρνανίας τότε η μεγάλη λίμνη βάφονταν με απαλά κόκκινα-ροζ χρώματα και το τοπίο γινόταν παραμυθένιο.


Όταν έπεφτε το σκοτάδι, οι πυγολαμπίδες άρχιζαν  να φωσφορίζουν στον αέρα κι οι νεροχελώνες με τα βατράχια να τραγουδούν τραγούδια ερωτικά, καλέσματα, νότες μοναδικές, ανεπανάληπτες μέσα στις νερομάνες.
Ο αγέρας φυσούσε ελαφρά και το άρωμα απ` τους ανθούς των λεμονο-πορτόκαλων απλώνονταν μες τη νυχτιά.
Ο γρύλος ακουγόταν ρυθμικά μέσα από τα υγρά τριφύλλια, ενώ από μακριά ο γκιώνης και η κουκουβάγια μελαγχολικά λαλούσαν.


Εικόνες μαγικές! Εδώ σ` ετούτη τη μεγάλη λίμνη.
Θυμάμαι πως όταν άφησα τη γενέθλια γη, πριν πολλά χρόνια, πήρα μαζί μου μόνο τα όνειρα μου και τούτα τα οράματα. Μαζί με τη μυρουδιά του λεμονανθού, το πέταγμα της αλκυόνης, το κελάηδημα των αηδονιών και τη δροσιά των πλατανιών μαζί με τις φωνές και τις φιγούρες των παιδικών μου φίλων.


Δεν την ξέχασα ποτέ τη Τριχωνίδα, την είχα πάντα στη ψυχή μου, την κράτησα πάντα στη καρδιά μου.
Πέρασαν χρόνια αλλά γύρισα και πάλι κοντά της για να γνωρίσω καλύτερα τα μυστικά της! Μυστικά που μου τα χαρίζει απλόχερα τα τελευταία χρόνια.
Την αγάπη μου για την Τριχωνίδα, την αγάπη μου για την ομορφιά, προσπάθησα να τη μεταδώσω στο παιδί μου, και σ’ άλλα παιδιά, που και αυτά με τη σειρά τους κάποια στιγμή θα την μεταδώσουν στα δικά τους!

Γιατί έτσι μόνο θα σωθεί η ομορφιά! Γιατί έτσι μόνο θα σωθεί αυτό το διαμάντι της Αιτωλικής Γης!