Ο Κούκος (Cuculus canorus) ανήκει στη Τάξη Cuculiformes και στην Οικογένεια Cuculidae. Έχει τις διαστάσεις μιας Κάργιας. Το κεφάλι είναι χωρίς λοφίο και έχει χρώμα γκρι μπλε όπως και ο λαιμός. Το κάτω μέρος είναι ραβδωτό με γκρι – καφέ χρώμα. Τα πόδια είναι κίτρινα. Η θηλυκιά έχει ραβδώσεις γκρι ή καφέ. Πολλές φορές μπερδεύεται, όταν πετάει, με το Ξεφτέρι. Ζει σε δάση, σε θαμνώδη μέρη ή δένδρα, ενώ τρέφεται με έντομα.

Ο Κούκος δεν φτιάχνει φωλιά. Τα θηλυκά είναι πολυανδρικά και τοποθετούν ένα μόνο αυγό σε κάθε φωλιά ενός άλλου πουλιού και μάλιστα ενός ορισμένου μόνον είδους. Η θηλυκιά γεννάει συνολικά 10 ως 26 αυγά στις ξένες φωλιές. Οι θετοί γονείς του Κούκου κλωσσούν τα αυγά τους αμέριμνοι. Σύμφωνα με τον Άγγλο Edgar Percival Chance (1881 – 1955), ο οποίος δημιούργησε μια συλλογή από 25.000 αυγά πουλιών και έκανε πρωτοποριακές μελέτες σχετικά με τη παρασιτική αναπαραγωγική συμπεριφορά του Κούκου, 12 ώρες μετά τη γέννησή του, αρχίζει να πετάει έξω απ’ τη φωλιά τ’ αυγά ή τα μικρά των «θετών γονιών» του, μένοντας μόνος του μέσα στη φωλιά.

Από δω και πέρα στέλνει συνέχεια «νηπιακά μηνύματα» στους ¨θετούς γονείς» του. Απ’ τη μια το ανοιχτό στόμα του με το κόκκινο χρώμα της φωτιάς και απ’ την άλλη το μονότονο κάλεσμά του «τζις – τζισις» δεν αφήνουν τους γονείς του για 3 βδομάδες ούτε λεπτό σε ησυχία. Τα superstimuli είναι τόσο συχνά και έντονα, που πολλές φορές σταματούν κι άλλα πουλιά για να τον ταΐσουν.

Ο Κούκος είναι ένα αποδημητικό πουλί που είναι γνωστό σε όλους μας για το ανοιξιάτικο κάλεσμά του «κου κου κού». Ήδη ο Αριστοτέλης στο έργο του «Περί των Ζώων Ιστορίαι» αναφέρεται στον αναπαραγωγικό παρασιτισμό του Κούκου: » Λένε πως κανείς δεν έχει δει ποτέ νεοσσούς Κούκου∙ γεννάει μεν αυγά αλλά χωρίς να χτίσει φωλιά προηγουμένως. Μερικές φορές γεννάει τα αβγά του στη φωλιά μικρότερων πουλιών, αφού πρώτα καταβροχθίσει τα αυγά τους∙ κυρίως γεννάει σε φωλιές της Φάσσας αφού πρώτα καταβροχθίσει τα αυγά της. Σπάνια κάνει δυο αυγά∙ συνήθως κάνει ένα. Γεννάει επίσης στη φωλιά της Υπολαΐδας που «ωριμάζει» τα αυγά του και του τα κλωσσάει.»

Πιστεύω ότι ο Κούκος, αν και είναι παρασιτικό είδος, επιζεί γιατί έχει αναπτύξει πάρα πολύ τα «νηπιακά μηνύματα». Ο άνθρωπος μπροστά σ’ αυτά τα μηνύματα, είναι πολύ ευαίσθητος, όχι μόνο σ’ αυτά που προέρχονται απ’ το είδος μας, αλλά και σε εκείνα των άλλων ειδών. Η εξημέρωση των πουλιών και των θηλαστικών ξεκίνησε απ’ τους προγόνους μας, γιατί τα νηπιακά χαρακτηριστικά αυτών των ζώων τους έκαναν να τα «υιοθετήσουν».