Πολλοί Έλληνες ποιητές μπορούν άξια να φέρουν τον τίτλο του bird-watcher, γιατί και ασχολήθηκαν αλλά και εμπνεύστηκαν από τη ζωή των πουλιών. Μερικοί απ` αυτούς είναι:

Ο Ιωάννης Πολέμης που γράφει, για παράδειγμα, αναφερόμενος στον όμορφο Κύκνο:

«Μέσα στης λίμνης τα νερά τα γάργαρα και καθαρά

ο κύκνος καμαρώνει

με τα λευκά του τα φτερά λευκότερα απ` το χιόνι … ».

Ο Κύκνος σπάνια βγάζει θορύβους απ` το στόμα του. Μόνο όταν προαισθανθεί το τέλος του, πιστεύεται ότι αρχίζει ένα θρηνητικό τραγούδι για ν` αποχαιρετήσει τη ζωη που χάνει.

Ο Γ. Δροσίνης στο ποίημά του «Κύκνειο άσμα», περιγράφει:

«…κι όλους τους ήχους της λίμνης σμίγοντας σ’ ένα άσμα ασμάτων που δεν το τιποτα ανθρώπινο, ο κύκνος ο άλαλος

τραγουδάει μόνο πριν να πεθάνει».

Ο ιδιος ποιητής, αφιερώνει στις αποδημίες των πουλιών το όμορφο σονετο του:

 «Χειμωνιασε και φεύγουν τα πουλιά

 γοργος ο γερανος τα πελαγώνει

 η φλυαρη χελιδονοφωλια χορταριασε
 παντέρημη και μόνη

 Του σπίνου η γλυκιά λαλιά, φοβήθηκε ο Μελισσουργός το χιόνι κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά δεν τρέχει, δεν πηδά, δεν καμαρώνει.

 Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί του φθινοπώρου φτωχικό παιδί

 ο Καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει με λόγια σιγανά και ταπεινά

 μικρός προφήτης φτερωτός μηνά

 την άνοιξη που θα γυρίσει πάλι».

Οι Γερανοί είναι από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα πουλιά. Κατά τη διάρκεια των αποδημιών περνούν τακτικά πάνω από την πατρίδα μας, πετώντας πολύ ψηλά και με αξιοθαύμαστη τάξη. Η διάταξή τους έχει σχήμα οξείας γωνίας, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ο αρχηγός της πολυπληθούς ομάδας.

Το γραφικό πέρασμα των αξιαγάπητων Γερανών μάς τραγουδά ο Αριστομένης Προβελέγγιος:

«Φθινοπωρινή βραδιά ο ήλιος βασιλεύει

δεν σαλεύουν τα κλαδιά φύλλο δεν σαλεύει

και περνούν οι γερανοί ταξιδεύουν πέρα

και σαν λόγχη μελανή σχιζουν τον αέρα.

Ο κρωγμός αντιλαλεί

κι όλοι τούς κοιτάζουν και μ` αγάπη «ώρα καλή» στα πουλιά φωνάζουν … ».

Η Πέρδικα είναι ένα από τα ομορφότερα πουλιά της ελληνικής ορνιθοπανίδας. Ο λαός ύμνησε την ομορφιά της και τη χάρη της με πλήθος τραγουδιών. Όταν βγουν τα μικρά από τη φωλιά της, την ακολουθούν παντού. Εκείνη ανησυχη, τα καλεί συνεχώς με ένα διακεκομμένο αλλά τρυφερό κάλεσμα, ώστε να μην απομακρύνονται από κοντά της.

Την αγωνία της πέρδικας-μάνας εκφράζει ο ποιητής Κ. Ζαλοκώστας στους στίχους του:

«Βόσκουν οι άλλες πέρδικες ή λούζονται στ` αυλάκι και μια στα νύχια περπατεί επάνω σε κοτρόνι

και γέρνει πίσω και τηρά μικρό ένα περδικάκι

και πότε του γλυκομιλεί και πότε το μαλώνει:

άκου της μάνας τη λαλιά, κι ανέβα στο λιθάρι

γιατί η καρδιά μου λαχταρά αγαπητό πουλί μου».

Το Τρυγόνι είναι ένα αποδημητικό πουλί που φτάνει στην Ελλάδα κατά σμηνη τον Απρίλιο από την Αφρική. Σύμφωνα με την παράδοση, θεωρειται το πρότυπο της συζυγικης πίστης. Αυτη τη συζυγική πίστη, εκθειαζει ο Γεώργιος Βιζυηνός στο ποίημά του:

«Ταίρι ταίρι τα πουλιά στη

βοσκή πηγαίνουν .Ταίρι ταίρι στη φωλιά σα νυκτώσει μπαίνουν.

Ένα μόνο, το φτωχό

με καρδιά θλιμμένη

όλη μέρα μοναχό

κι όλη νύχτα μένει.

Είχεν άλλοτε κι αυτό ταίρι μπιστεμμένο

κι έψαλλε ζευγαρωτό

και ευτυχισμένο.

Μα σαν βόσκαν μιαν αυγή κι έπαψαν στη φτέρη σκότωσαν οι κυνηγοί

το γλυκό του ταίρι.

Ούτε θέλησ` άλλη μια να χαρεί, να ψάλλει, ούτε κάνει γνωριμία και φιλία άλλη.

Μόνο τόσο θλιβερό λογυρνά στα δάση που θολώνει το νερό πριν το δοκιμάσει.

Από λύπη και στοργη λίγο λίγο λιώνει

κι αποθνήσκει στη σιγή και το λεν Τρυγόνι».

Η Δεκαoχτoύρα είναι ένα ασιατικό πουλί, που στις αρχές του 20ού αιωνα άρχισε να εξαπλώνεται σαν «κηλίδα». Το 1930, πολλές Δεκαοχτουρες βρίσκονταν στη Θράκη και τη Δυτικη Μακεδονία. Σήμερα, υπαρχει σχεδόν σ` ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη, μοιάζει δε πολύ με το Τρυγόνι, αλλά είναι λίγο μικρότερη απ` αυτό. Το όνομά της προήλθε από την ομοιότητα της φωνης της προς τον ηχο της λέξης δεκαοχτω. Κατά την παράδοση, η Δεκαοχτούρα έμεινε μικρή ορφανή κι ο πατέρας της παντρεύτηκε μια πολύ κακιά γυναίκα.

Κάποτε η μητρια της την έστειλε στο φούρνο για να φέρει τα ψωμιά. Η κόρη έφερε 18 ψωμιά, αλλα η μητριά φώναζε ότι ήταν 19 και άρχισε να τη δέρνει . Τότε ο Θεός για να τη γλιτώσει από τα χέρια της κακιάς γυναίκας τη μεταμόρφωσε σε πουλί, που συνέχεια φωνάζει δεκαοχτώ.

Αυτή την ιστορία της Δεκαοχτούρας ο ποιητης Γ. Βιζυηνός την εκανε ποίημα:

«Πώς το λένε το πουλάκι που στα δέντρα πεταχτό κελαηδεί κάθε λιγάκι δεκοχτώ, δεκοχτώ;

Ήταν άλλοτε η καημένη κοριτσάκι διαλεχτό χρόνοι τώρα περασμένοι δεκοχτώ, δεκοχτώ.

Κι είχε μητριά, παιδιά μου, μια γριά σαν σκελετό. Ζύμω λέγει τα ψωμιά μου δεκοχτώ, δεκοχτώ.

Τα `πλασε και τα φουρνιζει μες στο φούρνο το ζεστό ψήθηκαν τα ξεφουρνιζει δεκοχτώ, δεκοχτώ.

Μα η στρίγκλα η μητριά της κράζει με θυμό φριχτό

πως δεν ήταν τα ψωμιά της δεκοχτώ, δεκοχτώ.

Δεκαννιά φωνάζει εγίναν δεκαννιά και τ` απαιτώ

το `να το `φαγες κι εμείναν δεκοχτώ, δεκοχτώ.

Μα ο Θεός γυρνά το χέρι στον κακό της εαυτό

και πληγές τής καταφέρνει δεκοχτώ, δεκοχτώ.

Και την κόρη μεταβάλλει σε τρυγόνι φτερωτό

π` ως τα τώρα ακόμη ψάλλει δεκοχτώ, δεκοχτώ».

Ο ίδιος ποιητής, ζητάει εξηγήσεις από το Χελιδόνι για το κοκκινωπό στήθος και τη ψαλιδιστή ουρά του:

«Χελιδόνι μου καημένο πες μου, πες μου γιατί έχεις στήθος ματωμένο και ουρά ψαλιδιστή».

Το Χελιδόνι προσπάθησε να βοηθήσει στην Αγιά Σοφιά το Γραικό το Βασιλιά και θέλησε να ζητησει βοηθεια από την Ευρώπη γιατί τον εγκατέλειψαν μόνο του οι Δυτικοί, μπροστά στις ορδές των Οθωμανών:

«Χάμου πέταξα με βλέμμα

από φρίκη νεκρικό

και εβάφτηκε στο αίμα το στηθάκι το λευκό.

Ψηλοπέταξ` από χάμου μες στη μάχη τη βαθιά ψαλιδίσαν την ουρά μου τ` αναρίθμητα σπαθιά.

Δ ι ` αυτό λαλώ θλιμμένα από την ημέρα αυτή

κι έχω στηθη ματωμένα και ουρά ψαλιδιστή».

Το Αηδόνι έρχεται στα μέρη μας τον Απρίλιο, και τον Αύγουστο, μετά την αναπαραγωγικη περίοδο, επιστρέφει και πάλι στην Αφρική. Την άνοιξη, κατά την εποχή των ερώτων του, το αρσενικό τραγουδάει μελωδικά για το χατίρι της θηλυκιάς. Όταν το Αηδόνι αρχίζει τους θαυμάσιους ερωτικούς λαρυγγισμούς του, τότε όλα τα άλλα πουλιά σταματούν το τραγούδι τους.

Ο ποιητής Καντακουζηνός γράφει γι` αυτό:

«Και τ` αηδονάκι αρχινά γλυκά τη μουσική του και τ` αηδονάκι αρχινά σωπάτε δάση και βουνά ν` ακούστε τη φωνή του.

Τι μελωδία θαυμαστη τι στόμα ζηλεμένο

τι μελωδία θαυμαστή πολύ, πού μ` ευχαριστεί ν` ακούω δεν χορταίνω».