του Κωνσταντίνου Μαντά, Δρ. Αρχαίας Ιστορίας

(6ος π.Χ.- 6ος μ.Χ. αιώνας)
Αποτελεί κοινό τόπο το ότι η ύπαρξη νερού είναι απαραίτητο στοιχείο, τόσο για την επιβίωση του ανθρώπου, όσο και για την ανάπτυξη του πολιτισμού: δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι μεγάλοι πολιτισμοί στην ιστορία του ανθρώπου δημιουργήθηκαν σε πλούσια αρδευόμενες περιοχές, όπως η Αίγυπτος και η Μεσοποταμία. Εξάλλου οι πρώτοι οικισμοί εξαρτώνταν από ποτάμια, λίμνες και πηγές, των οποίων το νερό διοχετευόταν σε κάποιο ναό ή ανάκτορο. Το νερό είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη της γεωργίας μεγάλης κλίμακας, αλλά ταυτόχρονα, ο έλεγχος του πολύπλοκου αρδευτικού συστήματος, επέβαλε την δημιουργία ενός απολυταρχικού, γραφειοκρατικού τρόπου διοίκησης και την δημιουργία των λεγόμενων «υδραυλικών κοινωνιών». Εκείνο όμως που μας ενδιαφέρει στο παρόν άρθρο είναι οι χρήσεις του νερού και οι κοινωνικές και πολιτισμικές τους προεκτάσεις στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα και στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο (ή άλλως «ύστερη αρχαιότητα», 4ος-6ος μ.Χ. αιώνας).(6ος π.Χ.- 6ος μ.Χ. αιώνας)

Ο βαθμός πολιτισμού μιας κοινωνίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το επίπεδο υγιεινής, που απολαμβάνουν τα μέλη της. Πρώτα από όλα, κάθε οργανωμένη κοινωνική ομάδα, πρέπει να εξασφαλίσει την ύδρευσή της, δηλ. την πρόσβαση των μελών της σε πόσιμο νερό. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι βέβαια η γνώση και η κατοχή τεχνολογίας. Ήδη, από την προϊστορική περίοδο, τα αρχαιολογικά δεδομένα στον ελλαδικό χώρο φανερώνουν την ύπαρξη σημαντικών έργων υδραυλικής τεχνολογίας (όπως αναφέρει ο E. J. Owens, στο The city in the Greek and Roman world).
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του μινωικού πολιτισμού, ήταν η επιτυχία του στα έργα ύδρευσης και αποχέτευσης όπως φαίνεται από το γεγονός της ύπαρξης αποχετευτικών αγωγών στο ανάκτορο της Κνωσού. Αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα, την ίδια χρονική περίοδο, δημιουργήθηκαν σημαντικά υδραυλικά έργα, όπως εγγειοβελτιωτικά έργα, υδραυλικά φράγματα, αποξηράνσεις λιμών, όπως της Κωπαΐδας, τα οποία ήταν τόσο ανθεκτικά ώστε συνέχιζαν να λειτουργούν ως τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Την ύπαρξη ή ακόμα και τη συνεχιζόμενη λειτουργία τους την κατέγραψαν συγγραφείς όπως ο Παυσανίας, ο γνωστός περιηγητής του 2ου μ. Χ. αιώνα.
Η ύδρευση της Αττικής κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο.

Η Αττική, παρά την έλλειψη σημαντικών υδάτινων πόρων, εξασφάλιζε την ύδρευσή της ήδη από την αρχαϊκή εποχή, από τις πηγές στους πρόποδες της Ακρόπολης, από πηγάδια και από το νερό των ποταμών Ηριδανού και Ιλισσού. Από τα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα, έγιναν σημαντικά έργα ύδρευσης, υπό την επίβλεψη του τύραννου Πεισιστράτου. Ο Θουκυδίδης (Β’ 15.5) αναφέρει την κατασκευή, με πρωτοβουλία των τυράννων της «Εννεάκρουνης» κρήνης, της επονομαζόμενης και Καλλιρρόης, της οποίας το νερό χρησιμοποιούνταν στις γαμήλιες, καθαρτήριες τελετές.
Σήμερα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τοποθεσία της κρήνης αυτής αλλά σύμφωνα με τον Παυσανία πρέπει να βρισκόταν μετά από το Ωδείο, ανάμεσα στο ιερό του Διονύσου και στο Ελευσίνιον. Πάντως, οι αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν φέρει στο φως πολλά κανάλια και μια κρήνη στην Αθηναϊκή αγορά, η οποία χρονολογείται στην περίοδο της τυραννίας των Πεισιστρατιδών, όπως αναφέρει η Βερονίκη Lezine – Βελισσαροπούλου στο «Αρχιτεκτονική και πολιτική στην Αρχαία Ελλάδα: Η εμπειρία της τυραννίδος».
Η κατασκευή υδρευτικών έργων κατά την αρχαϊκή περίοδο ήταν επιβεβλημένη τόσο λόγω της αύξησης του αθηναϊκού πληθυσμού όσο και λόγω της ανάγκης των τυράννων να αποκτήσουν ευρύ λαϊκό έρεισμα. Αλλά η άσκηση «φιλολαϊκής» πολιτικής δεν ήταν μόνο ίδιο των τυράννων. Ανάλογη πολιτική ακολούθησαν και ολιγαρχικοί πολιτικοί άνδρες στα χρόνια της δημοκρατίας, όπως ο γνωστός αντίπαλος του Περικλή, ο Κίμων, ο οποίος ανάμεσα στις ευεργεσίες που πρόσφερε στην Αθήνα για να προωθήσει τις πολιτικές φιλοδοξίες του ήταν και η υδροδότηση της Αγοράς και της Ακαδημίας (Πλούταρχος, Κίμων, 13.7).
Μολονότι η αττική γη εθεωρείτο άνυδρη, ή, για την ακρίβεια, φτωχή σε εύκολα προσεγγίσιμους υδάτινους πόρους, η πόλη της Αθήνας δεν αντιμετώπισε στην αρχαιότητα, οξύ πρόβλημα υδροδότησης, λόγω της τεχνογνωσίας των κατοίκων της αλλά και της εξαιρετικής οργάνωσης των δημοσίων έργων της Αθήνας στην περίοδο της δημοκρατίας (5ος π.Χ. αιώνας). Δεν είναι τυχαίο το ότι το αξίωμα του «επιμελητή των κρηνών», ήταν ιδιαίτερα σημαντικό: ανάμεσα σε εκείνους που εκλέχθηκαν σε αυτό ήταν ο ίδιος ο Θεμιστοκλής.
Ακόμα και στον 4ο π.Χ. αιώνα, όταν η Αθήνα είχε πλέον παρακμάσει πολιτικά και οικονομικά, εξακολουθούσε να τιμά τους πολίτες που έδειχναν ιδιαίτερο ζήλο στην επιμέλεια των υδρευτικών έργων της πόλης και των ιερών της. Έτσι, σε τιμητικό ψήφισμα του 322 π.Χ. η πόλη των Αθηνών τιμά τον Πυθέα Σωσιδήμου, γιατί έδειξε ιδιαίτερη δραστηριότητα, ως «επόπτης των κρηνών», στο ιερό του Αμφιαράου, στον Ωρωπό. Φαίνεται, όμως, πως οι πλούσιοι Αθηναίοι δεν ήταν πλέον τόσο πρόθυμοι να αναλάβουν τα δαπανηρά δημόσια αξιώματα, γι’ αυτό και το συγκεκριμένο κείμενο αναφέρει ότι οι τιμές που δόθηκαν στον Πυθέα (χρυσό στεφάνι), αποσκοπούσαν να παρακινήσουν και άλλους πολίτες να αναλάβουν το συγκεκριμένο αξίωμα.


Η ύδρευση των πόλεων της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου

Οι δαπάνες για την ύδρευση των ιερών και για την κατασκευή υδρευτικών έργων περιλαμβάνονταν μεν στα ετήσια κονδύλια των πόλεων, αλλά από την ύστερη ελληνιστική εποχή, η επιβολή ολιγαρχικών καθεστώτων στον ελληνικό κόσμο και η ένδεια των πόλεων, οδήγησε στην ανάληψη και αυτών των έργων από ευεργέτες, είτε αυτοί ήταν απλοί ιδιώτες είτε βασιλείς και βασίλισσες των ελληνιστικών βασιλείων.
Έτσι, στην Τέω, της Μ. Ασίας, ο βασιλιάς Αντίοχος και η βασίλισσα Λαοδίκη, ανάμεσα στις άλλες ευεργεσίες τους προς την πόλη, χρηματοδότησαν την κατασκευή και την επιμέλεια μιας κρήνης στην αγορά, με την εντολή να είναι «επώνυμη», της βασίλισσας, επειδή η Λαοδίκη ευεργέτησε τόσο τους θεούς, όσο και τους ανθρώπους. Η κρήνη της βασίλισσας κατασκευάστηκε για να χρησιμοποιείται το νερό της για τον εξαγνισμό των ιερέων και των ιερειών πριν τις θυσίες, καθώς και για την ύδρευση των λουτρών, που θα χρησιμοποιούσαν οι μέλλουσες νύφες.
Φυσικά, το νερό, χρησίμευε όχι μόνον για τις καθημερινές ανάγκες του νοικοκυριού αλλά και για πιο εξευγενισμένες χρήσεις, όπως τα λουτρά (βαλανεία), καθώς και για τη λειτουργία μηχανών (υδρόμυλοι), και αργότερα κατά την ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο και για έργα διακοσμητικού, ως επί το πλείστον, χαρακτήρα (νυμφαία).
Ας δούμε, όμως, πώς εξελίχθηκε ο θεσμός της υδροδότησης των πόλεων και των ιερών του ελληνικού κόσμου κατά την ύστερη ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.
Η άσχημη οικονομική κατάσταση των πόλεων, οδήγησε στην χρηματοδότηση των πιο δαπανηρών έργων υποδομής τους από ιδιώτες, συχνά με την ευκαιρία ανάληψης κάποιου αξιώματος: π.χ., μια κυρία, η οποία χαρακτηρίζεται ως «πρώτη των γυναικών», κατά την ανάληψη του αξιώματος του στεφανηφόρου, χρηματοδότησε την κατασκευή δεξαμενής και υδραγωγείων (Πριήνη, Μ. Ασία), 1ος π.Χ. αιώνας. Στην Επίδαυρο, την ίδια χρονική περίοδο, μια ανώνυμη πολίτιδα, χρηματοδότησε την κατασκευή υδραγωγείου και κρήνης.
Η πόλη της Ρώμης, αρχικά υδροδοτούνταν από τον Τίβερη, μερικές πηγές και πηγάδια. Ήδη όμως το 97 μ.Χ. η υδροδότησή της εξασφαλιζόταν από εννέα μεγάλα υδραγωγεία τα οποία μετέφεραν στην πόλη 100 γαλόνια νερού κατά κεφαλή, ποσότητα πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που απολάμβαναν οι πολίτες μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων ακόμα και στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως αναφέρει ο Ιβάν Ίλιτς στο βιβλίο Η2Ο και τα νερά της Λησμοσύνης.
Κατά την ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, το φαινόμενο του ευεργετισμού, κυριαρχεί απόλυτα στον χώρο των πόλεων της Μεσογείου: Πλούσιοι ιδιώτες, δωρίζουν εκτάσεις γης, επιτρέπουν την διεύλεση αγωγών ύδρευσης μέσα από τη γη τους, ή χρηματοδοτούν την κατασκευή των τελευταίων αλλά και των υδραγωγείων και των υδάτινων δεξαμενών. Έτσι στην πόλη της Αφροδισιάδος, στην Μ. Ασία, κατά την βασιλεία του Βεσπασιανού, (68-79 μ.Χ.), ένας ιερέας του Ήλιου και αρχιερέας του αυτοκράτορα, αφού αγόρασε κάποιες εκτάσεις γης, κατασκεύασε τα «υγρεγδοχεία και τας εν αυτοίς δεξαμενάς» και μαζί με την κόρη (και, προφανώς, κληρονόμο του), τα αφιέρωσε στην πόλη. Στην πόλη Βάλβουρα της Λυκίας, (περί το 189-211 μ.Χ.), μια κυρία, κληρονόμος ενός επιφανούς πολίτη, χρηματοδότησε, σύμφωνα με την διαθήκη του, την κατασκευή ενός «υδρείυν» (δεξαμενή ύδατος), στην πόλη.
Στην ρωμαϊκή Μακεδονία, ανάλογες ευεργεσίες καταγράφονται σε επιγραφές της Θεσσαλονίκης και της πλούσιας σε υδάτινους πόρους, Βέροιας: στην πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο (μεταξύ του 12 π.Χ. και του 14 μ.Χ.), μια κυρία ιταλικής καταγωγής, χρηματοδότησε την κατασκευή ενός ναού, λουτρών, και μιας δεξαμενής υδάτων.
Πολύ πιο κατατοπιστικές για το πρόβλημα της ύδρευσης των πόλεων του ελληνικού χώρου κατά την ρωμαϊκή εποχή καθώς και για το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνικής ιεραρχίας, είναι δυο επιγραφές από την Βέροια. Στην πρώτη, μια γυναίκα- μεγαλογαιοκτήμονας, η Αμμία και οι εν ζωή γιοι της, που ανήκαν στην τοπική κοινωνική ελίτ, κατασκεύασαν ένα υδραγωγείο και ένα εκτοχείον, προς τιμήν του αποθανόντος γιου και αδελφού, Κλαυδίου Αέροπου. Η Αμμία είχε επιτρέψει την διέλευση των υδραγωγών, μέσα από τα κτήματά της. Η περίπτωση της Αμμίας και των γιων της, είναι χαρακτηριστική για την εξάρτηση των αστικών πληθυσμών από την τοπική ελίτ των μεγάλων γαιοκτημόνων σε θέματα πρωταρχικής σημασίας για την επιβίωσή τους, όπως η ύδρευση.


Στην δεύτερη επιγραφή, ένας ανώνυμος ευεργέτης, καταγράφεται ως αποκαταστήσας τα ύδατα των συνοικιών της πόλης (τα άμφοδα, όρος που εμφανίζεται και στην προαναφερθείσα επιγραφή από την Αφροδισιάδα), εκείνα της μαρμάρινης κρήνης καθώς και του πολύκρηνου (προφανώς μιας βρύσης με πολλούς κρουνούς).
Σε αντίθεση, όμως, με την Αμμία, που ως γυναίκα, δεν μπορούσε να επέμβει στις πολιτικές δομές της πόλης (στην κυρίως Ελλάδα, οι γυναίκες δεν τιμούνταν με αξιώματα για τις ευεργεσίες τους όπως συνέβαινε στην Μ. Ασία και τα νησιά του Αιγαίου), ο ανώνυμος Μακεδόνας ευεργέτης, προχώρησε και στην δημιουργία κατάστασης κατανομής των δικαιούχων στην παροχή νερού. Έτσι οι βουλευτές π.χ. φαίνεται ότι είχαν αυξημένα δικαιώματα στην χρήση του νερού. Παρατηρούμε, δηλ. ότι στην Βέροια υπάρχει μια αυστηρή κοινωνική ιεραρχία στο δικαίωμα χρήσης ενός τόσο ζωτικού αγαθού και δεν υπάρχει λόγος να αμφιβάλλουμε για την ύπαρξη ανάλογης ιεραρχίας και στα άλλα αστικά κέντρα της ρωμαιοκρατούμενης Ελλάδας.
Η επιβολή κοινωνικού ελέγχου από την ελίτ είναι ολοφάνερη και στην περίπτωση της ίδιας της Ρώμης, όπου, όπως αναφέρει ο Ιβάν Ίλιτς, η ρωμαϊκή Γερουσία ήταν εκείνη η οποία επέλεγε τον δρόμο όπου θα χτιζόταν η βρύση, «δείχνοντας έτσι την εξουσία της πάνω στη ροή του νερού»2.
Πάντως, σύμφωνα με τον Π. Νίγδελη, στο νησί της Άνδρου κατά την ρωμαϊκή περίοδο δύο ψηφίσματα αναφέρονται στα αξιώματα του «επιμελητού των κρηνών» και του «συνδίκου». Ο πρώτος, όπως και στην Αθήνα, ήταν επιφορτισμένος με το έργο της επίβλεψης του αποχετευτικού συστήματος της πόλης, ενώ ο δεύτερος με την τήρηση της τάξης στις δημόσιες κρήνες, όπου απαγορευόταν το πλύσιμο και το λούσιμο, για λόγους υγιεινής. Η σημασία του ελέγχου της ποιότητας και της χρήσης του νερού στα άνυδρα νησιά των Κυκλάδων ήταν θέμα ζωτικής σημασίας. Να σημειώσουμε επίσης ότι το αξίωμα του επιμελητή άλλων υδάτινων πόρων, απαντάται και στις πόλεις της Μ. Ασίας, όπως προκύπτει από πληθώρα επιγραφικών μαρτυριών. Π.χ. στην πόλη της Εφέσου, δυο επιγραφές που τοποθετούνται χρονικά μεταξύ του 113-120 μ.Χ., αναφέρονται στα αυστηρά μέτρα που έλαβαν δύο «επιμελητές ύδατος» εναντίον των χωρικών, οι οποίοι καλλιεργώντας τα χωράφια τους με νερό που κατακρατούσαν από τους υδροσωλήνες, δημιουργούσαν προβλήματα στην αστική χρήση των υδάτινων πόρων.
Στη βιβλιογραφία αναφέρονται και άλλοι ευεργέτες που κατασκεύασαν υδραγωγεία και δεξαμενές ύδατος, όπως ο Σεβήρος (αυτοκράτορας;), που με τον «κάματόν» του, έφερε το νερό των πηγών του Αιδίσκου, στην πόλη της Λαοδίκειας στον Λύκο.
Ακόμη, ένας ανώνυμος ευεργέτης, που «το εγδοχίον εκ των ιδίων εποίησεν» στην ίδια πόλη, επί Δομιτιανού (81-96 μ.Χ.). Σε μια σπανιότατη περίπτωση, στην πόλη της Ανάζαρβου, ο δήμος, αφιέρωσε στον αυτοκράτορα Δομιτιανό «το Σεβαστόν υδραγωγείον». Στην Άνδρο, κάποιος Διογένης ανακαίνισε με δικά του χρήματα μια δεξαμενή (piscina). Σε μια αχρονολόγητη επιγραφή από την Μακεδονία κάποιος Φίλιππος Αλεξάνδρου, καταγράφεται να αφιερώνει σε κάποια πόλη το «υδραγώγιν». Στην Έφεσο, ένας ευεργέτης «εισήγαγε ύδωρ» στην πόλη προς τιμή του αυτοκράτορα και της θεάς Αρτέμιδας. Το παράδειγμά του το ακολούθησαν και άλλοι πολίτες, όμως η υδροδότηση μιας πλούσιας μητρόπολης όπως η Έφεσος απαιτούσε τόσο μεγάλους πόρους, που μόνον το αυτοκρατορικό ταμείο μπορούσε να διαθέσει.
Έτσι ο Αύγουστος και ο διάδοχός του, Τιβέριος, χρηματοδότησαν την «εισαγωγή ύδατος» στην πόλη, με την επιμέλεια τοπικών αξιωματούχων. Αξίζει επίσης να αναφερθεί, το ότι ο «πολυεκατομμυριούχος» του 2ου μ.Χ. αιώνα, Ηρώδης ο Αττικός και ο πατέρας του, την εποχή που ο Ηρώδης «ήρχε των κατά την Ασίαν ελεύθερων πόλεων», χρηματοδότησαν την ύδρευση της Αλεξάνδρειας Τρωάδας, που τα πηγάδια της είχαν αχρηστευθεί και έβγαζαν λασπόνερο, καθώς και την κατασκευή λουτρών, για να μην χαθεί μια τόσο παλιά πόλη. Βέβαια το πιο γνωστό παράδειγμα υδροδοτικής ευεργεσίας ήταν η χρηματοδότηση της κατασκευής του λεγόμενου «Αδριάνειου Υδραγωγείου» από τον αυτοκράτορα Αδριανό και τον διάδοχό του Αντωνίνο Πίο, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, όπως αναφέρει ο Γιάννης Σχίζας στο βιβλίο «Αττική: μια οικολογική περιπλάνηση στο παρελθόν και στο μέλλον». Συχνά, η ανάμειξη μιας οικογένειας στην χρηματοδότηση της υδροδότησης της πόλης στην οποία κατοικούσε, ή όπου είχε την ιδιότητα του πολίτη, οδηγούσε όχι μόνον στην απονομή τιμητικών αξιωμάτων και τίτλων αλλά και τιμητικών ονομάτων, που σχετίζονταν με το υγρό στοιχείο και τις θεότητές του.


Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι που υιοθέτησαν την ελληνική μυθολογία, καθώς η δική τους ήταν πρωτόγονη και στοιχειώδης, πίστευαν ότι στα ύδατα των λιμνών, των ποταμών αλλά και των κρηνών, κατοικούσαν οι Νύμφες, γι’ αυτό και τα διακοσμητικά αρχιτεκτονικά στοιχεία των κρηνών, στοές και περιστύλια, με αγάλματα να τα πλαισιώνουν, ονομάζονταν Νυμφαία. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια καθώς και σε εκείνα της «αρχαΐζουσας» μόδας των αυτοκρατορικών χρόνων, ο δήμος της Σίδης, πόλης της Παμφυλίας, έδωσε με τιμητικό ψήφισμα το όνομα «Πηγασίς» ή σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή το όνομα «Πήγασος» (δεδομένου ότι δεν ήταν ασυνήθιστο να δίνουν αρσενικά ονόματα σε γυναίκες), στη σύζυγο ενός τοπικού ευεργέτη (τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα). Η πρώτη ονομασία δηλώνει μια νύμφη του νερού ενώ η δεύτερη το μυθολογικό άλογο του Βελλερεφόντη, το οποίο χτύπησε την οπλή του και έκανε να ξεπηδήσουν τα νερά δύο πηγών με το ίδιο όνομα Ιπποκρήνη ή ίππου κρήνη: η μια βρισκόταν στον Ελικώνα, η άλλη στην Τροιζήνα, όπου σύμφωνα με την μυθολογική παράδοση εξαγνίστηκε ο Ορέστης από το μίασμα της μητροκτονίας. Και οι δυο εκδοχές ταιριάζουν απόλυτα στην «κυρία από την Σίδη», καθώς, σύμφωνα με την συνήθεια της εποχής θα πρέπει να συγχρηματοδότησε μαζί με τον άντρα της τα έργα ύδρευσης της πόλης.
Σε μια επιτύμβια επιγραφή από τη Θεσσαλία, που τοποθετείται στον 3ο μ.Χ. αιώνα, ο πατέρας της τιμώμενης νεκρής, ονομάζεται Πηνειός, προφανώς λόγω των ευεργεσιών του, που πιθανότατα σχετίζονταν με έργα ύδρευσης. Πάντως, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι τιμητικοί τίτλοι, όπως
«ποταμός», «Νείλος», «Ωκεανός» (τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες τον φαντάζονταν ως ένα μεγάλο ποταμό που περιέβρεχε τον τότε γνωστό κόσμο), όταν δίνονταν σε ευεργέτες είχαν συχνά αλληγορική σημασία: ο ευεργέτης παρομοιαζόταν με ποταμό λόγω της αστείρευτης ευεργετικής του διάθεσης. Έτσι στα «Ονειροκριτικά», του Αρτεμίδωρου του Δαλδιανού, όποιος ονειρεύεται ότι γίνεται ποταμός θα γίνει ευεργέτης. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και για την υδροδότηση των ιερών, η οποία ήταν άμεσης προτεραιότητας, ήδη από την προϊστορική περίοδο. Για τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους η σύνδεση θρησκείας και φύσης ήταν άμεση, γι’ αυτό και επέλεγαν προσεχτικά την τοποθεσία όπου ανήγειραν τα ιερά των θεοτήτων τα οποία συνήθως περιβάλλονταν από άλση, τεχνητά δασύλλια με ιερό χαρακτήρα. Φυσικά, η ύδρευση των ιερών ήταν πρωταρχικής σημασίας.
Ένα από τα ωραιότερα αποσπάσματα ποιήματος της Σαπφούς αναφέρεται στην δροσιά του νερού και στα ρυάκια που κυλούν στο άλσος των Νυμφών. Κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, η ύδρευση των ιερών δεν γινόταν πια με κρατικές δαπάνες αλλά με δαπάνες των ιερέων, των ιερειών και των συγγενών τους. Επιγραφές από το διάσημο στην Αρχαιότητα ιερό του Απόλλωνα στα Δίδυμα, κοντά στη Μίλητο, επιβεβαιώνουν τα προαναφερθέντα: μια επιφανής οικογένεια της Μιλήτου χρηματοδότησε την κατασκευή υδρείων, φρεατίων και γενικά την υδροδότηση του ιερού προς τιμήν της κόρης και αδελφής τους αντίστοιχα, η οποία χρημάτισε υδροφόρος της θεάς Αρτέμιδας. Παρομοίως, πατέρας και γιος με το όνομα Αντίγονος, χρηματοδότησαν την «εκ νέου ύδρευση του ιερού», κατά την θητεία τους ως «πάρεδρο» του θεού Απόλλωνα.
Η Αννία Ρηγίλλα, η άτυχη γυναίκα του Ηρώδη του Αττικού, σε αναθηματική επιγραφή του 2ου μ.Χ. αιώνα, παρουσιάζεται ως αφιερώτρια του ύδατος και των περί του ύδατος στην Ολυμπία, προς τιμήν του Δία, ως ιέρεια της Δήμητρας (είχε αναλάβει το αξίωμα της ιέρειας της Δήμητρας Χαμύνης, της μόνης παντρεμένης γυναίκας που είχε το δικαίωμα να παρακολουθεί τους ολυμπιακούς αγώνες). Η Ρηγίλλα, όπως όλες οι ιέρειες και οι ιερείς της ρωμαϊκής περιόδου, έπρεπε κατά την ιερατεία της να κάνει κάποιες ευεργεσίες στον ένδοξο και ιερό χώρο της Ολυμπίας, και επέλεξε να αφιερώσει ένα διακοσμητικό νυμφαίο και μια κρήνη, (περί το 153 μ.Χ.). Α κόμα και τον 4ο μ.Χ. αιώνα μια ιέρεια της Λινδίας Αθηνάς χρηματοδότησε έργα ύδρευσης του άλσους γύρω από το ναό της θεάς.


Ο έλεγχος της ποιότητας του νερού

Οι αρχαίοι Έλληνες, οι Ρωμαίοι αλλά και οι Πέρσες γνώριζαν κάποιους τρόπους για τον έλεγχο της ποιότητας του νερού και για την αποφυγή των ασθενειών που μπορούσε να προκαλέσει η πόση μολυσμένου νερού. Σύμφωνα με τον Γιώργο Βαρουφάκη, οι Πέρσες αλλά και οι Έλληνες του 5ου π.Χ. αιώνα εφάρμοζαν ένα είδος «παστερίωσης» του νερού. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Πέρσες συνήθιζαν να αποστειρώνουν το νερό των ποταμών βράζοντάς το πριν την πόση, ενώ απαγόρευαν αυστηρά στους Πέρσες υπηκόους αλλά και στους ξένους περαστικούς να φτύνουν, να ουρούν και να πλένονται στους ποταμούς. Αλλά και οι Αθηναίοι του 5ου π.Χ. αιώνα φαίνεται ότι γνώριζαν έναν τρόπο παστερίωσης: οι οινοχόοι ανακάτευαν ένα μέρος κρασιού με εννέα μέρη νερού. Ο Γ. Βαρουφάκης σε συζήτησή του με τον Γ. Γερουλάνο, ανακάλυψε ότι σε ένα τέτοιο υδατικό μείγμα, μέσα σε 3-4 ώρες δημιουργούνται χημικές ενώσεις οι οποίες καταστρέφουν τα μικρόβια που προκαλούν ασθένειες, όπως ο τύφος, η δυσεντερία, η σαλμονέλα και η χολέρα3.
Αλλά και ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας του 1ου π.Χ. αιώνα, ο Βιτρούβιος, αφιέρωσε εκτενή αποσπάσματα του έργου του στο νερό: στις φιλοσοφικές/ κοσμολογικές του διαστάσεις, στους τρόπους ανεύρεσής του, στον τρόπο κατασκευής πηγαδιών. Αναφέρει ότι το βρόχινο νερό είναι το καλύτερο για την υγεία, γιατί έχει προέλθει από το ελαφρύτερο και λεπτότερο νερό των πηγών. Αντίθετα όταν το νερό δεν είναι αρκετά διαυγές και στην επιφάνειά του δημιουργείται αφρός με χρώμα ιριδίζοντος γυαλιού, τότε το νερό αυτό δεν είναι πόσιμο. Οι κάτοικοι της Αθήνας και του Πειραιά χρησιμοποιούσαν αυτού του είδους το νερό μόνο για πλύσιμο, το πόσιμο νερό το αντλούσαν από τα πηγάδια τους. Αντίθετα οι κάτοικοι της Τροιζήνας, οι οποίοι δεν είχαν πρόσβαση σε νερό καλύτερης ποιότητας, έπιναν αυτό το «βρώμικο» νερό από πηγές τις οποίες γι’ αυτό το λόγο τις αποκαλούσαν Κίβδηλες και παρουσίαζαν προβλήματα υγείας, ειδικά στα πόδια.
Η μεγάλη σημασία που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες στην ποιότητα του νερού φαίνεται και από το ότι ο Πλάτωνας παροτρύνει τον νομοθέτη, ο οποίος επιθυμεί να ιδρύσει την ιδανική πόλη, να επιλέξει προσεχτικά την τοποθεσία ώστε να υπάρχει πρόσβαση σε νερό καλής ποιότητας. Συχνά όμως λόγοι κλιματολογικοί, όπως το ξηρό καλοκαίρι, συνηθισμένο στην Ανατολική Μεσόγειο, έκαναν σπάνια ή αδύνατη την πρόσβαση σε νερό καλής ποιότητας και έτσι οι άνθρωποι ήταν υποχρεωμένοι να πίνουν ακατάλληλο νερό με αποτέλεσμα να προσβάλλονται από δυσεντερία, η οποία οδηγούσε στην αύξηση του δείκτη θνησιμότητας, ιδίως ανάμεσα στα βρέφη.
Αντιπλημμυρικά και αποχετευτικά έργα

Το νερό, ως ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της φύσης, δεν έχει μόνον ευεργετικές ιδιότητες αλλά και καταστροφικές: οι δυνατές βροχές προκαλούν υπερχείλιση των ποταμών και των χειμάρρων, ενώ λίμνες και λιμνοθάλασσες δημιουργούν ένα ανθυγιεινό περιβάλλον. Ήδη από την προϊστορική περίοδο οι πληθυσμοί της ηπειρωτικής Ελλάδας είχαν αναπτύξει τεχνολογία ικανή να τους προστατέψει από την υπερχείλιση των εσωτερικών υδάτων. Ορισμένα από αυτά τα έργα βρίσκονταν ακόμα σε λειτουργία τον 2ο μ.Χ. αιώνα, όπως το ανάχωμα στην πεδιάδα των Καφυών, το οποίο την προστάτευε από την υπερχείλιση των υδάτων του Ορχομενού σύμφωνα με τον Παυσανία. Στην Ολυμπία ένα τείχος προστάτευε το ιερό από την υπερχείλιση των ορμητικών νερών του Κλαδέου ποταμού, ενώ ένα απλό ανάχωμα θεωρούνταν επαρκής προστασία από τα νερά του ηπιότερου Αλφειού ποταμού, ήδη από την μυκηναϊκή περίοδο. Σύμφωνα πάλι με τον Θουκυδίδη (5,65), τον Αύγουστο του 418 π.Χ. το τεχνητό φράγμα το οποίο υπήρχε στην περιοχή της Τεγέας, καταστράφηκε από τον βασιλιά Άγι της Σπάρτης.
Η κατασκευή αντιπλημμυρικών και αποξηραντικών έργων ήταν φυσικά και τότε εξαιρετικά δαπανηρή, γι’ αυτό και κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο οι ευεργέτες κυριάρχησαν και σε αυτόν τον τομέα. Η πόλη της Κυζίκου, στην Βόρεια Μ. Ασία, κοντά στον Εύξεινο Πόντο, στις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα, αποκτά την προσωπική σφραγίδα της πρώην βασίλισσας του Πόντου, Αντωνίας Τρύφαινας. Άγνωστο για ποιον ακριβώς λόγο, η άλλοτε βασίλισσα, ενταγμένη στο κύκλωμα των «υποτελών βασιλέων της Ρώμης» και στο πελατειακό σύστημα που ήταν η απόρροιά του, κατέφυγε στην Κύζικο, κατά την βασιλεία του αυτοκράτορα Τιβέριου (14-37 μ.Χ.). Η πόλη, ύστερα από μια περίοδο πολεμικής προετοιμασίας, είχε κλείσει με επιχωματώσεις το λιμάνι της (προφανώς, για αμυντικούς λόγους).
Η Αντωνία Τρύφαινα, λειτουργώντας ως ευεργέτιδα της πόλης, μόνη ή μαζί με τους γιους της, χρηματοδότησε την κατασκευή πολλών έργων, όπως εκείνων που ήταν απαραίτητα για την λειτουργία εκ νέου του λιμανιού, καθώς και για την διάνοιξη καναλιών στην λιμνοθάλασσα. Τις πληροφορίες αυτές μας τις δίνει συνοπτικά μια αναθηματική επιγραφή στην βάση ενός αγάλματος του Ποσειδώνα, που αφιέρωσε η βασίλισσα στο λιμάνι της πόλης, ως επιστέγασμα των οικοδομικών της έργων.
Στην Σίδη, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, ο ένας τοπικός ιερέας, τιμήθηκε από την πόλη γιατί πέτυχε την «διάβασιν του ποταμού Μέλανος» (προφανώς κατασκευάζοντας μια γέφυρα). Ο μεγάλος τοπικός ευεργέτης Επαμεινώνδας της Ακραίφιας (Βοιωτία) τον 1ο μ.Χ. αιώνα και ο αυτοκράτορας Αδριανός τον 2ο μ.Χ. αιώνα, χρηματοδότησαν αντιπλημμυρικά και αποξηραντικά έργα στην λεκάνη της λίμνης Κωπαΐδας, συνεχίζοντας έτσι μια παράδοση χιλιετηρίδων.
Μια τελευταία ενδιαφέρουσα μαρτυρία καταγράφεται σε επιγραφή του 4ου- 5ου μ.Χ. αιώνα: κάποιος Βιτιανός τιμάται από την πόλη της Μιλήτου, γιατί κατασκεύασε αντιπλημμυρικό κανάλι, για να προστατεύσει την πόλη από τον κατακλυσμό των χειμερινών βροχών. Παρόλα αυτά, δεν θα πρέπει να υποθέσουμε ότι η χρήση τόσο μεγάλων ποσοτήτων νερού εξασφάλιζε πάντοτε υψηλό επίπεδο δημόσιας υγιεινής, γιατί όπως αναφέρει ο Ιβάν Ίλιτς, ο σπάταλος συνδυασμός τεχνικών μέσων και πρωτόγονου κοινωνικού σχεδιασμού ίσχυε και για το σύστημα διανομής του νερού: είναι χαρακτηριστικό το ότι οι υπόνομοι της Ρώμης δεν συνδέονταν με τις φτωχογειτονιές της πόλης. Οι ανασκαφές των αρχαίων ρωμαϊκών βόθρων, όπου ρίχνονταν σκουπίδια και πτώματα σκλάβων αλλά και δολοφονημένων αυτοκρατόρων, όπως ο Ηλιογάβαλος και η μητέρα του (3ος μ.Χ. αιώνας), ακόμα και σήμερα αποτελούν μεγάλες μάζες «ζελατίνης» κάτω από τη Ρώμη.


Βαλανεία- ιδιωτικά και δημόσια λουτρά

Στην κλασική περίοδο, τα λουτρά ονομάζονταν βαλανεία και οι πρώτες αναφορές σε αυτά γίνονται ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα. Αρχαιότερο θεωρείται εκείνο της Ολυμπίας, το οποίο χρονολογείται στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα. Της ιδίας περίπου εποχής είναι και εκείνο του Δίκουλου της Αθήνας. Τα περισσότερα όμως ανήκουν χρονολογικά στον 4ο π.Χ. αιώνα και στην ελληνιστική περίοδο. Στην Αθήνα η χρήση των βαλανείων ήταν ως τον Πελοποννησιακό πόλεμο αριστοκρατικό προνόμιο, καθώς τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά λουτρά απαιτούσαν την καταβολή χρηματικού ποσού για την χρήση του χώρου. Πάντως τα λουτρά της κλασικής περιόδου ήταν λιτά κτίσματα, τα οποία εξυπηρετούσαν κυρίως την δημόσια υγιεινή και πολύ λιγότερο την ανάγκη για ψυχαγωγία των λουομένων.
Οι λουόμενοι έπαιρναν το λουτρό τους μέσα σε λουτήρα ο οποίος ονομαζόταν πύελος και ήταν συνήθως ρηχός. Οι πύελοι βρίσκονταν σε κυκλική διάταξη κατά μήκος της περιφέρειας του τοίχου, δωματίων που είχαν την μορφή θόλου. Τα περισσότερα βαλανεία διέθεταν μόνο μία θόλο, κάποια είχαν δύο και ελάχιστα είχαν τρεις.
Όπως ήταν φυσικό η συντήρηση και η λειτουργία ενός βαλανείου ήταν εξαιρετικά δαπανηρή καθώς απαιτούνταν πέρα από το νερό και η εξασφάλιση μεγάλων ποσοτήτων ξυλείας για την λειτουργία του υποκαυστηρίου, δηλ. του συστήματος θέρμανσης του λουτρού αλλά και για την θέρμανση του νερού, η οποία γινόταν μέσα σε χάλκινους λέβητες, όπως αναφέρει η Ντ. Αλβανού- Αμπατζή4. Κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο οι ευεργέτες αναλάμβαναν συχνά το έργο της χρηματοδότησης της λειτουργίας και της συντήρησης του βαλανείου.
Στην ρωμαϊκή αυτοκρατορική εποχή το βαλανείο και το γυμνάσιο είχαν πλέον ταυτιστεί τόσο ως χώροι όσο και ως όροι5. ‘ Ήδη, από την ελληνιστική εποχή, επιγραφικές μαρτυρίες καταγράφουν την ίδρυση κρηνών μέσα στα γυμνάσια, για να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες ανάγκες σε νερό των αθλητών, π.χ. σε επιγραφή από τα Μύλασα, αναφέρεται η ίδρυση μιας κρήνης που τροφοδοτεί με νερό την παλαίστρα του γυμνασίου των νέων. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές ελληνικών πόλεων έφεραν στο φως συγκροτήματα τα οποία περιλάμβαναν διάφορα γυμνάσια, ωδείο, λουτρά και κρήνη, όπως αναφέρει ο αρχαιολογικός οδηγός για την Πέργαμο της ρωμαϊκής περιόδου στο περιοδικό Ελληνικό Πάνθεον. Από τον παραπάνω κτιριακό συνδυασμό υποδηλώνεται ότι το λουτρό, η άθληση, το παιχνίδι, η ανάγνωση κειμένων και οι μορφωτικές εκδηλώσεις είχαν συνδεθεί πλέον άρρηκτα.
Ενώ, παλαιότερα, το δικαίωμα χρήσης των λουτρών φαίνεται ότι ήταν, κατά κανόνα, ανδρικό προνόμιο, στην ελληνιστική και στην ρωμαϊκή αυτοκρατορική εποχή, ο γυναικείος πληθυσμός γίνεται δεκτός στα νέου τύπου «γυμνάσια- βαλανεία».
Από την κλασική περίοδο, φαίνεται ότι τα λουτρά με δύο θόλους λειτουργούσαν ως λουτρά με ξεχωριστές πτέρυγες για τα δύο φύλα. Όπου υπήρχαν ευεργέτιδες πρόθυμες να ευεργετίσουν τις ομόφυλές τους, κατασκευαζόταν «γ(υναικεία) βαλανεία». Π.χ. μια ιέρεια της Δήμητρας, η οποία τιμήθηκε από τον δήμο της πόλης της, γιατί κατασκεύασε με πολυτέλεια το «γυναικείον βαλανείον». Η Κλαυδία Μητροδώρα, γνωστή ευεργέτιδα «κατασκεύασε λουτρά (βαλανείον) και αίθουσα λουτρού για τις γυναίκες της Χίου». Όπου όμως η κατασκευή γυναικείου λουτρού δε, δεν ήταν οικονομικά εφικτή, όπως λ.χ. στην κρητική πόλη των Αρκάδων, τα δημόσια λουτρά λειτουργούσαν με ξεχωριστό ωράριο για τους άνδρες και τις γυναίκες.
Το βασικό σχέδιο του βαλανείου της αυτοκρατορικής εποχής το περιγράφει ο F. Yegul : «πρόκειται για ένα κυκλικό περίγραμμα που αρχίζει από το apodyterium και ακολουθεί την σειρά ζεστό, καυτό, κρύο και αντιστοιχεί στις αίθουσες tepidarium, caldarium, frigidarium, όπου η διαδικασία του λουτρού τελείωνε με μια βουτιά σε παγωμένα νερά». Φυσικά υπήρχαν πολλές παραλλαγές σε αυτό το σχέδιο: «υπήρχαν αίθουσες για παιχνίδι, αν και συχνά, γι’ αυτό το σκοπό υπήρχε μια ανοιχτή ή σκεπαστή αυλή, η palaestra, στοιχείο δανεικό από το παλιό ελληνικό γυμνάσιο6».
Οι αίθουσες των λουτρών ήταν διακοσμημένες με ψηφιδωτά, τα οποία απεικόνιζαν θεότητες και νύμφες τόσο των γλυκών υδάτων όσο και της θάλασσας, σε μια προσπάθεια σύνδεσης της φύσης και της τεχνητής φύσης των λουτρών, διαμέσου της θρησκείας.
Κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα, η πολυτέλεια είχε κυριαρχήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι εσωτερικές οροφές των «αλειπτηρίων», όπως ονομάζονταν συνεκδοχικά τα λουτρά, να επιχρυσώνονται: π.χ., δύο κυρίες της ελίτ μαζί με την πόλη, χρηματοδότησαν την επιχρύσωση της οροφής του αλειπτηρίου στις Σάρδεις, περί το 211-212 μ.Χ. Φυσικά δεν ήταν όλα τα βαλανεία οικοδομήματα πολυτελείας, υπήρχαν πολλά τα οποία ήταν μικρού μεγέθους, λιτά και λειτουργικά.
Τέλος, ένα βασικό πρόβλημα το οποίο φαίνεται ότι απασχολούσε τόσο τους λουόμενους όσο και τις δημόσιες αρχές ήταν εκείνο που αφορούσε την ποιότητα του νερού των λουτρών. Δεν είναι τυχαίο το ότι πολλοί συγγραφείς της αρχαίας Ρώμης εξέφραζαν την αμφιβολία τους για την καταλληλότητα του νερού των δημοσίων λουτρών καθώς οι λουόμενοι δεν καθαρίζονταν πριν μπουν στους λουτήρες, συχνά μάλιστα ήταν αλειμμένοι με λάσπη. Επιπλέον τόσο οι αρχαίοι Έλληνες όσο και οι Ρωμαίοι, δεν φαίνεται να διέθεταν την δυνατότητα χημικού καθαρισμού του νερού. Την κατάσταση επιδείνωνε η φιλαργυρία πολλών ιδιοκτητών οι οποίοι δεν φρόντιζαν για την συχνή αλλαγή του νερού στα βαλανεία.


Υδρομηχανές, υδραλέτες, υδρόμυλοι

Ο C.Curwen, στο άρθρο του, «The problem of early water- mills»7, αναφέρεται σε δυο τύπους υδρόμυλου, που ήταν σε χρήση κατά την αρχαιότητα, τον
«ελληνικό», που ήταν πιο απλός στον μηχανισμό του και καταλληλότερος για το πιο ξηρό κλίμα της Ανατολικής Μεσογείου, και τον «ρωμαϊκό», που σύμφωνα με τον Βιτρούβιο, τον ρωμαίο συγγραφέα περί αρχιτεκτονικής του 1ου μ.Χ. αιώνα, σπάνια βρισκόταν σε χρήση την εποχή του8.
Ο Curwen αναφέρει ότι ως το τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα, δεν υπάρχουν πολλές αναφορές για νερόμυλους. Συμπεραίνει ότι υπεύθυνη για αυτήν την απροθυμία ευρείας χρησιμοποίησης της υδραυλικής τεχνολογίας, ήταν η ιδεολογία της παγανιστικής κοινωνίας η οποία προτιμούσε την χρήση της δουλειάς των ζώων και των δούλων από την αξιοποίηση των δεδομένων της τεχνολογίας. Κάνει όμως και μια εύστοχη παρατήρηση, δηλ. ότι οι επιχειρήσεις που ως τότε χρησιμοποιούσαν την μυϊκή δύναμη ανθρώπων και ζώων, αν υιοθετούσαν την νέα τεχνολογία, θα έπρεπε να μεταφερθούν σε νέες τοποθεσίες, όπου θα υπήρχε άφθονο τρεχούμενο νερό, γεγονός που θα σήμαινε την μεγάλη αύξηση των εξόδων των ιδιοκτητών τους.
Στη συνέχεια, ο Curwen, παρατηρεί ότι οι νερόμυλοι άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατά τον 4ο και 5ο μ.Χ. αιώνα, και αναφέρει περιπτώσεις όπως το μύλο που ανακαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αγορά της Αθήνας, αλλά και την αναπαράσταση νερόμυλου ρωμαϊκού τύπου σε ψηφιδωτό που ανακαλύφθηκε στο Μεγάλο Παλάτι στο Βυζάντιο.
Τέλος, φιλολογικές πηγές (Αυσόνιος), αναφέρονται στην ύπαρξη νερόμυλων για το άλεσμα του καλαμποκιού αλλά και σε υδραυλικά πριόνια για την κοπή του μαρμάρου στην Γαλατία, (περί το 370 μ.Χ.). Όμως, ο νερόμυλος ελληνικού τύπου απαντάται νωρίς στις πηγές: η πρώτη αναφορά σε αυτόν γίνεται σε ένα απόσπασμα του Έλληνα γεωγράφου Στράβωνα, που έζησε προς τα τέλη του 1ου π.Χ. αιώνα. Ο Στράβωνας, αναφερόμενος στα θαυμάσια πράγματα που υπήρχαν στο βασίλειο του Μιθριδάτη, βασιλιά του Πόντου, και τα οποία έχασε ύστερα από την ήττα του από τον ρωμαίο στρατηγό Πομπήιο το 65 π.Χ., κατονομάζει και έναν υδραλέτη, μια υδροκινούμενη αλεστική μηχανή. Η επόμενη πληροφορία για τον ελληνικό νερόμυλο, προέρχεται από ένα επίγραμμα του Αντιπάτρου από την Θεσσαλονίκη, σύγχρονου του Βιτρούβιου. Σε αυτό ο ποιητής αναφέρεται στην ευτυχία που φέρνει στις δούλες που δούλευαν τους χερόμυλους των «οίκων», οι οποίες τώρα δεν χρειάζεται να ξυπνούν από τα χαράματα, με το λάλημα του πετεινού, γιατί η Δήμητρα απόθεσε το έργο τους στα χέρια των Νυμφών του νερού. Πρόκειται, όντως, για μια σπάνια αναφορά στην απάλυνση του εξοντωτικού μόχθου των δούλων από την τεχνολογία της εποχής.
Φαίνεται ότι δεν είχαν αλλάξει πολύ τα πράγματα από την ομηρική εποχή, τότε που οι δώδεκα πιο δύσμοιρες δούλες στο ανάκτορο του Οδυσσέα έπρεπε να δουλεύουν στο μύλο αλέθοντας «κριθάρι και σιτάρι, να γενούν στα κόκκαλα μεδούλι των ανθρώπων»9. Ο Curwen στο σχολιασμό του επιγράμματος, παρατηρεί ότι οι άνθρωποι που δέχονται τα συγχαρητήρια του ποιητή δεν είναι εκείνοι που πλουτίζουν εκμεταλλευόμενοι, εμπορικά, τους μύλους, αλλά οι δούλες που δούλευαν για τα νοικοκυριά των αφεντικών τους, που πρέπει, μάλλον να βρίσκονταν σε αγροτικές περιοχές.
Νεώτερα στοιχεία, για την ακρίβεια μια επιγραφή από την Βέροια, κάνει αναφορά σε «υδρομηχανές», που οι σχολιαστές της επιγραφής τις ερμηνεύουν ως «νερόμυλους αλεστικούς». Τέλος, ο Πλίνιος (23-79 μ.Χ.), τον αναφέρει ως καινούρια μηχανή10.
Οι ιερατικές- καθαρκτήριες χρήσεις του νερού

Ως ένα από τα τέσσερα κοσμολογικά στοιχεία, το νερό δεν μπορούσε παρά να έχει σημαντικό ρόλο στις τελετές καθαρμού και μύησης. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο καθαρμός γινόταν με πόσιμο νερό και σπανιότερα με θαλασσινό.
Το νερό το χρησιμοποιούσαν ως μέσο καθαρμού πριν από την προσευχή, την σπονδή και την θυσία, ήδη από τα ομηρικά χρόνια. Επίσης, το χρησιμοποιούσαν ως μέσο καθαρμού στις σημαντικές διαβατήριες τελετές της ανθρώπινης ζωής, δηλ. στον γάμο, την γέννηση και τον θάνατο. Έχουμε ήδη επισημάνει ότι το νερό ορισμένων κρηνών χρησιμοποιούνταν για το λούσιμο των νυφών, τόσο στην κλασική όσο και στην ελληνιστική περίοδο. Όπως επισημαίνει η Δήμητρα Μήττα, οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στην γονιμοποιό ιδιότητα του νερού, γι’ αυτό επιβαλλόταν το λουτρό της μελλόνυμφης ως απαραίτητο συστατικό της γαμήλιας τελετουργίας. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για την σύνδεση των θηλυκών θεοτήτων με την τελετουργία του λουτρού11.
Σε ορισμένες πόλεις, όπως στο Άργος και στην Αθήνα, διοργανώνονταν τελετές καθαρμού του αγάλματος της θεάς Αθηνάς, του επονομαζόμενου Παλλάδιου. Στο Άργος το παλλάδιο μεταφερόταν με άμαξα για να το πλύνουν στον ποταμό Ίναχο, ενώ στην Αθήνα στην διάρκεια των Πλυντηρίων, κατά τον τελευταίο μήνα του χρόνου, οι γυναίκες, οι επονομαζόμενες Πλυντρίδες ή Λουτρίδες, έγδυναν το ξόανο της θεάς, το έπλεναν και στη συνέχεια το έντυναν πάλι. Μάλιστα, σε σχέση με μια επιγραφή, αναθηματικού τύπου, η οποία χρονολογείται περί το 475 π.Χ. δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα σχετικά με την ερμηνεία του όρου «πλύντρια», με τον οποίον αυτοπροσδιορίζεται η αναθέτρια, η επονομαζόμενη Σμικύθη. Η γυναίκα αυτή αφιέρωσε ένα πολύτιμο αντικείμενο ως δεκάτη, επομένως πρέπει να ήταν μια επιχειρηματίας η οποία αφιέρωσε τοι 1/10 του ετήσιου εισοδήματός της στην θεά και όχι μια «πλυντρίδα» με την έννοια του θρησκευτικού αξιώματος.
Καθώς η χρήση του νερού ήταν απαραίτητη στις θρησκευτικές τελετουργίες, δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει η ύπαρξη κρηνών, πηγαδιών και γενικά πηγών ύδρευσης κοντά στα διάφορα ιερά. Εξάλλου και η ύπαρξη λουτρών σε σημαντικά ιερά, εκτός των ορίων των πόλεων, μαρτυρείται επιγραφικά π.χ. στην Ανδανία της Αρκαδίας (92 π.Χ.) όπου αναφέρονται λεπτομερείς οδηγίες για τον τελετουργικό καθαρμό των μυστών, αλλά και σε πλήθος πόλεων της Μ. Ασίας, ιδίως των Δ. παραλίων της, κατά την ελληνιστική και την ρωμαϊκή περίοδο. Οι καθαρτήριες χρήσεις του νερού θα υιοθετηθούν και από την χριστιανική θρησκεία, όπως μαρτυρά η πρωταρχική σημασία της Βάπτισης, παρά την εχθρότητα που επέδειξε η ασκητική τάση του χριστιανισμού απέναντι στην χρήση των λουτρών.


Η χρήση του νερού κατά την Ύστερη αρχαιότητα

Με τον όρο Ύστερη αρχαιότητα, η αγγλοσαξονική σχολή της ιστοριογραφίας, εννοεί την χρονική περίοδο από τον 4ο ως τον 7ο μ.Χ. αιώνα, θέλοντας να τονίσει την συνέχεια πολλών θεσμών του παγανιστικού κόσμου στην εκχριστιανισμένη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η εγχώρια ιστοριογραφία, ονομάζει την συγκεκριμένη περίοδο, «πρώιμη βυζαντινή περίοδο». Οι επιγραφικές πηγές για την ύστερη αρχαιότητα σπανίζουν αλλά μαζί με τους εν αφθονία παπύρους μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια αμυδρή εικόνα του τότε κόσμου.
Σχετικά με το νερό και τις χρήσεις του, ελάχιστα πράγματα είχαν αλλάξει: Πλούσιοι πολίτες εξακολουθούν να χρηματοδοτούν την κατασκευή έργων ύδρευσης αν και ο αριθμός τους έχει μειωθεί σημαντικά: σε μια επιγραφή του 311 μ.Χ. στους Δελφούς, ένας ιερέας και μια εύπορη κυρία χρηματοδότησαν την λειτουργία βαλανείου. Παρά την εχθρική στάση του χριστιανισμού απέναντι στη συχνή χρήση του λουτρού, στάση η οποία απέρρεε από την ασκητική απέχθεια προς την σάρκα, οι συνήθειες της ελληνορωμαϊκής ελίτ δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά. Έτσι, τον 4ο μ.Χ. αιώνα, στην Έφεσο, μια πλούσια, χριστιανή κυρία ονόματι Σχολαστικία, τιμήθηκε με ένα υπερμεγέθες άγαλμα, που η επιγραφή της βάσης του, εξηγεί τους λόγους αυτής της τιμής: ξόδεψε αφειδώς το χρυσάφι της για την ανοικοδόμηση των θερμών (δηλ. των ρωμαϊκών λουτρών) της πόλης.
Τον 5ο μ.Χ. αιώνα, η πατρικία Παυλίνα, σύζυγος του παγανιστή, Ίσαυρου στρατηγού Ζήνωνα, που στην επιγραφή ονομάζεται «Αρηίφιλος», δηλ. φίλος του θεού του πολέμου των αρχαίων Ελλήνων, του Άρη, αναφέρεται ότι επισκεύασε το δάπεδο ενός παλιού παγανιστικού οικοδομήματος, μαζί με ένα σύμπλεγμα γυμνασίου- λουτρού, στην Σελεύκεια Κιλικίας, περί το 450-451 μ.Χ. Είναι εκπληκτικό το ότι στα χρόνια της βασιλείας της φανατικής, χριστιανής αυτοκράτειρας Πουλχερίας και του συζύγου της, Μαρκιανού, το έτος της σύγκλησης της Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας, η γυναίκα ενός παγανιστή ανώτερου στρατιωτικού, ενεργεί όπως οι πρόγονοί της, ως ευεργέτρια του παλιού, μη- χριστιανικού κοινωνικού κόσμου. Άλλωστε όπως αναφέρει η Ελένη Σαράντη, (Από την καθημερινότητα του πρωτοβυζαντινού αριστοκράτη), τα λουτρά στην πρωτοβυζαντινή εποχή εξακολουθούσαν να επιτελούν κοινωνικό ρόλο, ήταν ο χώρος όπου οι αριστοκράτες προβάλλονταν και έκαναν κοινωνική επίδειξη. Στην Αντιόχεια των αρχών του 6ου μ.Χ. αιώνα, οι κυρίες της αριστοκρατίας πήγαιναν στα λουτρά μαζί με δούλους, οι οποίοι μετέφεραν αντικείμενα πολυτελείας, όπως ασημένια δοχεία, υδρίες και λεκάνες, ενώ οι ίδιες κάθονταν επάνω σε θρόνους καλυμμένους με τρούλους.
Στην Αθήνα του 5ου-6ου μ.Χ. αιώνα, σε μια επιτύμβια επιγραφή αναγράφεται η φράση «+ Κοιμητήριον Ανδρέα υδραγωγού και αρχιτέκτονος των υδάτων». Εδώ ο εκχριστιανισμός είναι πλέον γεγονός. Το ίδιο πνεύμα εκχριστιανισμού επικρατεί και σε μια κυπριακή επιγραφή (Λεμεσσός) του 6ου μ.Χ. αιώνα: «+ Φωνή κυρίου επί των υδάτων. Αντλήσατε πάντες μετ’ ευφροσύνης». Σε έναν πάπυρο από την Οξύρυγχο, (554 μ.Χ.), γίνεται αναφορά στην πατρικία Φλαβία Γαβριηλία που είχε αναλάβει τα αξιώματα του λογιστή, του προέδρου και του … πατέρα της πόλης και στον Αυρήλιο Τιμόθεο τον «υδροπάροχο», δηλ. τον υπεύθυνο για την τροφοδοσία με νερό του δημοσίου λουτρού της πόλης, έναν αιώνα περίπου πριν το τέλος του ελληνικού τρόπου ζωής στην Αίγυπτο, λόγω της αραβικής κατάκτησης12.
Ακόμα, ο γνωστός «εθνικός» ρήτορας του 4ου μ.Χ. αιώνα, Λιβάνιος, στον πανηγυρικό που συνέθεσε για την πατρίδα του, την Αντιόχεια, δεν παραλείπει να αναφερθεί στο υγρό στοιχείο και στην θετική επίδρασή του στην πόλη: «Το νερό όμως δεν έμεινε μόνο στην μητέρα του. Δεν το γέννησε δηλαδή η Δάφνη για να το απολαύσει η ίδια, παρά το αποκάλυψε μόνο, και μετά ολόκληρη η πόλη πήρε μερίδιο από τα τρεχούμενα νερά μέσα στο ίδιο της το σπίτι»13. Στην συνέχεια αναφέρεται στην ευκολία της υδροδότησης της πόλης μιας και οι αγωγοί του υδραγωγείου δεν χρειαζόταν να διασχίσουν βουνά για να φθάσουν ως αυτήν, αν και «Σε μερικά σημεία μάλιστα, όπου μας ανάγκαζαν οι γκρεμοί να το κάνουμε, μεταφέραμε το νερό εναερίως, οδηγώντας το πάνω σε γέφυρα»14. Τέλος, αναφέρει ότι τα δημόσια λουτρά τροφοδοτούνται από μέρος του ποταμού, χωρίς να υπάρχει φόβος να στερέψει το νερό. Κάθε «φυλή», δηλ. γειτονιά της πόλης, διέθετε τα ιδιωτικά λουτρά της, όσα σπίτια υπήρχαν, υπήρχαν άλλες τόσες κρήνες (εδώ έχουμε να κάνουμε μάλλον με στοιχείο ρητορικής υπερβολής), και η αφθονία του νερού περιόριζε τις ενδοαστικές έριδες και βοηθούσε την βιοτεχνική ανάπτυξη –σίγουρα ο υδάτινος πλούτος της Αντιόχειας, μετατρεπόταν και σε οικονομικό πλούτο. Εκτός από την χρήση του νερού για τις βιοτεχνικές αστικές ανάγκες, ο Λιβάνιος μας πληροφορεί για τα οικονομικά οφέλη που απέρρεαν για την πόλη από την γεωγραφική της θέση κοντά σε έναν ποταμό και μία λίμνη: οι πλούσιοι υδάτινοι πόροι των γλυκών υδάτων, τροφοδοτούσαν την αγορά της πόλης με μεγάλες ποσότητες ψαριών και διευκόλυναν τις εμπορικές μεταφορές: «Στην αρχή πλέουν σε ένα από τα τμήματα της λίμνης και στην συνέχεια ο ποταμός αντικαθιστά αυτά τα δύο τμήματα και υποδέχεται την λιμναία πομπή και μεταφέρει τα φορτία μέσα στην πόλη και μπροστά στην πόρτα του καθενός. Έτσι μπορούν ακόμη και οι γυναίκες και τα παιδιά να ξεφορτώσουν το φορτίο…»15.
Ο Λιβάνιος, παρά τις αναμενόμενες, σε έναν ρητορικό λόγο υπερβολές, παρουσιάζει συνοπτικά τα πλεονεκτήματα μιας πόλης που ιδρύθηκε κοντά σε υδάτινους πόρους.
Η περίπτωση της Αντιόχειας δεν ήταν βέβαια μοναδική. Όπως αναφέρει ο E. J. Owens, το νερό αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την αστική ζωή, για αυτό πολλές πόλεις ιδρύονταν σε τοποθεσίες κοντά σε πηγές, πηγάδια ή ποταμούς.

2. Ιβάν Ίλιτς, H2O και τα νερά της Λησμοσύνης, μτφ. Κώστας Χατζηκυριάκου, Αθήνα, 1990, σ.38.
3. Γ. Βαρουφάκης, «Η παστερίωση στην αρχαιότητα», Αρχαιολογία, 2007, τχ. 105, σσ. 62 -64.
4. Λήμμα βαλανείο, Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάνικα.
5. Βλ. Κ. Μαντάς, «Η μεταμόρφωση της κλασικής πόλης κατά την ρωμαϊκή εποχή», Αρχαιολογία, τ.64, 1997, σσ. 89 – 92.
6. F. Yegul, “The Roman Baths at Isthmia in their Mediterranean context”, στο T. E. Gregory (cd.), The Corinthia in the Roman period, Michigan, 1994, p.95.
7. Βλ. Antiquity, XVIII (1944), pp. 130 – 146.
8. Op. cit., p.132.
9. Οδύσσεια, υ(108 – 109).
10. Βλ. Π. Βερνάρδος, «Νερόμυλοι, νεροτριβές, νεροπρίονα», Ιστορία, τ.359, 1998, σσ. 46 – 49.
11. Δ. Μήττα, «Το νερό στις Τελετές μύησης και Καθαρμού», στο Κ. Σουέρεφ (επιμ), Υδάτινες σχέσεις: Το νερό ως πηγή ζωής κατά την αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 81 – 104
12. P. Oxyr, num 2780.
13. Λιβάνιος, Αντιοχικός, 243. Για την μετάφραση των αποσπασμάτων, χρησιμοποίησα εκείνη της Αφροδίτης Καμάρα, Λιβανίου «Αντιοχικός», Αθήνα, 1999, εκδ. Κατάρτι.
14. Ibid.
15. Λιβάνιος, 261.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
S. E. Alcock, GRAECIA CAPTA: the landscapes of Roman Greece, London,
1993.
Γ. Βαρουφάκης, «Η παστερίωση στην αρχαιότητα», Αρχαιολογία, τχ.105,
2007, σσ 62-64.
Π. Βέιν, Ο ελληνικός ευεργετισμός, Αθήνα, 1993.
Π. Βερνάρδος, «Νερόμυλοι, νεροτριβές, νεροπρίονα», ΙΣΤΟΡΙΑ, τ. 359,
σσ.46-49
Λ. Γουναροπούλου –Μ.Β. Χατζόπουλος, Επιγραφές της κάτω Μακεδονίας,
τ.1, Αθήνα, 1998
J. R. Cormack, «Epigraphic evidence for the water- supply of Aphrodisias»,
BSA XLIX, 1954, pp. 9-10
C, Curwen, «The problem of the early water- mills», Antiquity XVII, 1944,
pp.130-146
G. G. Fagan, Bathing in public in the Roman World, Michigan, 2002
C. Foss, «Bryonianus Lollianus of Side», ZPE 26, 1977, pp.161-171
Ι. Ίλιτς, Η2Ο και τα Νερά της Λησμοσύνης, μετφ. Κώστας Χατζηγιάννης,
Αθήνα, 1990
T.E. Gredory (ed), The Corinthia in the Roman period, Michigan, 1994
C. P. Jones, «Flavia Politta and Manilius Fuscus», Classical Philology, 33/34,
1989, pp.124-138
Σ. Ν. Κουμανούδης- Αγγ. Π. Ματθαίου, Αρχαίες ελληνικές επιγραφές, Αθήνα,
1986
J. Knauss, Υστεροελλαδικά υδραυλικά έργα: έρευνες για την υποδομή
υδραυλικών έργων διαχείρισης υδάτων κατά την μυκηναϊκή εποχή, μετφ. Έρση Παπαχρυσάνθου, Αθήνα, 2002
Χ. Λάζος, Μηχανική και τεχνολογία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα, 1993
B. Lezine-Βελισαροπούλου, Αρχιτεκτονική και πολιτική στην Αρχαία Ελλάδα: η
εμπειρία της τυραννίδας, Αθήνα, 2002
Κ. Μαντάς, «Η μεταμόρφωση της κλασικής πόλης κατά την ρωμαϊκή εποχή»,
Αρχαιολογία, τ.64, 1997, σσ. 89-92
Π. Νίγδελης, Πολίτευμα και κοινωνία των Κυκλάδων κατά την ελληνιστική και
ρωμαϊκή εποχή, Θεσσαλονίκη, 1990
Π. Νίγδελης, «Η οικογένεια των Ιταλικών Auli Avii στην Θεσσαλονίκη»,
Τεκμήρια, τ.1, 1995, σσ. 48-63
E. J. Owens, The city in the Greek and roman world, London, 1991
Γ. Σχίζας, Αττική: μια οικολογική περιπλάνηση στο παρελθόν και το μέλλον,
Αθήνα, 1996
Κ. Σουέρεφ, (επιμ), Υδάτινες σχέσεις: Το νερό ως πηγή ζωής κατά την
αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη, 2000\

email επικοινωνίας: mantaskostas@gmail.com