*Ο Νίκος Α. Παπανικολάου είναι Ομότιμος Καθηγητής Μαιευτικής – Γυναικολογίας.

Στην πρόταση του εχθρού για συνθηκολόγηση, απάντησε ο Γιάννης Μπαϊρακτάρης: «Όσο ακούς τα γαϊδούρια μας να γκαρίζουν, συνθήκη μην περιμένεις».
Όταν ο Μαχμούτ Μπέης προσπάθησε να τρομοκρατήσει τους πολιορκημένους, ο Νότης Μπότσαρης του παράγγειλε:
«Εμείς είμαστε από κείνα τα πουλιά, που τα λένε νυχτοπούλια. Κι όταν έρθει εκείνη η ώρα, σας πατούμε στην κοιλιά και διαβαίνουμε».
Στέκομαι μ` ευλάβεια πολλή μπρος στο Μεσολόγγι, που κρατάει στα σπλάχνα του τα λείψανα ενός σταυραετού από το Σούλι, το σκήνωμα ενός ανδρείου πολεμιστή από τη Μάνη και την καρδιά ενός κύκνου ευπατρίδη από την Αλβιόνα,
Τιμώ τα ολοκαυτώματα του Καψάλη και του Ιωσήφ των Ρωγών. Κι όλο το επώνυμο και ανώνυμο πλήθος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων». Έκαμαν το χρέος τους.
Υποκλίνομαι μπροστά στη μορφή του νεότερου εθνικού μας ποιητή. Αυτού που τραγούδησε τούτη την πόλη, που κράτησε «τ` άγια λείψανα μιας πίστης και τη χρυσή τη βούλα της φυλής».
Έρχομαι κι εγώ σήμερα να πληρώσω ένα χρέος σ` αυτόν και στη γη, «που δόξα χ` η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι».

Ηχήστε οι σάλπιγγες,
καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα,
πέρα ως πέρα …
Βογγήστε τύμπανα πολέμου,
οι φοβερές σημαίες
ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ`αυτό το φέρετρο
ακουμπάει η Ελλάδα!

Αυτό ήταν το γοερό αποχαιρετιστήριο σάλπισμα του Σικελιανού, την ώρα που κατέβαινε στον τάφο του ο Κωστής Παλαμάς στο Α` Νεκροταφείο της Αθήνας, στις 28 του Φλεβάρη του 1943, σε ηλικία 84 χρονών.

Και το ανώνυμο πλήθος των Πανελλήνων, με επικεφαλής την αλησμόνητη Μαρίκα Κοτοπούλη και τον ασύγκριτο φρουρό της Παλαμικής μνήμης, το Γιώργο Κατσίμπαλη, ως εκπρόσωποι ολάκερου του Ελληνικού λαού, αποχαιρετούσαν το νεκρό με τον εθνικό ύμνο, αδιαφορώντας για τις συνέπειες του ιερού χρέους ενάντια στη φρικτή κατοχή. Και ήταν τέτοια η δύναμη εκείνης της στιγμής, που καθήλωσε σε στάση προσοχής και αυτά τα Ες-Ες των κατακτητών.

Τα `Αθηναϊκά Νέα» (σημερινά «ΝΕΑ»), στις 27 Φλεβάρη του 1943, ήταν η μόνη εφημερίδα, που ανήγγειλε το θάνατο του ποιητή στη σκλαβωμένη μας πατρίδα. `Άπέθανεν την πρωιαν ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς». Και παρακάτω: «την 3ην πρωϊνήν σήμερον απέθανεν ακολουθών εις τον τάφον, μετά 20ήμερον περίπου, την πιστήν σύντροφον του βίου του». Από καιρό πριν είπε σε κύκλο γνωστών του ο ποιητής, πως, αν πεθάνει η γυναίκα του, θα την ακολουθήσει κι αυτός μέσα σε 40 ημέρες. Και κράτησε την υπόσχεσή του!

Στις 2 Μαρτίου οι εφημερίδες αφιέρωναν μακροσκελή ρεπορτάζ για την κηδεία του ποιητή, πλαισιωμένα με φωτογραφίες. Ο Άγγελος Σικελιανός και φοιτητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας διακρίνονταν να κρατάνε το φέρετρο.

Οι ελληνικές εφημερίδες, λόγω κατοχής, δεν μπορούσαν να περιγράψουν την εθνική αντίσταση, που κυριαρχούσε στο Α` Νεκροταφείο, και μάλιστα τη στιγμή που ο Σικελιανός με τη βροντώδη φωνή του σάλπιζε να ξεδιπλωθούν στον αέρα οι σημαίες της λευτεριάς. Οι εφημερίδες, όμως, της Κύπρου, του Καίρου και της Αλεξάνδρειας έγραφαν, πως μια κηδεία έγινε «αντιστασιακό συλλαλητήριο».

Την 1η Μαρτίου το B.B.C. του Λονδίνου μετέδωσε την ατμόσφαιρα, που επικράτησε στο Νεκροταφείο. Την ίδια ημέρα ακούστηκε η βραχνή φωνή του Παλαμά όταν, την 28η Οκτωβρίου του 1940, απευθυνόμενος στους νέους από το ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών φωνάζει: «Ένα λόγο έχω να σας πω, δεν έχω άλλον κανένα. Μεθύστε με το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα».

Και τώρα, που ο ποιητής πέρασε στη «γαλήνη των μνημάτων», ας ρίξουμε μια ματιά πίσω, να δούμε ποιά ήταν η προσφορά του στον πνευματικό πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας.

Επειδή, όμως, το Παλαμικό έργο, ποιητικό και πεζογραφικό, είναι πολύμορφο και πελώριο (20 ποιητικές συλλογές, 17 κριτικές μελέτες, 2 τόμοι διηγημάτων, 1 θεατρικό έργο, 3 μεταφράσεις δραματικών έργων και 3.500 άρθρα πνευματικού περιεχομένου σε περιοδικά και εφημερίδες), έργο δηλαδή καταπληκτικό, εγώ, ένας γιατρός, που αγάπησε τον Παλαμά, θα προσπαθήσω να εκθέσω, όσο μπορώ, μια περιορισμένη πλευρά του Παλαμικού έργου. Τους αγώνες του ποιητή για τη γλώσσα του λαού μας, την προσφορά του για την Ελλάδα στις δόξες και στα πένθη της και γενικά τις απόψεις του για την τέχνη, για την ομορφιά και για τα ανθρώπινα. Για τη θητεία του στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ως γενικός γραμματέας.

Ο ποιητής ήταν το δεύτερο παιδί του Μιχάλη και της Πηνελόπης Παλαμά. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859, στην οδό Κορίνθου 77. Όταν ο Παλαμάς ήταν επτά χρονών, έχασε τη μητέρα του από πρόωρο τοκετό και σ` ένα χρόνο έχασε τον πατέρα του. Ορφανός ο ποιητής πήγε στο Μεσολόγγι κάτω από την κηδεμονία του θείου του Δημητρίου, που ήταν μεγαλύτερος από τον πατέρα του.

Το 1876 ο ποιητής ήρθε από το Μεσολόγγι στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Τον κέρδισε, όμως, η ποίηση. Για να ζήσει εργάζεται στα περιοδικά «Ραμπαγάς» και «Μη χάνεσαι» με το ψευδώνυμο «W». Συνεργάστηκε, μεταφράζοντας κείμενα, με την εφημερίδα `Έφημερίς» του Καμπούρογλου.

Στις 27 Δεκεμβρίου του 1887 παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, δυόμιση μήνες μικρότερή του, που από καιρό συνδεόταν μαζί της και που, μέσα στα ενδιαφέροντά του, ξέχασε να την παντρευτεί! Μόνη της η Μαρία όρισε το γάμο, τον ανήγγειλε, χωρίς ο ποιητής να ξέρει, και έκλεισε και την εκκλησία, τον Άγιο Θωμά στο Γουδί, απέναντι από το σημερινό Λαϊκό Νοσοκομείο. Κουμπάρος ο Βλάσης Γαβριηλίδης. Έζησε με τη γυναίκα του 56 χρόνια αρμονικά. Σχεδόν όλα στην οδό Ασκληπιού 3, πίσω από το Πανεπιστήμιο. Πέθανε στην Πλάκα, στην οδό Περιάνδρου 5. Απέκτησε το Λέανδρο, που ήταν ποιητής και δούλευε σε Τράπεζα, τη Ναυσικά, που σπούδασε Μουσική, και τον Άλκη (Μιχάλη), που πέθανε από μηνιγγίτιδα μικρός και ο ποιητής τον απαθανάτισε στην ποιητική συλλογή του «Ο Τάφος».

DSC00743

Τα οικονομικά του δεν πήγαιναν καλά. Βελτιώθηκαν κάπως, όταν πήγε χρονογράφος στο «Εμπρός» του Καλαποθάκη. Αλλά η θέση, που του εξασφάλισε γερό μισθό, ήταν η θέση του Γενικού Γραμματέα του Πανεπιστημίου. Ήταν «δημόσιος υπάλληλος, προνομιούχος». Διορίστηκε στις 15 Οκτωβρίου 1897 και έμεινε στη θέση του λίγο παραπάνω από 31 χρόνια, ως την 1/3/ 1928. Πρωθυπουργός ήταν ο Αλέξανδρος Ζαΐμης και Υπουργός Παιδείας ο Ανδρέας Παναγιωτόπουλος.

Ήταν μεγάλο γεγονός, τότε, ο διορισμός Γενικού Γραμματέα του Πανεπιστημίου. Όλος ο πνευματικός κόσμος ενθουσιάστηκε από την εκλογή της Κυβέρνησης. Δεν ήταν πολιτικό ρουσφέτι. Ήταν επίσημη αναγνώριση της προσωπικότητας του ποιητή. Η εφημερίδα «Εστία» έγραψε, πως ο Υπουργός με την πράξη του τίμησε τα ελληνικά γράμματα, αλλά και το Πανεπιστήμιο και τον εαυτό του ως Υπουργό.

Η εφημερίδα «Ακρόπολις» έγραψε, πως ο Υπουργός Παιδείας έκανε έκπληξη για τα πολιτικά ήθη της εποχής με το διορισμό του Παλαμά, που ούτε πολιτικός δημοσιογράφος ήταν, ούτε φίλος βουλευτών, ούτε θαμώνας πολιτικών σαλονιών.

Στον Υπουργό Παιδείας είπε ο ποιητής την ημέρα του διορισμού του: «Κύριε Υπουργέ, νομίζω πως δεν είμαι κατάλληλος για την υπηρεσία αυτή!».

Όταν ορκίστηκε, λέγεται, πως ο τότε Πρύτανης Σπυρίδων Μαγγίνας του είπε: «Ελπίζω, πως τώρα που έχετε μια καλή θέση, θα παύσετε να γράφετε ποιήματα!».

Αν και τον κατηγορούσαν οι γλωσσαμήντορες της εποχής για τη γλώσσα, που χρησιμοποιούσε, καμιά Κυβέρνηση δεν τόλμησε να τον πάψει. Μόνο για ένα μήνα τον έδιωξαν κάποτε. Ήταν το 1911, όταν υποστήριξε τη δημοτική γλώσσα σε άρθρο του στο «Νουμά» με τίτλο: «Για να το διαβάσουν τα παιδιά».

Στην απολογία του προς τον Υπουργό Παιδείας αναφέρει με θάρρος: «Θαυμαστής και συνεχιστής των περί τέχνης και περί γλώσσης παραδόσεων των οπαδών της δημοτικής γλώσσης. Δημοτικιστής λόγω και έργω «,

Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Γενικού Γραμματέα, πέρασαν τριάντα πρυτάνεις. Όλοι τον εκτίμησαν. Ακόμα και ο Γεώργιος Χατζιδάκης, που τον πολέμησε για το γλωσσικό ζήτημα. Τον χαρακτήρισε μάλιστα «απαράμιλλον υπάλληλον και παραδειγματικώς αφοσιωμένον εις το καθήκον».

Το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου τον χαρακτήριζε αδαμάντινη ψυχή, υπόδειγμα ευσυνείδητου, ανεπίληπτου, ακαταπόνητου υπαλλήλου, εμψυχωτή και οδηγού.

«Στο πέρασμά του σκόρπιζε δροσιά και γαλήνη. Η βιβλική του καλωσύνη μεταδιδόταν επιβλητικά σε όποιον τον αντίκριζε. Το λαμπερό του μάτι, κάτω από τα δασιά του φρύδια, μαγνήτιζε. Ο ίσκιος του έδινε πίστη και δύναμη και όποιος συνεργαζόταν μαζί του, είχε την αντίληψη πως διακονούσε σε διαρκή ιεροτελεστία, που γινόταν από αυτόν, τον πρώτο ιεροφάντη του ωραίου και του υψηλού», έγραφε ο Χ. Βήττας.

Ο Παλαμάς, ως γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου, ήταν και συντάκτης των Πρακτικών της Συγκλήτου. Ήξερε να ξεχωρίζει, από ό,τι λεγόταν στις συνεδριάσεις της, το σπουδαίο από το ασήμαντο. Ήξερε να χρωματίζει ακόμα και τα Πρακτικά μιας συνεδρίασης. Στις εκθέσεις και στα υπομνήματά του έδινε λογοτεχνική μορφή.

Πολλοί από τους καθηγητές εμπιστεύονταν τα γραπτά τους στον ακούραστο, ανιδιοτελή Γενικό, για διόρθωση. Πολλούς από τους πρυτανικούς λόγους έγραφε ο Παλαμάς.

Χωρίς ν` ανήκει στο διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου, ο ποιητής από τη θέση του ανώτερου υπαλλήλου του μεγαλύτερου πνευματικού ιδρύματος της χώρας, αποδείχτηκε αληθινός παιδαγωγός. Και να σκεφτείτε, πως, το ίδιο χρονικό διάστημα της τριαντάχρονης θητείας του στο Πανεπιστήμιο, συνέπεσε με τη μεγαλύτερη ποιητική του δημιουργία.

Πέρασε μια ζωή διασχίζοντας ένα δρόμο. Την οδό Ακαδημίας. Από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, γιατί το σπίτι του στην Ασκληπιού 3, λίγες μόνο δρασκελιές απείχε από το Πανεπιστήμιο.

Και κάτι, για να ευθυμήσουμε: Ένας από τους τριάντα Πρυτάνείς, που πέρασαν, όσο ο Παλαμάς ήταν Γενικός Γραμματέας, ήταν και ο Αλκιβιάδης Κρασσάς, καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου, από την Κεφαλλονιά. Ντυμένος πάντα με την τελευταία λέξη της μόδας. Οι κομψευόμενοι φοιτητές τον είχαν πάντα για πρότυπο. Φορούσαν τις ίδιες γραβάτες, τα ίδια γάντια, τα ίδια μαντήλια και κράταγαν μπαστούνια όμοια με το δικό του.

Ένα βράδυ, που έφυγαν όλοι οι Συγκλητικοί μετά από συνεδρίαση, έμεινε ο Κρασσάς με τον Παλαμά. Όταν θέλησε να φύγει και ο Κρασσάς, ζήτησε το μπαστούνι του από τον κλητήρα, αλλά αυτός δεν το έβρισκε. Άφαντο το μπαστούνι του Κρασσσά. Σε κάποια στιγμή εμφανίζεται ο κλητήρας έντρομος, κρατώντας ένα μπαστούνι. «Μήπως είναι αυτό κύριε Πρύτανη;». Σαν είδε ο Κρασσάς το μπαστούνι, έφριξε. Πέταξε τον κλητήρα έξω, φωνάζοντας οργισμένος: «Τί είναι αυτό; Έξω! Φύγε!». Δεν ήταν το κομψότατο, μεγαλοπρεπές, από πολύτιμο ξύλο κατασκευασμένο και με επιχρυσωμένη τη λαβή μπαστούνι του. Ήταν ένα μπαστούνι από αγριοελιά, ασπροκίτρινo, οικτρό. Ήταν το μπαστούνι του Παλαμά.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε, πως ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, Αμερικανός πολιτικός και διπλωμάτης, ένας από τους συντάκτες της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των Η. Π Α, κρατούσε ένα μπαστούνι, από αγριομηλιά αυτό, όμοιο με του Παλαμά, που τ` άφησε κληρονομιά στο «φίλο της ανθρωπότητας» (έτσι τον έλεγαν), το στρατηγό Ουάσιγκτον, πρώτο Πρόεδρο των Η.ΠΑ, γράφοντας στη διαθήκη του: «Και σκήπτρα νάταν, θα του άξιζε το ίδιο». Τα μπαστούνια δεν κάνουν τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι κάνουν τα μπαστούνια!

Πριν φύγει από το Πανεπιστήμιο, ο Ξενόπουλος ηγήθηκε επιτροπής, που παρουσιάστηκε στον Πρύτανη, στο Σίμο Μενάρδο, και ζήτησαν από τη Σύγκλητο να επιτρέψει να αποχωρήσει από την υπηρεσία του ο ποιητής, γιατί «γέρος πια ο κύριος Γενικός, με τρεμουλιαστό χέρι, μόλις κατάφερνε να κρατάει τα Πρακτικά», όπως έλεγε ο αντιπρύτανης Δημήτριος Αιγινήτης. Του απονεμήθηκε τιμητική σύνταξη, που του επέτρεπε να ζει άνετα.

Ας έρθουμε τώρα στους αγώνες του ποιητή για τη γλώσσα μας.
Ένα έθνος, όπως το Ελληνικό, με τόση ζωή και με τόση ιστορία, την ύπαρξή του τη χρωστάει στη «γλώσσα» του πρώτα. Μα περισσότερο, στο λογοτεχνικό εκείνο είδος, που λέγεται ποίηση, ή όπως τη λέει ο Παλαμάς: «λουλούδι του λόγου». Πώς άρχισε η Ελλάδα; Τραγουδώντας. Τα τραγούδια εκείνα τα έλεγαν ραψωδίες. Κι έγιναν Ιλιάδα κι έγιναν Οδύσσεια. Ήταν τραγούδια του λαού, Δημοτικά τραγούδια. Μ` αυτά τα τραγούδια και γι` αυτά τα τραγούδια πολέμησαν αργότερα σα λιοντάρια οι πρόγονοί μας και μας χάρισαν μια γλυκύτατη λέξη από τα χείλη του άγγελου του Μαραθώνα κι ένα μελωδικό ήχο από τον παιάνα της Σαλαμίνας.

Βρισκόμαστε στα 1821. Ποιός θα τραγουδήσει την ξαναγεννημένη λευτεριά; Βρέθηκε ο Σολωμός. Με αυτόν και αργότερα με το Βαλαωρίτη, αρχίζει και τελειώνει η πρώτη φάση του «ρομαντικού» δημοτικισμού, αφού έγινε σκληρή πάλη με την παλιά Αθηναϊκή Σχολή Σούτσου-Ραγκαβή-Παράσχου, που είχαν για γλωσσικό όργανο την καθαρεύουσα.

Από το 1880 αρχίζει η δεύτερη φάση του «ρεαλιστικού» δημοτικισμού, με κύριο εκπρόσωπο τον Ψυχάρη. Ακολούθησαν ο Πάλλης, ο Καρκαβίτσας και άλλοι. Ο Παλαμάς ταλαντεύεται ανάμεσα στην καθαρεύουσα και στη δημοτική και επιδιώκει να συμπλησιάσουν οι δυο γλωσσικές μορφές.

Από το 1896 μπαίνουμε στην τρίτη φάση του δημοτικισμού, που θα τον πουν αργότερα «σοσιαλιστικό», με σημαιοφόρο τώρα της νέας Αθηναϊκής Σχολής τον Κωστή Παλαμά.

Η γλώσσα για τον Παλαμά είχε γίνει συνείδηση, σύστημα, κοσμοθεωρία.

Ακολουθώντας τους Επτανήσιους, τροφοδότησε τη γλώσσα του με στοιχεία όλων των περιόδων του Έθνους.

Κι από τα Δημοτικά τραγούδια πήρε κι από τα εκκλησιαστικά κείμενα κι από την Κρητική λογοτεχνία κι από τα Μεσαιωνικά μυθιστορήματα κι από τα Βυζαντινά δημοτικά έπη κι από αυτή την αρχαία γλώσσα.

Η γλώσσα του Παλαμά ζωοποιείται μέσα στα νάματα των Αρχαίων Κλασικών. Ξεκινώντας από τον όρθρο της Προϊστορίας, φτάνει στο ηλιοβασίλεμα της Ελληνιστικής εποχής. Αγκαλιάζει το Βυζάντιο και φτάνει στο Μυστρά. Κι ύστερα στα θλιβερά χρόνια της δουλείας του Έθνους.

Θα γνωρίσει τους αρματολούς και κλέφτες. Θα εντρυφήσει στο Δημοτικό τραγούδι, στους νεοελληνικούς μύθους και στις παραδόσεις. Θα υμνήσει το `21. Θα παρακολουθήσει τους αγώνες της Κρήτης και των Ιόνιων νησιών, τον πολυαίμακτο Μακεδονικό αγώνα, τη θριαμβευτική πορεία των Βαλκανικών πολέμων και τη θλιβερή ιστορία της Μικρασιατικής καταστροφής. Όλοι οι αιώνες του πνευματικού και του εθνικού μας βίου επιδρούν. Και μέσ` από το χωνευτήρι αυτό, θα βγουν «λουλούδια του λόγου» αμάραντα.

Ο ασάλευτος αυτός ασκητής μέσ` από τα δυο κελιά του, το ένα στο γραφείο του Πανεπιστημίου και τ` άλλο στην Ασκληπιού, έκαμε τα πιο απίστευτα πνευματικά ταξίδια με το καράβι της φαντασίας του.

Ο Παλαμάς με τους στίχους του, ο Παπαρρηγόπουλος με την ιστορία του Ελληνικού έθνους και ο Πολίτης με τις λαογραφικές του μελέτες επεδίωκαν να αποδείξουν, όχι μόνο από πείσμα, αλλά και από σεβασμό προς την αλήθεια, την ενότητα της Ελληνικής γλώσσας και της Ελληνικής πατρίδας. Και οι τρεις τους είναι άξιοι της ευγνωμοσύνης του Έθνους.

Το ότι ο Παλαμάς σέβεται την παράδοση και τη θέλει σαν ενωτικό κρίκο του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, μας το λέει στους στίχους του:

«Γνώμες, καρδιές, όσοι Έλληνες, ό, τι είστε, μην ξεχνάτε!
Δεν είστε από τα χέρια σας μονάχα.
Όχι! Χρωστάτε και σ` όσους ήρθαν, πέρασαν,
θα ρθουνε, θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί».

Η γλώσσα του Παλαμά δεν έχει τις ακρότητες, τις βεβηλώσεις και τους αναρχισμούς του Ψυχάρη. Είναι μακριά από τις προλήψεις και τις ξεπερασμένες απόψεις της παλιάς Αθηναϊκής Σχολής. ό,τι βρίσκει ο Παλαμάς, το ζωντανεύει και το τελειοποιεί, ό,τι δεν υπάρχει, το πλάθει και το κάνει κοινό και δημοτικό.

Η γλώσσα του Παλαμά είναι η δημοτική, η αντρίκια, η παλικαρίσια. Κι όπως ο ίδιος λέει: «η ρουμελιώτικη γλώσσα, που την τράνεψαν η Βαράσοβα και η Λιάκουρα της Λιβαδειάς κι η Γκιώνα των Σαλώνων». Είναι η γλώσσα, που τραβάει μπροστά σα χείμαρρος ορμητικός και θολωμένος και γεμίζει τις γύρω λαγκαδιές με γοερούς αντίλαλους και κελαρυσμούς. Έχει στίχους ο Παλαμάς, που μοιάζουν με δωρικές κολώνες, βαριές κι ακλόνητες! Είναι αληθινός γλωσσοπλάστης ο Παλαμάς. Με το λεξιλόγιό του μπορούμε να εκφράσουμε τις πιο λεπτές και τις πιο βαθιές διακυμάνσεις της ψυχής μας, τις πιο αδρές ιδέες, τους πιο δυνατούς κραδασμούς του νου μας.

Ο Παλαμάς αντιμετώπισε υπεύθυνα το θέμα της Ελληνικής γλώσσας. Το πελώριο έργο του αποτελεί γλωσσικό θησαυρό. Ο Ολλανδός καθηγητής και φιλέλληνας Έσσελιγκ είπε: «Όποιος θέλει να μετρήσει τη δύναμη της Ελληνικής γλώσσας μέσα από το πέρασμα των καιρών ας έχει σαν μέτρο τον Παλαμά. Τον συγκρίνω μόνο με τον Αισχύλο «.

Ο Παλαμάς με τα δικά του χέρια έπλασε και με τη δική του πνοή εμφύσησε κι έστησε υπέρλαμπρο και υπέροχο το άγαλμα της Νεοελληνικής γλώσσας. Γι` αυτό και έχει επίσημα αναγνωριστεί ως αρχηγός της νέας Αθηναϊκής Σχολής, σκηπτρούχος, ιεροφάντης και μύστης του ποιητικού δημοτικισμού.

Ο ύμνος των Ολυμπιακών αγώνων, με τη μουσική του Σαμάρα έγινε δημοτικό και φτερωτό τραγούδι κι αγκάλιασε αναρίθμητες ψυχές αθλητών στα γυμναστήρια και στα στάδια όλου του κόσμου. Το τραγούδι αυτό είναι μια μεγάλη πνευματική νίκη του Παλαμά. Το τραγούδι αυτό, εφάμιλλο της ρώμης των μεγάλων κλασικών, σαν χορικό αρχαίας τραγωδίας, λαξευμένο με τέχνη και σοφία, και σαν ανάγλυφο αρχαίου ναού, έγινε τραγούδι, έγινε τραγούδι κατεξοχήν εθνικό. Ακούστε το:

«Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο,
αγνέ πατέρα του ωραίου, του μεγάλου και τ` αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι άστραψε εδώ πέρα,
στην δόξα της δικής σου γής και τ` ουρανού.
Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι,
στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή,
και με τ` αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι,
και σιδερένιο πλάσε κι άξιο το κορμί.
Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου,
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός,
και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,
αρχαίο πνεύμ` αθάνατο, κάθε λαός».

Για την όμορφη γλώσσα μας αγωνίστηκαν πολλοί. Μα πιότερο ο Παλαμάς. Αυτός στάθηκε πάνω στις επάλξεις σαν αδιάλλακτος μαχητής. Θα σας θυμίσω τα Ευαγγελικά.

Στα 1901 η Ορθόδοξη Εκκλησία, για πολλούς λόγους, δεν θέλησε να μεταφραστούν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης στη δημοτική γλώσσα.
Απόπειρες τέτοιας μετάφρασης έγιναν από πολλά χρόνια πριν, αλλά βρήκαν αντιμέτωπους όχι μόνο την Εκκλησία, αλλά και μεγάλες μάζες του ελληνικού λαού, που -τί περίεργο- μιλούσαν τη δημοτική.

Στα 1897 η βασίλισσα Όλγα, γυναίκα του Γεωργίου του Α, διέταξε να μεταφραστούν τα Ευαγγέλια σε απλή καθαρεύουσα.

Η Ιερά Σύνοδος της Αθήνας δεν δέχτηκε τη μετάφραση. Αλλά δεν ήταν τόσο το ερέθισμα από τη μετάφραση, που πρότεινε η Όλγα. Μεγάλο ήταν το ερέθισμα του λαού από τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης στη δημοτική, που την τόλμησε ο Αλέξανδρος Πάλλης.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης lωακείμ ο Γ` την καταδίκασε.

Την καταδίκασε και η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, που με αναφορά της στην Ιερά Σύνοδο ζήτησε να την καταδικάσει και αυτή. Ο Βλάσης Γαβριηλίδης στην εφημερίδα του περιλούζει τους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής με φοβερά σχόλια εναντίον τους. Η Ελληνική Κυβέρνηση αδιαφορεί. Για άλλα τυρβάζει. Η Πανεπιστημιακή, όμως, νεολαία ξεσηκώνεται ενάντια στη μετάφραση. Αναγκάζει την εφημερίδα «Ακρόπολις» να πάψει να δημοσιεύει μεταφρασμένα κείμενα. Ζητάει από την Ιερά Σύνοδο να αφορίσει τους μεταφραστές της Αγίας Γραφής.
Και μέσα σε όλα αυτά ο Παλαμάς, Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστημίου και δημοτικιστής!
Αναγκάζεται να μεσιτέψει ανάμεσα στην εφημερίδα «Ακρόπολις» και στην Πρυτανεία.

Οι φοιτητές είχαν αγριέψει. Δοκίμασαν να καταστρέψουν τα γραφεία της εφημερίδας «Άστυ», που και αυτή δημοσίευε μεταφρασμένα κείμενα. Αλλά η μεγαλύτερη επίθεση έγινε κατά της εφημερίδας «Ακρόπολις» από τη «φοιτηταριά», όπως την αποκαλούσε ο Ψυχάρης.

Στις 7 Νοεμβρίου 1901 οι φοιτητές έκαναν κατάληψη του Πανεπιστημίου, εξοπλισμένοι με τουφέκια, πιστόλια και μαχαίρια. Το σύνθημά τους ήταν: «Κάτω η μετάφραση του Ιερού Ευαγγελίου».

Γίνεται μεγάλο συλλαλητήριο φοιτητών και οπλισμένου λαού στους στύλους του Ολυμπίου Διός στις 8 Νοεμβρίου. Θέλησε η Κυβέρνηση να το διαλύσει. Πάνω στα μαλώματα σκοτώθηκαν και λαβώθηκαν πάνω από 50 άτομα. Μέσα στα συνθήματα των διαδηλωτών ήταν και το: «Κάτω οι μαλλιαροί – Ζήτω οι φοιτητές».

Κεντρικός στόχος βέβαια των διαδηλωτών ήταν ο Αλέξανδρος Πάλλης και όχι ο Παλαμάς. Οι φοιτητές τον σεβάστηκαν. Λίγες φορές ακούστηκε το σύνθημα: «Κάτω οι μαλλιαροί – Κάτω ο Παλαμάς».

Το πρωί του συλλαλητηρίου μια ομάδα από ρασοφόρους και άμυαλα παιδιά ξεκίνησε από την αυλή του Πανεπιστημίου και πέρασε απέναντι στο σπίτι του Παλαμά, στην αρχή της οδού Ασκληπιού, φωνάζοντας:

– Κάτω ο Παλαμάς!

– Ζήτω το Ευαγγέλιο!

– Αφορισμός στους μαλλιαρούς!

– Ρετσίνι να τους κάψουμε!

Η γυναίκα του Παλαμά φοβήθηκε. Πήρε τα παιδιά της και από την πίσω πόρτα έφυγε για φιλικό τους σπίτι. Ο Παλαμάς δεν μπορούσε να αφήσει τις υποχρεώσεις του στο Πανεπιστήμιο. Έμεινε μόνος του. Τότε έγραψε το πρώτο δοκίμιο της «Τριλογίας του θυμού».

Λέγεται, πως στους τοίχους του σπιτιού του έγραψαν: «Κάτω ο αρχιμαλλιαρός. Κάτω ο προδότης της φυλής. Ρετσίνι να τον κάψουμε».

Κι ο Παλαμάς, ο λιπόσαρκος αυτός ασκητής, αλλά πολέμαρχος ποιητής, με γαλήνη αντιμετώπισε τη χλεύη και τις απειλές των συμπολιτών του και τους βροντοφώναξε εκείνο το επικό: «Ο δημοτικισμός είναι η μόνη μου αρετή».

Και σαν να μην έφταναν τα Ευαγγελικά του 1901. Σε δυο χρόνια, το 1903, ήρθαν νέες ταραχές. Τα Ορεστιακά.

Τί έγινε;

Το φθινόπωρο του 1902 το Εθνικό Θέατρο κυκλοφόρησε το πρόγραμμά του για τη χειμερινή περίοδο 1903-1904.

Πρώτο έργο η `Όρέστεια» του Αισχύλου μεταφρασμένο από τον καθηγητή Γεώργιο Σωτηριάδη, το Μακεδόνα. Η γλώσσα της μετάφρασης δεν άρεσε. Άρχισαν πάλι φοιτητικές ταραχές, που υποδαυλίζονταν από πολιτικούς. Οι φοιτητές πρόσβαλαν και τον Παλαμά, γιατί διαμαρτυρήθηκε ενάντια στις ταραχές.

Νέες ύβρεις: «Προδότη», «μαλλιαρό», τον φώναζαν. «Μαλλιαρούς» έλεγαν τότε χλευαστικά τους οπαδούς της δημοτικής γλώσσας, γιατί, την εποχή εκείνη, όσοι νέοι επέστρεφαν στην Ελλάδα, ύστερα από σπουδές τους στην Εσπερία, ήταν της μόδας να έχουν μακριά μαλλιά. Επειδή, όμως, έφερναν και καινούργιες ιδέες, νεωτεριστικές και επαναστατικές, τους έλεγαν και «μαλλιαρούς». Έτσι, «μαλλιαροί» λέγονταν και όσοι υποστήριζαν τη δημοτική γλώσσα.

Η λέξη «μαλλιαρός» κατάντησε να είναι ντροπιαστική προσηγορία και σήμαινε το διαφθορέα της γλώσσας, τον ανατροπέα της κοινωνίας, τον εχθρό της πατρίδας.

Την εποχή των αγώνων του Παλαμά για τη δημοτική γλώσσα όλοι τον παράτησαν. Οι φίλοι του κρυβόντουσαν. Ο Πάλλης και ο Εφταλιώτης βρίσκονταν στις Ινδίες. Ο Ψυχάρης ζούσε ήσυχα στο Παρίσι και μάθαινε τα νέα … ταχυδρομικώς.

Τους περιποιήθηκε, όμως, ο ποιητής μας με το γνωστό εκείνο ποίημα, δίνοντάς τους ένα καλό μάθημα:

«Μόνος! Μ` αρνήθηκαν οι σύντροφοι κι από το πλάι μου γνωστικά
τ` αδέλφια τραβήχτηκαν.
Μ` έδειξε κάποιος. Νάτος! Καταπάνω μου γυναίκες, άντρες, γέροντες, παιδιά,
σκυλιά ρίχτηκαν».

Μετά τους αγώνες του ποιητή για τη γλώσσα μας, ας έρθουμε τώρα στην ελληνολατρεία του.

Γόνος διαλεχτής Μεσολογγίτικης οικογένειας, που είχε δώσει ολάκερη σειρά επίλεκτων δασκάλων του Γένους και γενναίων πολέμαρχων στον αγώνα για τη λευτεριά, ευτύχησε από τα παιδικά του χρόνια ν` ανασαίνει τον ηρωισμό της ιερής πόλης, και η ευαίσθητη παιδική και ποιητική του ψυχή να λούζεται στους καταρράχτες του ηρωισμού, που κατέκλυσαν τον ιστορικό εκείνο «φράχτη». Και στις δύσκολες στιγμές της εθνικής ζωής, εκεί θα επιστρέψει, στο Μεσολόγγι, για ν` αντλήσει αισιοδοξία από τις αναμνήσεις των «ελεύθερων πολιορκημένων». Να γιατί, το ηρωικό στοιχείο και η ελληνολατρεία του θ` αποτελέσουν κύρια χαρακτηριστικά της ποίησής του.

Τα ιδανικά των εθνών, οι μεγάλες ιδέες, είναι σαν τα ωραία τραγούδια. Μέσα στο σπίτι του ο Παλαμάς άκουσε να ψιθυρίζεται, σαν ένα τρανό μυστικό, η ελπίδα της μελλοντικής ανάστασης του έθνους.

Η μεγάλη ιδέα, που περικλείει όλες τις δόξες και τις ομορφιές του Ελληνισμού, μόνο με την ποίηση του Παλαμά βρήκε τον επιβλητικότερο και το μεγαλειωδέστερο αντίπαλό της.

«Τα μεγάλα ιδανικά», λέει ο ποιητής, «όταν ξεπέφτουν, τα παίρνει στο καλύβι του κι άσυλο τους δίνει, κι όταν ανθίζουν, τους χτίζει παλάτια».

Πιστεύει στην Ελλάδα ο ποιητής κι ας είναι μικρή σα γεωγραφικός χώρος.

» … Η μεγαλοσύνη στα έθνη δε μετριέται με το στρέμμα. Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα».

Αξίζει να προσέξουμε ένα άλλο κατεξοχήν εθνικό και κλασικό ποίημα του Παλαμά, το «Ο Διγενής κι ο Χάροντας».

Ξαναζωντανεύει μέσα σ` αυτό το ποίημα τις σελίδες της Βυζαντινής ιστορίας, ταιριάζοντας τον εξιδανικευμένο ήρωα Διγενή, με τον Ηρακλή, το Λεωνίδα και με τον πανελλήνιο μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά, ανυψώνοντας αυτόν σε σύμβολο
της ακατάλυτης και αδιαίρετης Ελληνικής ψυχής και δοξολογώντας την αθανασία της Ελληνικής φυλής.

Πολλοί τραγούδησαν με στίχους την πατρίδα τους, αλλά μόνο ο Παλαμάς απαθανάτισε την αιωνιότητα του Ελληνισμού με μια εικόνα κι ένα διάλογο στο «Διγενή και Χάροντα».

Ύμνησε την Ελληνική Επανάσταση ο Παλαμάς και ξαναζωντάνεψε το Εικοσιένα:

«Πατρίς, και ξένους μάγεψε της λευτεριάς σου τ` άστρο, το φώς του Εικοσιένα «.

Θα ταν παράλειψή μου μεγάλη, αν δεν σας ανέφερα λίγους από τους ονομαστούς στίχους από τον «Προφητικό» του. Ανήκει στο «Δωδεκάλογο του γύφτου» και είναι γραμμένος ύστερα από τον πόνο και τη ντροπή του `97. Η πίστη στα πεπρωμένα της φυλής μας, ποτέ δεν του λειψε. Σαν προφήτης της Γραφής προφητεύει ολάκερο το ζοφερό δρόμο της, αλλά και τη δραματική της κάθαρση και τελείωση:

«Και θα φύγης κι από το σάπιο το κορμί,
ω ψυχή, παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα ρθη το κορμί μια σπιθαμή
μέσ` στη γη να την κάμη μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνη το ψοφήμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,

κι ο καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.
Όσο να σε λυπηθεί της Αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μια αυγή
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω ψυχή παραδομένη από το κρίμα!
Και θ` ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή
θα σαλέψεις σαν την χλόη, σαν το πουλί,
σαν το κόρφο, το γυναικείο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσει, πιο βαθειά
στου κακού τη σκάλα,
για τ` ανέβασμα ξανά, που σε καλεί,
θα αισθανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!,
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!».

«Δεν είμαι ποιητής μόνο του εαυτού μου», λέει ο Κωστής Παλαμάς. «Είμαι και ποιητής του καιρού μου και του Γένους μου». Πιστεύει ο ποιητής, πως η Ελλάδα είναι ανεξάντλητη δεξαμενή σοφίας και παλικαριάς. Κι αυτά τα Εθνικά πένθη αποτελούν τη δόξα και την πορφύρα της:

«Ελλάδα εσύ, που όλα τα λέει τ` αθάνατο όνομά σου, πηγή, από σε πάντα αναβρύζει κι ο ήρωας κι ο σοφός, ακόμα και στο γέρμα σου, στο κατρακύλημα σου, της ιστορίας είσαι το φώς … «.

Θα ματώσει η καρδιά του Παλαμά για τη Μικρασιατική καταστροφή του `22, αλλά θα αντηχήσει με αισιοδοξία και ηρωισμό ο ποιητικός του λόγος, στο πονεμένο εκείνο τραγούδι των προσφύγων:

«Όχι μακριά κι η απελπισιά,
μακριά και οργή και θρήνος!
Στο μαύρο επάνω Γολγοθά των Εθνικών καημών,
θείε άγγελε του τραγουδιού,
βοήθα ν` ανθίσει ο κρίνος των ευαγγελισμών!».

Μαζί με τον πόνο ο ποιητής προφητεύει την αναγέννηση
της πατρίδας του:

«Κι αν πέσαμε σε πέσιμο πρωτάκουστο
και σε γκρεμό κατρακυλήσαμε,
που πειό βαθύ καμιά φυλή δεν είδε ως τώρα,
είναι γιατί με των καιρών το πλήρωμα,
όμοια βαθύ έν` ανέβασμα να μέλλεται
προς τα ύψη ουρανοφόρα».

Και σ` άλλο ποίημά του, με πόνο για τον ξεπεσμό της και μ` ελπίδες για την ανάστασή της, θα μας τραγουδήσει:

«Θα διαβούμε και στεριά και πέλαγα,
θα σταθούμε, όπου το πόδι δε μπορεί
Τούρκου κανενός να μας πατήσει.
Απ` την πατρίδα μας διωγμένοι
και σβησμένοι απ` την Ανατολή,
θ` ανατείλωμε στη Δύση».

Αλλά για να το πετύχει αυτό χρειάζεται παλικαριά. Μας το είπε ο Περικλής στον Επιτάφιό του:

«Το εύδαιμον το ελεύθερον, το ελεύθερον το εύψυχον».

Και μας τα ξαναλέει ο Παλαμάς διαλογικά, αλλά μ` άλλα λόγια:
«- Πατρίδα μου, τί θές να σου χαρίσω
για τον καλό το χρόνο που θα `ρθή;
– Παιδί μου, το κορμί το λιονταρίσιο
και το παληκαρίσιο το σπαθί».

Και όταν τα Ελληνόπουλα το `40 ανέβηκαν τις βουνοκορφές της Πίνδου, για να πολεμήσουν το νέο κατακτητή, ο άρρωστος πια πρεσβύτης ποιητής, πιστός στις προαιώνιες παραδόσεις της φυλής μας, θα τους δώσει και την ευχή του και την ευλογία του μαζί με τον αθάνατο στίχο: «Μεθύστε με τ` αθάνατο κρασί του Εικοσιένα».

Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν γραφτό να ξαναδεί και να ξανατραγουδήσει, σαν το Σολωμό, λευτερωμένη τη νέα Ελλάδα.

«Ξανά του Ρήγα η σάλπιγγα
και πάει στα μισουράνια.
Μαυροβουνίου καπλάνια
κι Ολύμπου σταυραετοί».

Κι αν θελήσουμε να δούμε τώρα πώς τραγούδησε ο Παλαμάς την αρχαία τέχνη και την ομορφιά, δεν έχουμε παρά να σταθούμε στους «Τάφους του Κεραμεικού». Είναι πλαστικά και μουσικά αριστουργήματα του νεοελληνικού λόγου. Όχι απλές εικόνες του αρχαίου βίου, αλλά σύμβολα μιας ζωής ανώτερης και ηθικότερης. Εμείς, που κατοικούμε την ίδια τη γη, που περπάτησαν οι πρόγονοί μας, έχουμε ηθικό χρέος να υψώνουμε τη ζωή τους σε πραγματική και σύγχρονη αξία.

Θα σας θυμήσω την Ηγησώ. Αποτελεί ύμνο της νεανικής ομορφιάς και πρότυπο παρθενικής αρετής.

Μια Αθηναία, η όμορφη `Ήγησώ», καρτερεί να δει τον ονειρεμένο της έφηβο στα Παναθήναια, ως τη στιγμή, που την πήρε ο θάνατος. Μια τέτοια γυναίκα, ποιός άνδρας δεν θα την ήθελε για σύζυγο, ποιός πατέρας για κόρη και ποιός αδελφός για αδελφή του;

Να τί λέει ο Παλαμάς: `Ή Τέχνη νίκησε τη Μοίρα. Η κόρη μακαρίζεται αναστημένη από τον τεχνίτη στα μαρμαρένια Ηλύσια. Και στο τέλος ομολογείται όχι ο θάνατος, αλλά η αθανασία της κόρης».

Όλα τ` ανθρώπινα τα τραγούδησε ο Παλαμάς.

Τη ζωή και το θάνατο. Τα νιάτα και τα γηρατειά. Τον έρωτα και τη γυναίκα. Την άνοιξη και το χειμώνα. Το θέλγητρο του σπιτιού. Την παλικαριά, τη συστολή, την καλοσύνη, την τρυφερότητα και την ταπεινοσύνη. Την επαρχία, το χωριό και τα πανηγύρια. Μα πιότερο απ` όλα την Ελληνική φύση και την Ελληνική πατρίδα.

Θαυμαστά είναι τα δυο του τετράστιχα με τίτλο «Ρόδου μοσχοβόλημα» .

Κάποιος γέρος, λέει, καρτερεί το θάνατο. Όμως, ένα ανοιξιάτικο πρωινό, η ευωδιά ενός ρόδου τον ανάστησε.

Όσοι περασμένης ηλικίας, δεν μπορεί παρά να συγκινηθούν βαθιά. Είναι από τα λυρικότερα και τα Παλαμικότερα τραγούδια:

«Εφέτος άγρια μ` έδειρε η βαρυχειμωνιά,
που μ` έπιασε χωρίς φωτιά και μη ηύρε δίχως νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.
Μα εχτές καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τα αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσχοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρυσαν τα μάτια».

Είχαν ανθίσει οι μυγδαλιές κι ήταν λουλουδιασμένος της Αττικής ο κάμπος, όταν την άνοιξη του 1898 ο ποιητής μας έχασε έναν άγγελο, ένα αγόρι του, τεσσάρων μόλις χρόνων, τον Άλκη.

Μόνο μια μάνα ή ένας πατέρας, που έσκυψε πάνω στο φέρετρο του παιδιού του μπορεί να νιώσει τον πόνο, που δοκίμασε ο Παλαμάς για το παιδί του.

Ο ποιητής τον πόνο του τον έκανε τραγούδια. Τα τραγούδια αυτά τα κανε συλλογή. Τα ξέρουμε όλοι. Είναι «Ο Τάφος».
Είναι τραγούδια, που συγκινούν και θα συγκινούν αιώνια, γιατί καθολικεύουν το προσωπικό αίσθημα του ποιητή και το κάνουν πανανθρώπινο. «Είναι ένας διαυγής σταλαχτίτης», όπως λέει ο Ζαχαρίας Παπαvτωνίoυ, «σχηματισμένος μέσα σε δυο βδομάδες από τα αγνά δάκρυα, που κρυφοστάλαξαν στην ψυχή του πληγωμένου πατέρα».

«Άφκιαστο κι αστόλιστο
του Χάρου δε σε δίνω,
στάσου μετ` τ` ανθόνερο
την όψι σου να πλύνω.

Το στερνό το χτένισμα
με τα χρυσά τα χτένια,
πάρτε απ` τη μανούλα σας
μαλάκια μεταξένια,

μήπως και του Χάροντα
καθώς θα σε κοιτάξει,
του φανής αχάιδευτο
και σε παραπετάξει».

Κι ακολουθεί ο μαύρος καβαλάρης:

«Στο ταξίδι που σε πάει
ο μαύρος καβαλάρης,
κοίταξε απ` το χέρι του
τίποτε να μην πάρεις.

Κι αν διψάσεις μη το πιείς
από τον κάτω κόσμο
το νερό της αρνησιάς,
φτωχό, κομμένο δυόσμο.

Και παρακάτω:

Και στο σπίτι τ` άραχνο
γυρνώντας, ω ακριβέ μας,
γίνε αεροφύσημα
και γλυκοφίλησέ μας … «.

Είναι τόσο πολύμορφο, πολύφωνο, πολυεδρικό και τόσο πελώριο το Παλαμικό έργο. Τί μπορεί να δώσει κανείς σε μια διάλεξη!

Κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρίσει με ακρίβεια τον Παλαμά. Τον είπαν Πρωτέα. Σωστά! Είναι κλασικός και βυζαντινός. Είναι κοσμοπολίτης, στοχαστής και διανοητής. Είναι συμβολιστής, αισθητικός και αισθησιαρχικός. Είναι ανθρωπιστής και ιδεολόγος. Είναι συναισθηματικός και ασκητικός.

Είναι, απλά, ο Κωστής Παλαμάς, όλα αυτά μαζί.
Ο Κωστής Παλαμάς είναι η ηρωικότερη μορφή του νεότερου Ελληνισμού.

Είναι ο μεγάλος αρχιερέας του λόγου, σταλμένος από την ιερή τούτη πόλη. Πρωτοστατεί, για να φέρει στην επιφάνεια ότι καλύτερο είχε η Ελλάδα στο πεδίο των πνευματικών.

Χάρη στον Παλαμά υψώθηκε ο Ρήγας και ο Κάλβος, ο Μαρκοράς, ο Σολωμός κι ο Βαλαωρίτης. Αλλά πάνω απ` όλα, με το Παλαμικό τραγούδι, υψώθηκε η ψυχή της αθάνατης Ελλάδας.

Ο Κωστής Παλαμάς υπήρξε δάσκαλος και παιδαγωγός. Οδηγός αντάξιος των μεγάλων δασκάλων του Γένους. Αληθινός πνευματικός ηγέτης του Έθνους. Και κράτησε αυτή την πνευματική ηγεσία για χρόνια τώρα.

Με την ομορφιά και βαρύτητα των αιώνιων στίχων του, θα εξακολουθεί να μιλάει ο ποιητής σ` αυτούς, που δεν τον είδαν ή δεν τον κατάλαβαν, και θα εκτρέφει τις γενεές των Ελλήνων, γιατί το έργο του, βαθιά ριζωμένο στο Εθνικό έδαφος, επιβλητικό σε όγκο και άφταστο σε ποιότητα, αποτελεί ανεκτίμητο Εθνικό και πνευματικό κεφάλαιο, τροφή του πνεύματος και τρυφή της ψυχής.

Έζησε και τραγούδησε, ότι ευγενέστερο μπορεί να ονειρευτεί κανείς σαν ιδανικό των ανθρώπων. Μα πιο πολύ σαν ιδανικό του ενδοξότερου λαού, όπως είναι ο δικός μας.
Ο Κωστής Παλαμάς ήταν πολυδύναμο και καθολικό πνεύμα. Και Όμηρος ήταν και Δάντης ήταν και Γκαίτε ήταν. «Την Ελλάδα πεπαίδευκεν» ο Παλαμάς.

Γι` αυτό θα παραμείνει ο μεγάλος Εθνικός και κλασικός ποιητής της νεότερης Ελλάδας, αιώνια αξία, Ελληνική, Ευρωπαϊκή και Παγκόσμια.

Γι` αυτό μ` ευλάβεια προσκυνούμε το πέρασμά του, δοξολογούμε τη μνήμη του.

Κάποιος στίχος του λέει:

`Τρανοί κι αν είναι οι τάφοι,
τάφοι θα ναι «.

Αυτό μπορεί να ισχύει για τους πολλούς. Όχι όμως για τον Παλαμά. Όσο υπάρχει Ελληνισμός, δεν πρόκειται να πεθάνει ο Κωστής Παλαμάς.

«Τότε πεθαίνουν οι νεκροί,
όταν τους λησμονούνε».